21 Ιουλίου 2026

Νομοσχέδιο ΥΠΕΝ: Κλειστές αναθέσεις, «Εύρυτος» και ιδιωτική πολεοδόμηση

Τρία διαφορετικά και ιδιαίτερα σοβαρά μέτωπα αντιδράσεων έχει προκαλέσει το νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης. Οι ρυθμίσεις αγγίζουν κρίσιμα ζητήματα διαχείρισης του νερού, ανάθεσης δημοσίων έργων και πολεοδομικής αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων οικισμών, προκαλώντας έντονη κριτική από τεχνικούς φορείς, περιβαλλοντικές οργανώσεις, πολεοδόμους και τοπικές κοινωνίες.

Το πρώτο μέτωπο αφορά την υποχρεωτική ένταξη Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης από τη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Εύβοια στην ΕΥΔΑΠ, καθώς και αντίστοιχων δομών της Χαλκιδικής στην ΕΥΑΘ. Το δεύτερο επικεντρώνεται στις εξαιρετικά επιταχυνόμενες διαδικασίες που προβλέπονται για τα έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας, μεταξύ των οποίων βρίσκεται το σχέδιο «Εύρυτος», συνολικού προϋπολογισμού περίπου 750 εκατ. ευρώ.

Το τρίτο και εξίσου κρίσιμο πεδίο αφορά το νέο καθεστώς για περίπου 6.500 εγκαταλελειμμένους και φθίνοντες οικισμούς. Επιστημονικοί και περιβαλλοντικοί φορείς καταγγέλλουν ότι, πίσω από τον κυβερνητικό στόχο της αναβίωσης της υπαίθρου, διαμορφώνεται στην πραγματικότητα ένα πλαίσιο εκτεταμένης ιδιωτικής πολεοδόμησης, με περιορισμένες εγγυήσεις και μεγάλες δυνατότητες οικοδομικής εκμετάλλευσης.

Οι αντιδράσεις για τα έργα λειψυδρίας δεν περιορίζονται στον τρόπο ανάθεσής τους. Αμφισβητείται συνολικά ο κυβερνητικός σχεδιασμός για την υδατική θωράκιση της Αττικής, καθώς πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς της Ευρυτανίας υποστηρίζουν ότι το σχέδιο «Εύρυτος» επαναφέρει, με διαφορετική ονομασία, την εκτροπή υδάτων από τη λεκάνη του Αχελώου.

Κλειστές προσκλήσεις και κατάργηση βασικών ελέγχων

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται το άρθρο 36 του νομοσχεδίου, για την απόσυρση του οποίου έχουν τοποθετηθεί τόσο εργοληπτικοί όσο και μελετητικοί φορείς. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότι τα έργα που χαρακτηρίζονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας θα μπορούν να ανατίθενται χωρίς ανοικτό διαγωνισμό, μέσα από κλειστή διαδικασία πρόσκλησης μόλις τριών εταιρειών.

Παράλληλα, θεσπίζονται παρεκκλίσεις από βασικές δικλίδες του συστήματος δημοσίων συμβάσεων. Μεταξύ άλλων, παρακάμπτονται οι εγκρίσεις του Τεχνικού Συμβουλίου, η ανάρτηση συμβάσεων συμβούλων στο ΕΣΗΔΗΣ και οι συνήθεις διαδικασίες αδειοδότησης. Έτσι δημιουργείται ένα καθεστώς ακόμη ταχύτερο από τις ήδη προβλεπόμενες επείγουσες διαδικασίες, με σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό.

Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών, με επιστολή του προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, προειδοποιεί ότι εισάγεται μία γενικευμένη εξαίρεση από το πλαίσιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων που ισχύει βάσει της ελληνικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Κατά τον ΣΑΤΕ, έργα μεγάλης τεχνικής και οικονομικής βαρύτητας κινδυνεύουν να δημοπρατούνται χωρίς να έχουν προηγηθεί απαλλοτριώσεις, ολοκληρωμένες μελέτες και περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια τόσο για την αναθέτουσα αρχή όσο και για τον ανάδοχο, καθώς οι συμβάσεις θα προχωρούν χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί βασικές προϋποθέσεις υλοποίησης.

