NIKH: Η αλήθεια για την αύξηση των 40 ευρώ στο Δημόσιο

Σαφές ζήτημα ουσίας και όχι επικοινωνίας αναδεικνύει η εφαρμογή της αύξησης του κατώτατου μισθού για περίπου 770.000 δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς, καθώς η πραγματική ενίσχυση που θα δουν από την 1η Απριλίου στις καθαρές μηνιαίες αποδοχές τους απέχει αισθητά από το ποσό που προβλήθηκε δημόσια.

Όπως προκύπτει από την ίδια την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η αύξηση των 40 ευρώ αφορά αποκλειστικά τις μικτές αποδοχές. Στα καθαρά ποσά που τελικά καταβάλλονται στους εργαζομένους του Δημοσίου, η μηνιαία μεταβολή περιορίζεται αισθητά και διαμορφώνεται, ανάλογα με την περίπτωση, από 22 έως 31 ευρώ.

Η πραγματική εικόνα πίσω από τα 40 ευρώ

Η απόσταση ανάμεσα στο ονομαστικό και στο τελικό ποσό εξηγείται από το γεγονός ότι η αύξηση στις μικτές αποδοχές συνεπάγεται και υψηλότερες κρατήσεις. Με την άνοδο του μισθολογικού ποσού αυξάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές, ενώ παράλληλα επιβαρύνεται περισσότερο και η παρακράτηση φόρου εισοδήματος. Έτσι, ένα σημαντικό μέρος της αύξησης εξανεμίζεται πριν φτάσει στην τσέπη του εργαζομένου.

Το ίδιο το υπουργείο παρουσιάζει αναλυτικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Σε υπάλληλο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς θέση ευθύνης, με δύο παιδιά και είκοσι έτη προϋπηρεσίας, οι μικτές αποδοχές αυξάνονται από 1.902 σε 1.942 ευρώ. Ωστόσο, τα καθαρά χρήματα μεταβάλλονται από 1.385 σε 1.410 ευρώ, δηλαδή η τελική ενίσχυση περιορίζεται περίπου στα 26 ευρώ.

Σε δεύτερο παράδειγμα, για υπάλληλο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, 25 ετών, χωρίς τέκνα και χωρίς προϋπηρεσία, οι μικτές αποδοχές ανεβαίνουν από 1.192 σε 1.232 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, οι καθαρές αποδοχές αυξάνονται από 927 σε 958 ευρώ, δηλαδή η καθαρή διαφορά περιορίζεται περίπου στα 31 ευρώ.

Η φορολογική επιβάρυνση περιορίζει το αποτέλεσμα

Κεντρικός λόγος για αυτή τη μείωση της τελικής ωφέλειας είναι η επιλογή να παραμένει αμετάβλητη η φορολογική κλίμακα, χωρίς τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε αύξηση αποδοχών οδηγεί μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα ο φόρος να απορροφά δυσανάλογο τμήμα της ονομαστικής αύξησης.

Η πρακτική αυτή έχει ως συνέπεια οι εργαζόμενοι να εμφανίζονται τυπικά με αυξημένες αποδοχές, χωρίς όμως να εισπράττουν ανάλογη πραγματική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημά τους. Από τα στοιχεία που παραθέτει το ίδιο το υπουργείο, προκύπτει ότι από τα 40 ευρώ της μικτής αύξησης χάνονται τελικά από 9 έως 14 ευρώ εξαιτίας της φορολογικής επιβάρυνσης και των πρόσθετων κρατήσεων.

Οι προτάσεις που καταθέτει η ΝΙΚΗ

Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι απαιτείται ένα ευρύτερο πλέγμα μόνιμων παρεμβάσεων, ώστε να υπάρξει ουσιαστική ανακούφιση για τους εργαζομένους και πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Στο πλαίσιο αυτό προτάσσει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και την τιμαριθμική αναπροσαρμογή της φορολογικής κλίμακας.

Παράλληλα, ζητεί ελάφρυνση των έμμεσων φόρων, κατάργηση των τεκμηρίων, ουσιαστική αντιμετώπιση της παραοικονομίας και ιδιαίτερα των εικονικών τιμολογίων, καθώς και αποφασιστικές παρεμβάσεις απέναντι στις στρεβλώσεις που δημιουργούν τα καρτέλ στην αγορά. Κατά την εκτίμηση του κόμματος, μόνο μέσα από τέτοιες δομικές επιλογές μπορεί να προκύψει πραγματική αύξηση του εισοδήματος για τον Έλληνα πολίτη.