Ο Δημήτρης Παναγιώτου σμιλεύει τη βυζαντινή παράδοση και σώζει μια τέχνη που χάνεται
Σε ένα μικρό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, όπου η μνήμη της παλιάς υπαίθρου παραμένει ζωντανή, ο Δημήτρης Παναγιώτου, γνωστός ως «Λυγερεύς», συνεχίζει αθόρυβα μια τέχνη που λιγοστεύει. Γεννημένος το 1958, αυτοδίδακτος και βαθιά δεμένος με τον τόπο του, επιμένει στην αυθεντική ξυλογλυπτική και στην κατασκευή της παραδοσιακής μαγκούρας, αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες τεχνίτες του είδους.
Στο εργαστήριό του, ανάμεσα σε κορμούς, ρίζες και κλαδιά κάθε μεγέθους, έργα μισοσκαλισμένα συνυπάρχουν με ολοκληρωμένες δημιουργίες. Μορφές αγίων, ζώων και πουλιών ξεπηδούν από το ξύλο, ενώ άλλα κομμάτια περιμένουν τη στιγμή που θα αποκτήσουν τη δική τους τελική υπόσταση. Ο ίδιος κινείται στον χώρο με σιγουριά, μιλώντας για το υλικό του με γνώση και προσήλωση. Η τεχνική του συνοδεύεται από επιμονή, πειθαρχία και βαθιά κατανόηση της πρώτης ύλης.

Για τον ίδιο, η φύση έχει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία. Συλλέγει ξύλα από τα βουνά της περιοχής, επιλέγοντας κομμάτια που έχουν ήδη διαμορφωθεί από τον άνεμο, το χιόνι, τη βροχή και τα νερά των χειμάρρων. Θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά δίνουν το αρχικό σχήμα και τον χαρακτήρα, πάνω στον οποίο παρεμβαίνει ο τεχνίτης. Γνωρίζει τη συμπεριφορά κάθε δέντρου, τις αντοχές και τις δυσκολίες του στο σκάλισμα και στην επεξεργασία με φωτιά.
Εξηγεί ότι κάθε είδος ξύλου απαιτεί διαφορετικό χειρισμό. Το παλιούρι ξεχωρίζει για τη σκληρότητά του. Το καραγάτσι χρειάζεται πολυετή δουλειά για να μετατραπεί σε περίτεχνη ράβδο. Η αγριοκορομηλιά προσφέρεται για κρητικές μαγκούρες, ενώ η κρανιά δίνει τη δυνατότητα για λεπτοδουλεμένες συνθέσεις. Πριν από κάθε επεξεργασία, το ξύλο πυρακτώνεται εξωτερικά ώστε να διαπιστωθεί η αντοχή του. Όσο παραμένει ζεστό, καθαρίζεται, διαμορφώνεται και σταθεροποιείται στη νέα του μορφή.

Οι ράβδοι, οι γκλίτσες, οι κατσούνες και τα μπαστούνια που κατασκευάζει φέρουν έντονο προσωπικό αποτύπωμα. Σε μία δημιουργία από καραγάτσι, η κορυφή διαμορφώνεται σε μονόκερο, με σπειροειδή πλέξη και προσεκτικά σκαλισμένους κόμπους. Σε άλλες περιπτώσεις, η λαϊκή τεχνική συνδυάζεται με λειτουργικές λύσεις, όπως ειδικό «φρένο» στη λαβή που ενισχύει τη σταθερότητα του περιπατητή.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχει η απόδοση θεμάτων από τη βυζαντινή παράδοση σε τρισδιάστατη ξυλόγλυπτη μορφή. Σε μεγάλους κορμούς αποτυπώνει σκηνές με έντονη κίνηση και σύνθετη χάραξη. Ο Άγιος Γεώργιος αποδίδεται με όγκο και δυναμισμό, με το άλογο και τον δράκο να απαιτούν λεπτομερή επεξεργασία σε δύσκολα σημεία. Δίπλα του, ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται με καθαρές γραμμές, εκφραστικότητα και ακρίβεια στα επιμέρους στοιχεία.

Στη μέχρι σήμερα πορεία του έχει κατασκευάσει περισσότερες από χίλιες μαγκούρες. Βρίσκονται σε χέρια κτηνοτρόφων, οδοιπόρων και συλλεκτών, ενώ χρησιμοποιούνται και σε αποκριάτικα δρώμενα σύμφωνα με το τοπικό έθιμο. Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι ποιμαντορικές του ράβδοι, πολλές από τις οποίες έχουν παραδοθεί σε επισκόπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας και έχουν ταξιδέψει εκτός Ελλάδας.

Ανάμεσα στα έργα που ξεχωρίζουν είναι η μορφή του Άγιος Νικάνορας, σκαλισμένη σε δέντρο στον αύλειο χώρο του ομώνυμου ναού στην Κοζάνη, ως αναφορά στην τοπική παράδοση που συνδέει τον Άγιο με τη σωτηρία της πόλης από την πανώλη.
Σήμερα ζει μόνος στο χωριό του και συνεχίζει να εργάζεται καθημερινά. Μαζί του επιβιώνει μια τεχνική γνώση που μεταδόθηκε προφορικά και πρακτικά από γενιά σε γενιά. Η απουσία διαδόχου δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο απώλειας μιας ολόκληρης χειροποίητης παράδοσης, η οποία απαιτεί χρόνο, εμπειρία και προσωπική αφοσίωση για να διατηρηθεί.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Εταιρείες «Μεγάλος Αδελφός» που παρακολουθούν και… φακελώνουν