Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ

10 Ιανουαρίου 2026

Νέα παγκόσμια τάξη ισχύος: Οι Αυτοκρατορίες, οι νέοι κανόνες και οι τρεις γεωπολιτικές ζώνες

Με τα καθιερωμένα σχήματα σκέψης, η εποχή που διαμορφώνεται είναι δύσκολα αναγνώσιμη. Τα κλασικά μοντέλα μακροοικονομικής ανάλυσης καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον βαθιών μετασχηματισμών, προκειμένου να προσφέρουν ουσιαστική ερμηνεία των εξελίξεων στην οικονομική σφαίρα.

Στο επίκεντρο αναδεικνύεται η ανάγκη νέων όρων που να περιγράφουν τις γεωπολιτικές διεργασίες και τον τρόπο με τον οποίο αυτές μετασχηματίζονται σε οικονομική ισχύ. Η γεωοικονομία αποκτά κεντρικό ρόλο, καθώς οι διεθνείς σχέσεις επηρεάζουν άμεσα τις αγορές, τις επενδύσεις και τις στρατηγικές επιλογές των κρατών.

Η αναφορά του Donald Trump στο Διεθνές Δίκαιο έχει προκαλέσει ευρύτερο προβληματισμό. Στον δημόσιο λόγο και στις αναλύσεις διαμορφώνεται η εικόνα ενός άτυπου «δόγματος Trump», το οποίο προσεγγίζεται ως σύγχρονη εκδοχή του δόγματος Monroe του 19ου αιώνα. Στην πράξη, πρόκειται για μια σαφή επαναξιολόγηση του Δυτικού Ημισφαιρίου ως ζώνης ύψιστης στρατηγικής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με σκληρή στάση στις διαπραγματεύσεις που αφορούν το εμπόριο, την ενέργεια, τα ορυκτά, την τεχνολογία και την ασφάλεια.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες αποφάσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και παράλληλες κινήσεις σε πολλαπλά πεδία. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η μακροοικονομική ανάλυση που περιορίζεται σε δείκτες, καμπύλες αποδόσεων και νομισματικά αφηγήματα αποδεικνύεται ανεπαρκής ως αποκλειστικό εργαλείο ερμηνείας.

Η γεωπολιτική αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των οικονομικών εξελίξεων. Ο αντίκτυπός της στις αγορές εκτείνεται πλέον σε ολόκληρους κλάδους, εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ταχύτητα και χαρακτηρίζεται από έντονη ασυμμετρία. Σε ένα περιβάλλον όπου το κράτος επανέρχεται ως κεντρική πολιτική μονάδα, κάθε χώρα ή γεωπολιτικό μπλοκ οργανώνει τη στρατηγική του με όρους εθνικού συμφέροντος και κρατικής ισχύος.

Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση από τη λογική της οριζόντιας οικονομικής ολοκλήρωσης και την υιοθέτηση της έννοιας της οικονομικής κυριαρχίας. Στο επίκεντρο τίθενται ζητήματα πλεονεκτημάτων, ευπαθειών, εξαρτήσεων από πρώτες ύλες και εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς και η διαχείριση του κόστους που συνεπάγεται η διασφάλιση κρίσιμων πόρων.

Οι αγορές προσαρμόζονται σε αυτό το πλαίσιο, αποτιμώντας πλέον τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις εμπορικές διαδρομές, τα καθεστώτα κυρώσεων, τα στρατηγικά αποθέματα και τις στοχευμένες δημοσιονομικές δαπάνες. Η στροφή επενδυτών προς τον χαλκό, το ασήμι, τον χρυσό και άλλα κρίσιμα ορυκτά αποτυπώνει την προσπάθεια πρόβλεψης των επόμενων κυμάτων κρατικών παρεμβάσεων, σε Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και Ευρώπη.

Το πλαίσιο αυτό συνδέεται με μια αναδιάταξη της διεθνούς οικονομίας σε σφαίρες επιρροής, με αυξημένο κόστος πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και εντεινόμενο ανταγωνισμό για τις εισροές πρώτων υλών. Μεμονωμένα γεγονότα, όπως εξελίξεις στη Βενεζουέλα, εντάσσονται σε αυτή τη συνολική δυναμική, η οποία είχε ήδη επιταχυνθεί με τη ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022 και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της στη διεθνή τάξη.