Ο τεχνικός φορέας ασκεί παράλληλα σφοδρή κριτική στη χρήση του όρου «κίνδυνος λειψυδρίας». Επισημαίνει ότι πρόκειται για μια αόριστη διατύπωση, η οποία μπορεί να καλύψει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό περιπτώσεων και να επιτρέψει την υπαγωγή ακόμη και συνηθισμένων έργων στο καθεστώς των έκτακτων αναθέσεων.

Η λειψυδρία, σύμφωνα με τον ΣΑΤΕ, δεν αποτελεί αιφνίδιο γεγονός ανωτέρας βίας, αντίστοιχο με μία θεομηνία. Πρόκειται για μακροχρόνιο και προβλέψιμο πρόβλημα, το οποίο απαιτεί έγκαιρο προγραμματισμό, ολοκληρωμένες μελέτες και σταθερό σχεδιασμό. Η επίκλησή του ως μόνιμου άλλοθι για παρακάμψεις αποκαλύπτει την απουσία προετοιμασίας από την κυβέρνηση και ανοίγει τον δρόμο για διαρκείς εξαιρέσεις.

Ανάλογες επιφυλάξεις διατυπώνει ο Σύλλογος Μελετητών Δημοσίων Έργων Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος ζητά την πλήρη απαλοιφή του άρθρου 36. Ο Σύλλογος προειδοποιεί ότι οι πρόσθετες διαδικαστικές διευκολύνσεις, πέραν όσων ήδη προβλέπουν τα άρθρα 32 και 269 του νόμου 4412/2016, ενδέχεται να οδηγήσουν τις συμβάσεις σε περιορισμένο αριθμό προκαθορισμένων αναδόχων.

Η κριτική αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εξαιτίας του ύψους των έργων που πρόκειται να προωθηθούν. Το σχέδιο «Εύρυτος» αποτελεί εργολαβία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, με αποτέλεσμα η επιλογή των κλειστών προσκλήσεων αντί των ανοικτών διαγωνισμών να δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για την ισότιμη πρόσβαση των τεχνικών εταιρειών και τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Οι αντιδράσεις για το άρθρο 36 συνδέονται άμεσα με την προηγούμενη διάταξη του νομοσχεδίου, η οποία ανοίγει τον δρόμο για την υλοποίηση του «Εύρυτου». Το έργο προβλέπει την αξιοποίηση των νερών του Καρπενησιώτη και του Κρικελλοπόταμου, προκειμένου να ενισχυθεί η υδροδότηση της Αττικής.

Η WWF Ελλάς επισημαίνει ότι προκαλεί σοβαρά ερωτήματα το γεγονός πως τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών του 2024, τα οποία εγκρίθηκαν με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν είχαν εντοπίσει τόσο σοβαρό πρόβλημα υδροδότησης στην πρωτεύουσα. Η περιβαλλοντική οργάνωση θεωρεί ότι η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει έλλειψη στοιχειώδους σχεδιασμού σε έναν κρίσιμο τομέα, όπως είναι η επάρκεια πόσιμου νερού για εκατομμύρια πολίτες.

Σύμφωνα με τη WWF, μέχρι σήμερα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί από την ΕΥΔΑΠ, το ΥΠΕΝ ή άλλον αρμόδιο φορέα συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν την απόλυτη αναγκαιότητα του έργου. Δεν έχει προηγηθεί επίσης ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών που θα επηρεαστούν ούτε ανοιχτή διαβούλευση για τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες της παρέμβασης.

Η οργάνωση αμφισβητεί και τη διαδικασία τροποποίησης των σχεδίων διαχείρισης μέσω υπουργικής απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη συγκρούεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση κατηγορείται ότι επιχειρεί να προσαρμόσει εκ των υστέρων τον θεσμικό σχεδιασμό σε μία πολιτική απόφαση που έχει ήδη ληφθεί.

