ΝΑΤΟ στην Άγκυρα: Ο Τραμπ, ο Ερντογάν και ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν ήταν μια συνηθισμένη συνάντηση συμμάχων. Ήταν ένα πολιτικό σκηνικό στο οποίο η αμερικανική ηγεσία, με τον Ντόναλντ Τραμπ στο κέντρο των εξελίξεων, έδειξε ότι επιμένει να αντιμετωπίζει τον κόσμο με όρους παλιάς μονοπολικής κυριαρχίας, ενώ η διεθνής πραγματικότητα έχει ήδη περάσει σε μια σαφώς πιο σύνθετη και επικίνδυνη πολυπολική φάση.
Οι αναφορές στη Γροιλανδία, στο Ιράν, στις αμυντικές δαπάνες της Ευρώπης και στη συνοχή της Συμμαχίας δεν αποτέλεσαν απλές διπλωματικές τοποθετήσεις. Συνέθεσαν μια εικόνα πίεσης, αλαζονείας και στρατηγικής υπερέκτασης, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να απαιτούν από τους συμμάχους πλήρη ευθυγράμμιση, την ώρα που η Κίνα, η Ρωσία και ισχυροί περιφερειακοί παίκτες διεκδικούν πλέον ρόλο σε κάθε κρίσιμη ζώνη του πλανήτη.
Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε σε γενικόλογες διαπιστώσεις. Συνέδεσε το Ιράν με την ασφάλεια του ΝΑΤΟ, τη Γροιλανδία με την Αρκτική και τις ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες με την ίδια την ύπαρξη της Συμμαχίας. Η σύνδεση αυτή δεν δείχνει απαραιτήτως στρατηγική διορατικότητα. Δείχνει κυρίως την επιμονή μιας υπερδύναμης να θεωρεί ότι μπορεί ακόμη να ορίζει μονομερώς τους κανόνες, ακόμη και όταν οι διεθνείς ισορροπίες έχουν αλλάξει δραματικά.
Η πολυπολική πραγματικότητα δεν επιτρέπει πλέον αυτοκρατορικές πρακτικές χωρίς κόστος. Η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία δεν λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες αμερικανικών αποφάσεων. Κινούνται με δικά τους δίκτυα ισχύος, δικές τους συμμαχίες, δικές τους φιλοδοξίες. Η άρνηση αποδοχής αυτής της πραγματικότητας είναι επικίνδυνη, διότι κάθε απόπειρα επιβολής μπορεί να ανοίξει νέα μέτωπα σύγκρουσης.
Η αμερικανική πίεση και η ευρωπαϊκή αδυναμία
Η αμερικανική ηγεσία, με τον Τραμπ στο τιμόνι, δείχνει να αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ περισσότερο ως μηχανισμό πειθαρχίας παρά ως συμμαχία ισότιμων κρατών. Η απαίτηση για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, η πίεση προς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και η λογική ότι οι ΗΠΑ «πληρώνουν» για την ασφάλεια της Ευρώπης αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αντίληψη: ότι η Ουάσινγκτον δικαιούται να καθορίζει τους όρους της ασφάλειας και της οικονομίας, ζητώντας από τους συμμάχους να ακολουθούν.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, εμφανίζεται ξανά εγκλωβισμένη. Πολλά κράτη έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες, ιδίως μετά την ουκρανική κρίση, ενώ η ηγεσία του ΝΑΤΟ επιβραβεύει αυτή την πορεία ως ένδειξη συνοχής. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχει μια βαθιά αδυναμία: η Ευρώπη εξακολουθεί να μην έχει οικοδομήσει πραγματική στρατηγική αυτονομία και παραμένει εξαρτημένη από μια αμερικανική πολιτική που κινείται με όρους ισχύος, συναλλαγής και πίεσης.
Το κρυφό πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τροφοδοτούν την ίδια ψευδαίσθηση που τις καθιστά ευάλωτες. Αντί να διαμορφώσουν αυτόνομη στρατηγική απέναντι σε έναν πολυπολικό κόσμο, αποδέχονται σιωπηρά ότι η ασφάλεια της ηπείρου περνά μέσα από τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον. Αυτή η εξάρτηση δεν προσφέρει πραγματική ασφάλεια. Προσφέρει μόνο την ψευδαίσθηση ότι η ένταση μπορεί να ελεγχθεί, εφόσον όλοι υποταχθούν στον ισχυρότερο.
Η επιλογή της Άγκυρας ως τόπου της Συνόδου και η επαναφορά της Γροιλανδίας στο γεωπολιτικό προσκήνιο δείχνουν δύο όψεις της ίδιας λογικής. Η Τουρκία αξιοποιείται ως κρίσιμος κρίκος του ΝΑΤΟ, ενώ η Γροιλανδία εμφανίζεται ως γεωστρατηγικό έδαφος που συνδέεται με τον έλεγχο της Αρκτικής. Και στις δύο περιπτώσεις, η Ουάσινγκτον δείχνει να λειτουργεί με την πεποίθηση ότι μπορεί να μετατρέπει γεωγραφίες, συμμάχους και κρίσεις σε πεδία αμερικανικής διαχείρισης.