Οι συγκρούσεις αυτές δεν περιορίζονται στη νομισματική αποτίμηση των εμπορευμάτων. Αφορούν τον έλεγχο των χρηματοπιστωτικών ροών, τα καθεστώτα κυρώσεων, τη θεματοφυλακή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τη χρηματοδότηση επενδύσεων, την ασφάλιση έργων και την εκκαθάριση συναλλαγών. Τα ανταγωνιστικά μπλοκ διαμορφώνονται γύρω από μεγάλες δυνάμεις και ευρύτερους πολιτισμικούς και γεωπολιτικούς άξονες.

Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται στη συζήτηση η θεωρία του Carl Schmitt περί Μείζονος Χώρου. Η έννοια του Großraum, όπως διατυπώθηκε στον Μεσοπόλεμο, περιγράφει τη συγκρότηση ευρύτερων γεωπολιτικών οντοτήτων υπό την ηγεμονία μιας κυρίαρχης δύναμης, με κοινά πολιτισμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, ο Μείζων Χώρος υπερβαίνει το παραδοσιακό έθνος-κράτος και λειτουργεί ως το βασικό πλαίσιο άσκησης ισχύος και διαμόρφωσης διεθνών σχέσεων.

Η θεωρητική αυτή κατασκευή στόχευε στην αντικατάσταση της αρχής της ισότητας των κυρίαρχων κρατών, όπως θεμελιώθηκε με την Ειρήνη της Βεστφαλίας, από ένα σύστημα ιεραρχιών μεταξύ ηγεμονικών και υποτελών κρατών σε διαφορετικές γεωπολιτικές μακροπεριοχές. Σήμερα, η συζήτηση αυτή επανέρχεται στο προσκήνιο ως εργαλείο κατανόησης ενός κόσμου που οργανώνεται εκ νέου γύρω από ζώνες ισχύος και ανταγωνιστικά γεωπολιτικά σύνολα.

Ο Μείζων Χώρος και η επιστροφή των σφαιρών ισχύος

Οι ιδέες του Carl Schmitt αντλούν σαφή έμπνευση από το δόγμα Monroe, το οποίο χρησιμοποιείται ως παράδειγμα για το πώς ένας Μείζων Χώρος μπορεί να λειτουργήσει ως περιοχή απαλλαγμένη από εξωτερικές παρεμβάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνεται μια νομική τάξη βασισμένη στην περιφερειακή ηγεμονία και όχι σε καθολικές αρχές, όπως εκείνες που προϋποθέτει το φιλελεύθερο διεθνές δίκαιο.

Σύμφωνα με τον Schmitt, το δόγμα Monroe είχε τρεις βασικές συνέπειες για το διεθνές δίκαιο. Τα αμερικανικά κράτη θεωρήθηκαν ανεξάρτητα, η αποικιοκρατία και η παρέμβαση μη αμερικανικών δυνάμεων στα εδάφη τους κρίθηκαν ανεπίτρεπτες και, ταυτόχρονα, υπονοήθηκε η αρχή της μη παρέμβασης των αμερικανικών κρατών εκτός του δυτικού ημισφαιρίου. Το δόγμα αυτό δεν στηρίχθηκε σε διεθνή συνθήκη, αλλά στην πολιτική βούληση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες διαμόρφωναν και εφάρμοζαν το περιεχόμενό του.

Η σύλληψη του Großraum συνδέεται στενά με την έννοια των σφαιρών επιρροής. Και οι δύο αναφέρονται στην άσκηση γεωπολιτικής ισχύος, με διαφορές ως προς τη δομή και τις συνέπειές τους. Ο Μείζων Χώρος περιγράφει μια συγκροτημένη γεωπολιτική τάξη υπό την ηγεμονία μιας μεγάλης δύναμης σε συγκεκριμένη περιοχή. Οι σφαίρες επιρροής αποτυπώνουν πεδία πολιτιστικής, οικονομικής ή πολιτικής επιρροής χωρίς αναγκαστικά άμεσο έλεγχο.