Φορείς της Ευρυτανίας σημειώνουν ότι ο Καρπενησιώτης και ο Κρικελλοπόταμος αναγνωρίζονται ακόμη και στο ίδιο το νομοσχέδιο ως παραπόταμοι του Αχελώου. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζουν το σχέδιο «Εύρυτος» έμμεση εκτροπή του Αχελώου, η οποία επιστρέφει από την πίσω πόρτα έπειτα από δεκαετίες δικαστικών και κοινωνικών συγκρούσεων.

Στη δημόσια διαβούλευση υπενθυμίστηκαν οι αλλεπάλληλες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες είχαν ακυρωθεί διαδοχικά σχέδια εκτροπής του ποταμού. Οι τοπικοί φορείς εκτιμούν ότι η κυβερνητική μεθόδευση ακολουθεί την αντίστροφη θεσμική σειρά: πρώτα νομιμοποιείται πολιτικά η μεταφορά των υδάτων και στη συνέχεια προσαρμόζονται τα σχέδια διαχείρισης και οι περιβαλλοντικές διαδικασίες στην ήδη ειλημμένη απόφαση.

Η κριτική της Ευρυτανίας επεκτείνεται στη συνολική αναπτυξιακή πολιτική για την περιοχή. Εκπρόσωποι τοπικών φορέων καταγγέλλουν ότι ο τόπος αντιμετωπίζεται ως δεξαμενή άντλησης νερού, ενέργειας και πρώτων υλών, χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και στήριξης των κατοίκων.

Ιδιωτική πολεοδόμηση με πρόσχημα την αναβίωση της υπαίθρου

Ισχυρό κύμα αντιδράσεων έχει προκαλέσει και το κεφάλαιο του νομοσχεδίου για την πολεοδόμηση εγκαταλελειμμένων, μικρών και πληθυσμιακά φθινόντων οικισμών. Επιστημονικοί φορείς χωρικού σχεδιασμού και οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος ζητούν την πλήρη απόσυρσή του, υποστηρίζοντας ότι επαναφέρει αμφισβητούμενα εργαλεία ιδιωτικής πολεοδόμησης.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών αναγνωρίζει ότι η αναζωογόνηση της ελληνικής υπαίθρου αποτελεί πραγματική αναπτυξιακή και δημογραφική ανάγκη. Εκτιμά, ωστόσο, ότι οι προτεινόμενες διατάξεις δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες που οδήγησαν στην εγκατάλειψη των οικισμών, όπως η έλλειψη θέσεων εργασίας, υπηρεσιών, υποδομών, σχολείων και κοινωνικής προστασίας.

Αντί μιας συγκροτημένης πολιτικής μόνιμης κατοίκησης, το ΥΠΕΝ δημιουργεί ένα νέο καθεστώς οικοδομικής αξιοποίησης, στο οποίο κεντρικό ρόλο αποκτούν ιδιωτικοί φορείς και συνεταιρισμοί. Ο ΣΕΠΟΧ επισημαίνει μάλιστα ότι η κυβέρνηση τροποποιεί ξανά τον Κώδικα Χωροταξίας και Πολεοδομίας μόλις έναν μήνα μετά την κωδικοποίησή του, αποδεικνύοντας τον αποσπασματικό χαρακτήρα της νομοθέτησης.

Κατά τον Σύλλογο, οι νέες διατάξεις επαναφέρουν ουσιαστικά το εργαλείο των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης, τα οποία είχαν θεσπιστεί το 2014. Τα σχέδια αυτά εντάσσονται τώρα στο νέο πλαίσιο ως Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, επεκτείνοντας τον κατ’ εξαίρεση σχεδιασμό αντί να τον περιορίζουν.

Η επιλογή αυτή ενισχύει τον κατακερματισμό του χώρου και δημιουργεί ευνοϊκούς όρους, προνόμια και διευκολύνσεις για συνεταιρισμούς και άλλους ιδιωτικούς φορείς. Σύμφωνα με τον ΣΕΠΟΧ, οι οργανωμένες αναπτύξεις μπορούν να μεταβάλουν βίαια τη φυσιογνωμία των μικρών οικισμών, να αλλοιώσουν το τοπίο, να ανατρέψουν την κλίμακα του δομημένου περιβάλλοντος και να επεκτείνουν την οικοδομική πίεση στις γύρω αδόμητες εκτάσεις.

