9 Απριλίου 2026

Νέος πονοκέφαλος για την ΕΕ: Ποιος θα πληρώσει την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ

Η Ευρώπη βλέπει να παγιώνεται ένα όλο και πιο επώδυνο μοτίβο στη διαχείριση των διεθνών κρίσεων που προκαλεί ή επιταχύνει η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Η Ουάσινγκτον κινείται με όρους αιφνιδιασμού, δημιουργεί νέα τετελεσμένα και στη συνέχεια οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται είτε να απορροφήσουν το κόστος είτε να αναλάβουν το βάρος της σταθεροποίησης.

Αυτό ακριβώς το σενάριο φοβούνται πλέον στις Βρυξέλλες ότι μπορεί να επαναληφθεί και στα Στενά του Ορμούζ, μετά την εξαγγελία του Αμερικανού προέδρου για συμφωνία εκεχειρίας με το Ιράν. Σύμφωνα με ευρωπαίους διπλωμάτες και αξιωματούχους, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είχαν ήδη προεξοφλήσει ότι, εφόσον σταματούσαν οι εχθροπραξίες, θα έπρεπε να συμβάλουν στην αποκατάσταση της ασφάλειας στη θαλάσσια δίοδο και στην επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας.

Η Ευρώπη μπροστά σε νέο οικονομικό και στρατηγικό βάρος

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται σε μια απλή αποστολή υποστήριξης. Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με το κόστος μιας απαιτητικής επιχείρησης ναυτικής συνοδείας εμπορικών πλοίων και εκκαθάρισης ναρκών σε μία από τις πιο ευαίσθητες θαλάσσιες ζώνες του πλανήτη. Ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά εμπορικά πλοία κινδυνεύουν να βρεθούν και μπροστά σε νέα τέλη διέλευσης, τα οποία πριν από τον πόλεμο δεν υπήρχαν καν ως ενδεχόμενο.

Η ανησυχία εντάθηκε ακόμη περισσότερο μετά τη δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ανέφερε ότι εξετάζεται ένα κοινό σχήμα με το Ιράν και το Ομάν για την επιβολή διοδίων στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό θέμα. Είναι μια εξέλιξη που αλλάζει μονομερώς τους κανόνες σε μια κρίσιμη αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου και μεταφέρει το κόστος της αμερικανικής γεωπολιτικής τακτικής στις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί και το παρατεταμένο ενεργειακό αποτύπωμα της σύγκρουσης. Ακόμη και αν η εκεχειρία κρατήσει, οι λογαριασμοί ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν επιβαρυμένοι για εβδομάδες ή και μήνες. Έτσι, σχηματίζεται μια ολοένα πιο καθαρή εικόνα: η Ευρωπαϊκή Ένωση πληρώνει όλο και ακριβότερα τη συμμετοχή της σε μια διατλαντική σχέση που γίνεται διαρκώς πιο ασταθής και απρόβλεπτη.

Από τη Γάζα και την Ουκρανία στα Στενά του Ορμούζ

Σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η αίσθηση είναι πως δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η Ευρώπη καλείται να συμβάλει στην ανοικοδόμηση της Γάζας, να επωμιστεί το κύριο βάρος της στήριξης της Ουκρανίας και τώρα ενδέχεται να βρεθεί μπροστά και στον λογαριασμό για την αποκατάσταση της ασφάλειας στο Ορμούζ. Η κριτική που διατυπώνεται είναι ότι η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και της δυτικής συμμαχίας έχει υποχωρήσει αισθητά.

Η ανακοίνωση της εκεχειρίας από τον Τραμπ αντιμετωπίστηκε αρχικά από τους ηγέτες της ΕΕ ως ευκαιρία αποκλιμάκωσης. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για μια απολύτως αναγκαία ανάσα διπλωματίας. Πίσω από αυτή τη δημόσια ανακούφιση, ωστόσο, άρχισε σχεδόν αμέσως μια δεύτερη συζήτηση: με ποιον τρόπο θα ξανανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ και ποιος θα αναλάβει το επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος.

Η επόμενη μέρα στο Ορμούζ μόνο εύκολη δεν είναι

Ο Εμανουέλ Μακρόν ανέφερε ότι ομάδα 15 χωρών, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία, είναι έτοιμη να συμβάλει στην επανέναρξη της ναυσιπλοΐας όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Πίσω από αυτή τη φράση, όμως, κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Μια τέτοια αποστολή, ακόμη και αν μοιραστεί ανάμεσα σε αρκετές ναυτικές δυνάμεις, θα απαιτήσει σοβαρούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους.

Η ιστορική εμπειρία το αποδεικνύει. Η αμερικανική επιχείρηση προστασίας δεξαμενόπλοιων στον Κόλπο στα τέλη της δεκαετίας του 1980 κόστισε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια και, σε σημερινές τιμές, το συνολικό κόστος θα ξεπερνούσε το ένα δισεκατομμύριο. Καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν αγνοεί ότι μια νέα επιχείρηση ασφαλείας σε αυτή την περιοχή θα είναι ακριβή, χρονοβόρα και πολιτικά ευαίσθητη.

Το Λονδίνο αποφεύγει προς το παρόν να δεσμευθεί ανοικτά σε αποστολή συνοδειών ή εκκαθάρισης ναρκών. Η βρετανική κυβέρνηση δίνει δημόσια έμφαση στην ανάγκη ταχείας πολιτικής διευθέτησης, ενώ παράλληλα αναζητεί πρακτικές λύσεις με χώρες του Κόλπου για την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι επαφές της ευρωπαϊκής διπλωματίας στην περιοχή.

Η ευρωπαϊκή στάση παραμένει σαφώς επιφυλακτική. Η προθυμία για βοήθεια δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή. Σε διπλωματικό επίπεδο γίνεται σαφές ότι οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες ασφαλείας, τη σταθερότητα της εκεχειρίας και την ύπαρξη καθαρών κανόνων εμπλοκής. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν θέλει να βρεθεί να καλύπτει το κενό χωρίς επαρκείς πολιτικές εγγυήσεις.

Η αδυναμία της Ευρώπης επιστρέφει ως λογαριασμός

Ακόμη και αν τελικά δεν χρειαστεί μεγάλη επιχείρηση εκκαθάρισης ναρκών, η Ευρώπη θα συνεχίσει να πληρώνει τις συνέπειες της σύγκρουσης μέσω των τιμών ενέργειας, των μεταφορών και της αβεβαιότητας στις αγορές. Για αυτό και η συζήτηση που ήδη ανοίγει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν αφορά μόνο το Ορμούζ ή το Ιράν, αλλά τον ευρύτερο ρόλο της Ευρώπης σε έναν κόσμο όπου η ισχύς εξακολουθεί να ασκείται με σκληρούς όρους.

Το συμπέρασμα που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους είναι πικρό. Η Ευρώπη εξακολουθεί να μην διαθέτει την ισχύ που απαιτείται για να επιβάλει η ίδια τις λύσεις που θεωρεί αναγκαίες. Παραμένει εγκλωβισμένη στη διαπραγμάτευση, στη διαχείριση κρίσεων και στην προσπάθεια περιορισμού των ζημιών που προκαλούν άλλοι. Και όσο αυτή η ανισορροπία παραμένει, τόσο πιο συχνά η ήπειρος θα καλείται να καθαρίζει τα συντρίμμια ή να πληρώνει τον λογαριασμό.