Η Γροιλανδία δεν είναι απλώς μια περιοχή με στρατηγική αξία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι μέρος της μεγάλης σύγκρουσης για την Αρκτική, όπου η Ρωσία και η Κίνα έχουν ήδη ενισχύσει την παρουσία τους. Η αμερικανική επιμονή να αντιμετωπίζει την περιοχή ως πεδίο μονομερούς ενδιαφέροντος μπορεί να προκαλέσει νέες εντάσεις σε μια ζώνη που αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία για την ενέργεια, τις θαλάσσιες οδούς και τη στρατιωτική ισορροπία.
Τραμπ, Ερντογάν και ο ελληνικός κίνδυνος στο Αιγαίο
Η σχέση Τραμπ – Ερντογάν αποτελεί ίσως το πιο ανησυχητικό σημείο για την Ελλάδα. Δεν πρόκειται για απλή προσωπική χημεία ούτε για μια συνηθισμένη διπλωματική επαφή. Πρόκειται για μια συναλλακτική σχέση, στην οποία η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος παίκτης για τα αμερικανικά σχέδια, είτε ως ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία είτε ως προωθημένη δύναμη σε ευρύτερες γεωπολιτικές συγκρούσεις.
Η συζήτηση για την πιθανή άρση των κυρώσεων CAATSA και την επαναφορά της Τουρκίας στο πεδίο των F-35 δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνική λεπτομέρεια. Αν η Άγκυρα αποκτήσει πρόσβαση σε τέτοια οπλικά συστήματα, η ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο θα επιβαρυνθεί σοβαρά. Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τη ρητορική της «Γαλάζιας Πατρίδας» ούτε την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιλέξουν να αγνοήσουν αυτή την πραγματικότητα προκειμένου να κρατήσουν την Τουρκία εντός του δυτικού πλαισίου. Αν η Ουάσινγκτον θεωρήσει ότι η συνοχή του ΝΑΤΟ επιβάλλει παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, τότε η πίεση δεν θα ασκηθεί μόνο στην Τουρκία. Θα ασκηθεί και στην Ελλάδα, με τη μορφή «συνεννόησης», «αποκλιμάκωσης» ή ακόμη και «συνδιαχείρισης».
Η ελληνική ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όταν οι μεγάλες δυνάμεις διαπραγματεύονται πίσω από κλειστές πόρτες, τα μικρότερα κράτη καλούνται συχνά να πληρώσουν μέρος του λογαριασμού. Στην παρούσα συγκυρία, ο λογαριασμός αφορά το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο και τη συνολική ελληνική αποτρεπτική ισχύ.
Η Τουρκία γνωρίζει να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Παρουσιάζεται στη Δύση ως αναγκαίος σύμμαχος, συνομιλεί με τη Ρωσία όταν τη συμφέρει, διεκδικεί ρόλο στον ισλαμικό κόσμο και πιέζει την Ευρώπη μέσω του μεταναστευτικού και της γεωγραφικής της θέσης. Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η Άγκυρα δεν είναι απλός σύμμαχος. Είναι αναθεωρητικός παίκτης που χρησιμοποιεί κάθε κενό ισχύος για να προωθήσει δικά του συμφέροντα.
Για την Ελλάδα, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό λόγω της μακροχρόνιας λογικής κατευνασμού. Η αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να εξευμενιστεί με διαλόγους χωρίς όρια, με υποχωρήσεις στη ρητορική και με συνεχή αναζήτηση «ήρεμων νερών» έχει οδηγήσει σε στρατηγική κόπωση. Η χώρα χρειάζεται καθαρή αποτρεπτική πολιτική, σοβαρή εθνική στρατηγική και εγκατάλειψη των αυταπατών που για χρόνια καλλιεργήθηκαν σε πολιτικά και διπλωματικά κέντρα.
Η Σύνοδος της Άγκυρας έδειξε ότι οι εξελίξεις δεν κινούνται υπέρ όσων επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο με παλιά εργαλεία. Η Αμερική πιέζει για διατήρηση της κυριαρχίας της, η Ευρώπη παραμένει στρατηγικά ανεπαρκής, η Τουρκία αναβαθμίζεται και η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα αν δεν εγκαταλείψει τη λογική της αναμονής.
Η πολυπολική εποχή απαιτεί αποδοχή ορίων, σεβασμό ισορροπιών και ικανότητα πρόβλεψης. Όποιος συνεχίζει να λειτουργεί με την ψευδαίσθηση ότι μία δύναμη μπορεί να επιβάλλει μόνη της τους κανόνες, οδηγεί τον κόσμο σε ανεξέλεγκτες εντάσεις. Και όποιος, στην Ελλάδα, πιστεύει ότι οι σύμμαχοι θα προστατεύσουν αυτομάτως τα ελληνικά συμφέροντα, δεν έχει διδαχθεί τίποτε από την Ιστορία.
Η χώρα χρειάζεται επαγρύπνηση, σοβαρή στελέχωση, εθνική συνεννόηση και καθαρή στρατηγική. Οι εξελίξεις σε ΝΑΤΟ, Τουρκία, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο δείχνουν ότι η επόμενη περίοδος θα είναι σκληρή. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αιφνιδιαστεί ούτε να παραδώσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο όνομα μιας δήθεν συμμαχικής ηρεμίας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Εξάπλωση Έμπολα: Ταχύτερη από ποτέ
Μπέρναμ: Πίεση στο Ισραήλ για Γάζα
Κέρδη 200 εκατ. ευρώ από πετρελαϊκούς στη Γερμανία