7 Ιουλίου 2026

Μητσοτάκης στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ με βλέμμα σε Τουρκία, F-35 και KAAN

Την εικόνα της Ελλάδας ως ισχυρού και αξιόπιστου συμμάχου στο ΝΑΤΟ, αλλά και ως δύναμης σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, θα επιχειρήσει να προβάλλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στην Άγκυρα. Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα φορτισμένη, καθώς οι διεθνείς ισορροπίες δοκιμάζονται μετά τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο και η συζήτηση για την άμυνα επιστρέφει στο κέντρο της διατλαντικής σχέσης.

Η κυβέρνηση προσέρχεται στη Σύνοδο με βασικό επιχείρημα ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της συλλογικής άμυνας. Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η χώρα τηρεί διαχρονικά τις δεσμεύσεις της και εμφανίζεται ανάμεσα στα κράτη-μέλη που έχουν ήδη κινηθεί προς τους στόχους για υψηλές αμυντικές δαπάνες, οι οποίοι συμφωνήθηκαν στην προηγούμενη Σύνοδο της Χάγης.

Η πολιτική αξιοποίηση αυτής της εικόνας είναι εμφανής. Το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να εμφανίσει την Ελλάδα ως κράτος που δεν ζητά μόνο εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμμετέχει ενεργά στο βάρος της Συμμαχίας. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν η αυξημένη αμυντική δαπάνη μεταφράζεται σε αντίστοιχη διπλωματική ισχύ ή αν η χώρα εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά τη συμμετοχή της χωρίς να εξασφαλίζει πάντα καθαρές εγγυήσεις απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πίεση.

Αμυντικές δαπάνες και πίεση Τραμπ προς την Ευρώπη

Μία από τις βασικές αποστολές της Συνόδου είναι η αποτίμηση της προόδου των συμμάχων στην εφαρμογή των νέων δεσμεύσεων για την άμυνα. Το κλίμα επιβαρύνουν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επανήλθε με αιχμές κατά των Ευρωπαίων, κατηγορώντας τους ότι εξακολουθούν να μην συνεισφέρουν επαρκώς στη συλλογική ασφάλεια.

Το μέτωπο ανάμεσα στην αμερικανική διοίκηση και μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, παραμένει θερμό. Η άρνηση σημαντικών ευρωπαϊκών κρατών να συνδράμουν την Ουάσιγκτον στον πόλεμο κατά του Ιράν έχει βαθύνει τις τριβές, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα του επιμερισμού των αμυντικών βαρών.

Η ελληνική πλευρά υπενθυμίζει ότι έχει ήδη υπερβεί τη δέσμευση του Defence Investment Pledge που συμφωνήθηκε το 2025. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται, κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, στην πρώτη πεντάδα των χωρών του ΝΑΤΟ που έχουν πετύχει από το 2026 τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για καθαρές αμυντικές δαπάνες, μαζί με τον πρόσθετο στόχο του 1,5%.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να εντάξει αυτή τη θέση στη μεγαλύτερη συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα. Η κυβέρνηση επιμένει ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο και πιο αποτελεσματικά στη συλλογική της ασφάλεια, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και διαμορφώνοντας έναν ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα μέσα στο ΝΑΤΟ.

Η θέση της Αθήνας είναι ότι μια αμυντικά ισχυρότερη Ευρώπη δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ως πιο αξιόπιστος εταίρος τους. Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι η συμμετοχή σε αυτή τη στρατηγική δεν εξαντλείται σε αγορές εξοπλισμών και δημοσιονομικές δεσμεύσεις, αλλά ενισχύει πραγματικά την ελληνική αποτρεπτική ισχύ.

Τα ελληνικά βλέμματα στη συνάντηση Τραμπ - Ερντογάν

Η Αθήνα θα παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το ραντεβού κορυφής ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει την προσωπική χημεία των δύο ηγετών, με στόχο να αποσπάσει κρίσιμες συμφωνίες στο αμυντικό πεδίο και να εμφανιστεί ξανά ως απαραίτητος εταίρος για τη δυτική ασφάλεια.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια της Τουρκίας να εξασφαλίσει αμερικανικούς κινητήρες για τα μαχητικά KAAN, την ώρα που συνεχίζεται ο αποκλεισμός της από το πρόγραμμα των F-35. Στην Αθήνα εκτιμάται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να επιχειρήσει να κατευνάσει την τουρκική απογοήτευση μέσω κινήσεων στο πρόγραμμα KAAN, χωρίς αυτό να σημαίνει άμεση ανατροπή στο ζήτημα των F-35.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, μιλώντας στη Βουλή, εκτίμησε ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς δεν πρόκειται να ανατραπεί εύκολα, παρά τις έντονες πιέσεις που ασκούνται στο παρασκήνιο. Το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η αμερικανική νομοθεσία και ο ρόλος του Κογκρέσου αποτελούν σοβαρά εμπόδια για οποιαδήποτε βιαστική αλλαγή.

Κυβερνητικοί παράγοντες επιχειρούν να εκπέμψουν μήνυμα ψυχραιμίας, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και ένα θετικό πολιτικό σήμα του Τραμπ προς τον Ερντογάν για τα F-35 θα είχε περιορισμένη πρακτική αξία, εφόσον δεν μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα το θεσμικό πλαίσιο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διαβεβαίωση αυτή, πάντως, δεν αναιρεί την ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης, καθώς η Άγκυρα έχει αποδείξει ότι κινείται μεθοδικά και σε πολλά επίπεδα.

Παράλληλα, η Αθήνα παρακολουθεί τις τουρκικές προσπάθειες να αποκτήσει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Η Άγκυρα προβάλλει το επιχείρημα ότι η συμμετοχή της είναι αναγκαία για τη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική, επιδιώκοντας να μετατρέψει τη γεωστρατηγική της θέση σε θεσμικό και βιομηχανικό πλεονέκτημα.

Στο συγκεκριμένο πεδίο, κυβερνητικά στελέχη διαμηνύουν ότι το ελληνικό βέτο παραμένει πλήρως ενεργό. Η Αθήνα δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να ανοίξει τον δρόμο στην Τουρκία για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα, όσο η γειτονική χώρα διατηρεί αναθεωρητική ρητορική, αμφισβητήσεις στο Αιγαίο και πίεση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Σύνοδος της Άγκυρας, επομένως, δεν είναι για την Ελλάδα μόνο ένα πεδίο προβολής της συμμαχικής της αξιοπιστίας. Είναι και ένα κρίσιμο τεστ για το πώς θα κινηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στην Τουρκία, αλλά και για το αν η Ευρώπη θα μπορέσει να διαμορφώσει αμυντική στρατηγική χωρίς να ανοίγει παράθυρα σε χώρες που αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών της.

Το πραγματικό διακύβευμα για την Αθήνα είναι διπλό. Από τη μία, να κεφαλαιοποιήσει τις υψηλές αμυντικές δαπάνες και τη σταθερή παρουσία της στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη, να αποτρέψει μια νέα φάση αμερικανοτουρκικών ή ευρωτουρκικών διευκολύνσεων που θα ενισχύσει την Άγκυρα χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις αποκλιμάκωσης. Εκεί θα κριθεί αν η κυβερνητική εικόνα του «αξιόπιστου συμμάχου» συνοδεύεται από πραγματικό διπλωματικό αποτέλεσμα.