Οι σφαίρες επιρροής χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ρευστότητα και περιορισμένη τυποποίηση. Συχνά δεν στηρίζονται σε επίσημες συνθήκες ή συμμαχίες, αλλά σε άτυπες ρυθμίσεις που αναγνωρίζουν την επιρροή ενός κράτους επί ενός άλλου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και σύγχρονες ευρωπαϊκές συζητήσεις, όπως εκείνες για τις εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, οι οποίες τοποθετούνται σε ένα μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η θεωρία του Schmitt δεν περιοριζόταν σε ακαδημαϊκό στοχασμό. Αποσκοπούσε στη διαμόρφωση και δικαιολόγηση μιας νέας διεθνούς τάξης, η οποία θα υποκαθιστούσε το jus publicum Europaeum, την ευρωπαϊκή έννομη τάξη που κυριάρχησε για αιώνες. Ο ίδιος, αντίθετος στον νομικό θετικισμό, αντιμετώπιζε τον Μείζονα Χώρο ως ένδειξη της γένεσης ενός νέου διεθνούς συστήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, περιέγραψε τέσσερα επίπεδα έννομων σχέσεων: μεταξύ διαφορετικών Μειζόνων Χώρων, μεταξύ ηγεμονικών αυτοκρατοριών, μεταξύ των λαών εντός ενός Μείζονος Χώρου και μεταξύ λαών διαφορετικών γεωπολιτικών χώρων. Οι σκέψεις αυτές διατυπώθηκαν στη συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αντανακλούσαν την τότε παγκόσμια κατανομή ισχύος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ιαπωνία και τη Σοβιετική Ένωση.

Αποτελούσαν τα ιδεολογικά και νομικά εργαλεία για τη θεμελίωση της διεκδίκησης ηγεμονικής θέσης της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα, οι περιγραφόμενες δομές παραπέμπουν σε γεωπολιτικά σχήματα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, ιδίως στις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης.

Στη σύγχρονη διεθνή τάξη εντοπίζονται συγγένειες με αυτές τις θεωρητικές κατασκευές. Ο Χάρτης του ΟΗΕ και η πρακτική που ακολούθησε ενίσχυσαν τον περιφερειακό χαρακτήρα των συμμαχιών. Η δημιουργία οργανισμών όπως το NATO, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και η Αφρικανική Ένωση, καθώς και το άρθρο 52 του Χάρτη του ΟΗΕ, αναδεικνύουν τον ρόλο των περιφερειακών ρυθμίσεων στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

Στον δημόσιο διάλογο καταγράφεται η άποψη ότι η οριζόντια αντίληψη της διεθνούς έννομης τάξης δεν ανταποκρίνεται πλέον στις πραγματικότητες ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα διαθέτουν ζώνες επιρροής που υπερβαίνουν τα εθνικά τους σύνορα, γεγονός που έχει οδηγήσει στην αποσύνδεση του μοντέλου του Großraum από το ιστορικό του πλαίσιο και στη σύνδεσή του με την έννοια της πολυπολικότητας.

Στο περιβάλλον αυτό, ισχυρά κράτη επεκτείνουν εδάφη και επιρροή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης υποχώρησης της φιλελεύθερης τάξης. Εξελίξεις όπως οι κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα, οι αναφορές σε ζωτικά συμφέροντα στη Διώρυγα του Παναμά και τη Γροιλανδία, η ρωσική προσέγγιση στον πόλεμο της Ουκρανίας, οι κινεζικές επεκτάσεις σε χερσαίο και θαλάσσιο χώρο, η ισραηλινή παρουσία σε κατεχόμενα εδάφη και οι δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας για υπέρβαση των εθνικών συνόρων συνθέτουν ένα τοπίο ανακατανομής ισχύος.

Αναλυτές εντοπίζουν παραλληλισμούς με τη σμιτιανή θεωρία του γεωπολιτικού χώρου. Ο ίδιος ο Schmitt είχε περιγράψει μια μεταβολή στην πρόσληψη του χώρου αντίστοιχη με εκείνη του 16ου αιώνα. Οι σημερινές γεωπολιτικές ανατροπές και η ανάκτηση οικονομικής κυριαρχίας από ισχυρά κράτη παραπέμπουν σε ανάλογο μετασχηματισμό.

Παραμένει ασαφές κατά πόσο ο Donald Trump έχει άμεση επαφή με το έργο του Carl Schmitt. Ωστόσο, πρόσωπα του στενού του κύκλου, όπως ο Peter Thiel, έχουν αναφερθεί δημοσίως στον Γερμανό θεωρητικό. Σε κάθε περίπτωση, η λογική που αποτυπώνεται στη θεωρία του Μείζονος Χώρου επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο σύγχρονος κόσμος.

Η αναγνώριση πολιτικών πραγματικοτήτων που υπερβαίνουν το δίκαιο καθορίζει τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τα πολλαπλά επίπεδα ανταγωνισμού που αναπτύσσονται. Στο βάθος διαγράφεται η συγκρότηση νέων Μειζόνων Χώρων, οι οποίοι αναμένεται να αποτελέσουν τον βασικό άξονα της διεθνούς τάξης που αναδύεται.