Για τους περίπου 6.500 εγκαταλελειμμένους και φθίνοντες οικισμούς της χώρας, ο Σύλλογος θεωρεί ότι η επίκληση της αναβίωσης λειτουργεί ως πρόσχημα για νέες αναπτύξεις, με ελάχιστες δεσμεύσεις για τους ιδιώτες που θα αναλάβουν την αξιοποίησή τους. Παραμένει ασαφές ποιες υποχρεώσεις θα έχουν οι συγκεκριμένοι φορείς για τη συντήρηση των οικισμών, τη μόνιμη κατοίκηση και τη διατήρηση της κοινωνικής και αρχιτεκτονικής τους φυσιογνωμίας.

Η κυβερνητική κατεύθυνση αντιμετωπίζει με ενιαίο τρόπο περιοχές που έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες. Οι ορεινοί οικισμοί έχουν πληγεί από δημογραφική κατάρρευση και εγκατάλειψη, ενώ πολλοί νησιωτικοί και παραθεριστικοί προορισμοί δέχονται ήδη ασφυκτικές πιέσεις από την τουριστική ανάπτυξη και την οικοδομική δραστηριότητα.

Για τις ορεινές περιοχές, ο ΣΕΠΟΧ προτείνει ισχυρά φορολογικά και κοινωνικά κίνητρα που θα στηρίξουν τη μόνιμη εγκατάσταση κατοίκων. Ζητά επίσης υποχρεωτικές αναπλάσεις κοινόχρηστων χώρων, δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας και εξαίρεση των παραθεριστικών οικισμών από το νέο καθεστώς.

Την απόσυρση του ίδιου κεφαλαίου ζητά και η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού. Η ΕΛΛΕΤ τονίζει ότι κάθε παρέμβαση πρέπει να επικεντρώνεται στην αποκατάσταση και στη λειτουργική επανάχρηση του ήδη υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος, χωρίς επέκταση της πολεοδόμησης σε γειτονικές αδόμητες εκτάσεις.

Η οργάνωση ζητά υποχρεωτική Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και μελέτη φέρουσας ικανότητας πριν από κάθε εφαρμογή του νέου πλαισίου. Παράλληλα, απαιτεί να εξαιρεθούν ρητά οι περιοχές Natura 2000, τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι ακατοίκητες νησίδες και οι τουριστικοί προορισμοί που έχουν ήδη φτάσει στα όρια κορεσμού.

Το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ συγκεντρώνει τελικά ένα πλέγμα ρυθμίσεων που περιορίζει τους ελέγχους στις δημόσιες συμβάσεις, επιταχύνει έργα τεράστιου οικονομικού και περιβαλλοντικού αποτυπώματος και διευρύνει τις δυνατότητες ιδιωτικής πολεοδόμησης. Οι αντιδράσεις δεν προέρχονται από έναν μόνο πολιτικό χώρο. Διατυπώνονται από εργολήπτες, μελετητές, επιστημονικούς συλλόγους, περιβαλλοντικές οργανώσεις και τοπικούς φορείς, οι οποίοι καταγγέλλουν την απουσία διαφάνειας, σχεδιασμού και ουσιαστικών εγγυήσεων.

Η κυβέρνηση επικαλείται τη λειψυδρία και την εγκατάλειψη της υπαίθρου για να επιβάλει ένα ακόμη καθεστώς εξαιρέσεων. Τα ίδια τα τεκμηριωμένα σχόλια της διαβούλευσης δείχνουν ότι πίσω από το επείγον διαμορφώνεται ένα πλαίσιο κλειστών αναθέσεων και πίσω από την αναβίωση των οικισμών προωθείται η οικοδομική αξιοποίηση προς όφελος περιορισμένων ιδιωτικών συμφερόντων.