Ο κατώτατος μισθός ως κυβερνητικό ψέμα: αριθμοί-βιτρίνα, φτώχεια η πραγματικότητα

Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει τον κατώτατο μισθό ως απόδειξη κοινωνικής προόδου. Μιλά για «ικανοποιητικά επίπεδα», για «σύγκλιση με την Ευρώπη», για «σταθερή βελτίωση». Πρόκειται για συνειδητό πολιτικό ψέμα. Όχι επειδή οι αριθμοί είναι λάθος, αλλά επειδή χρησιμοποιούνται με δόλο για να συγκαλύψουν μια σκληρή πραγματικότητα: στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Εξασφαλίζει απλώς πολιτική επιβίωση στην εξουσία.

Με κατώτατο μισθό €880 σε ονομαστικούς όρους, η Ελλάδα παραμένει στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του Κυριακοου Μητσοτάκη  επιλέγει να συγκρίνεται είτε με τις φτωχότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είτε με αφηρημένους «μέσους όρους», αποκρύπτοντας το μοναδικό κρίσιμο δεδομένο: το ελληνικό κόστος ζωής είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με τον μισθό.

Η επίκληση της Ευρώπης δεν γίνεται για να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά για να παραποιηθεί. Όταν ο κατώτατος μισθός στη Γερμανία, την Ολλανδία ή το Βέλγιο υπερβαίνει τα €2.000, η κυβέρνηση μιλά για «διαφορές παραγωγικότητας». Όταν όμως ο ελληνικός μισθός δεν καλύπτει ούτε ενοίκιο, ενέργεια και τρόφιμα, η απάντηση είναι «δεν είμαστε οι χειρότεροι». Αυτή δεν είναι πολιτική. Είναι επικοινωνιακή απάτη.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η χρήση των Μονάδων Αγοραστικής Δύναμης (PPS). Ενώ τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει στη μεσαία και χαμηλή ζώνη, η κυβέρνηση παρουσιάζει τα PPS ως απόδειξη ότι «οι διαφορές μειώνονται».

Δεν λέει όμως ποτέ το αυτονόητο: η “μείωση” των διαφορών δεν σημαίνει επάρκεια ζωής. Σημαίνει απλώς ότι η φτώχεια μετριέται με διαφορετικό χάρακα.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα δεν είναι εργαλείο κοινωνικής προστασίας αλλά μηχανισμός ελέγχου. Διατηρεί χαμηλό το κόστος εργασίας, συμπιέζει τους εργαζομένους και εξυπηρετεί ένα μοντέλο οικονομίας χαμηλών προσδοκιών. Οι αυξήσεις που διαφημίζονται δεν καλύπτουν τον πληθωρισμό, δεν αποκαθιστούν τις απώλειες της μνημονιακής δεκαετίας και δεν αλλάζουν τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας.

Όταν η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο κατώτατος μισθός είναι «ικανοποιητικός», δεν μιλά ως κοινωνικός διαχειριστής. Μιλά ως πολιτικός παίκτης που γνωρίζει ότι η σύγκριση με τα χειρότερα λειτουργεί καθησυχαστικά. Πρόκειται για συνειδητή στρατηγική: χαμηλώνεις τον πήχη για να φαίνεσαι ψηλότερος.

Τα νούμερα δεν λένε ιστορίες επιτυχίας. Λένε ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα φθηνής εργασίας μέσα σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Και όσο η κυβέρνηση βαφτίζει την επιβίωση «επάρκεια» και τη στασιμότητα «σύγκλιση», τόσο αποδεικνύεται ότι ο κατώτατος μισθός δεν είναι κοινωνικό μέτρο. Είναι πολιτικό τέχνασμα εις βάρος του λαού.

ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να προβάλλεται ως εμβληματικός δείκτης κοινωνικής προόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πίσω όμως από τη ρητορική της «σύγκλισης», της κοινής αγοράς και του ενιαίου νομίσματος, αποκαλύπτεται μια βαθιά άνιση πραγματικότητα, όπου ο ευρωπαϊκός Βορράς και η Δύση απολαμβάνουν σταθερά πλεονεκτήματα, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα καλούνται να επιβιώσουν με μισθολογικά όρια που απέχουν παρασάγγας από τον διακηρυγμένο ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (dataset: earn_mw_cur), την 1η Ιανουαρίου 2026, 22 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ διέθεταν εθνικό κατώτατο μισθό. Εκτός συστήματος νομοθετικά καθορισμένου κατώτατου μισθού παρέμεναν η Δανία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία — χώρες που επικαλούνται ισχυρά συστήματα συλλογικών συμβάσεων, τα οποία όμως λειτουργούν σε οικονομικά περιβάλλοντα ήδη ευνοημένα από υψηλή παραγωγικότητα και κρατική στήριξη.

Στο κατώτερο άκρο της κλίμακας, εννέα χώρες της ΕΕ κατέγραφαν κατώτατο μισθό χαμηλότερο των 1.000 ευρώ μηνιαίως.

Πρόκειται για τη Βουλγαρία (€620),

 Λετονία (€780),

 Ρουμανία (€795),

 Ουγγαρία (€838),

 Ελλάδα (€880),

 Εσθονία (€886),

 Σλοβακία (€915),

 Τσεχία (€924) 

και τη Μάλτα (€994).

Παρά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών, οι μισθοί αυτοί παραμένουν ανεπαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση, ιδίως σε περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού και εκτόξευσης του κόστους στέγασης και ενέργειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση της Ελλάδας, η οποία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες χαμηλών κατώτατων αποδοχών, παρά τις διακηρύξεις περί «επιστροφής στην κανονικότητα» και «ισχυρής ανάπτυξης». Η σύγκριση με κράτη που βρίσκονται στον πυρήνα της ΕΕ αναδεικνύει όχι απλώς οικονομικές διαφορές, αλλά πολιτικές επιλογές.

Στο ενδιάμεσο φάσμα, με κατώτατους μισθούς από 1.000 έως 1.500 ευρώ, συναντά κανείς χώρες όπως

Κροατία (€1.050), 

 Πορτογαλία (€1.073),

 Κύπρος (€1.088),

 Πολωνία (€1.139),

 Λιθουανία (€1.153),

 Σλοβενία (€1.278)

 και η Ισπανία (€1.381).

Η Ελλάδα, ακόμη και όταν υπερβαίνει οριακά το ψυχολογικό όριο των 1.000 ευρώ, παραμένει ουραγός σε όρους πραγματικής αγοραστικής δυνατότητας, χωρίς επαρκή αντιστάθμιση του κόστους ζωής.

Στον αντίποδα, έξι χώρες συγκροτούν την «ελίτ» των κατώτατων μισθών, όλες στη δυτική και βόρεια Ευρώπη: η Γαλλία (€1.823),

 Βέλγιο (€2.112),

 Ολλανδία (€2.295),

 Γερμανία (€2.343),

 Ιρλανδία (€2.391)

 και το Λουξεμβούργο (€2.704).

Οι χώρες αυτές δεν επωφελούνται απλώς από υψηλότερη παραγωγικότητα, αλλά και από δεκαετίες συσσώρευσης πλεονεκτημάτων, ενδοευρωπαϊκών ανισορροπιών και πολιτικών που θωρακίζουν τους εργαζομένους τους, ενώ ταυτόχρονα προβάλλονται ως «πρότυπα» προς μίμηση για τον Νότο.

Σε ονομαστικούς όρους, η διαφορά μεταξύ του υψηλότερου και του χαμηλότερου κατώτατου μισθού στην ΕΕ παραμένει εκκωφαντική: 4,4 φορές.

 Η συχνά προβεβλημένη διόρθωση μέσω του κόστους ζωής περιορίζει μεν τη διαφορά, αλλά δεν αναιρεί το βασικό γεγονός ότι οι εργαζόμενοι σε χώρες όπως η Ελλάδα εξακολουθούν να ξεκινούν από πολύ χαμηλότερη αφετηρία.

Σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS), οι κατώτατοι μισθοί κυμαίνονταν από PPS 886 στην Εσθονία έως PPS 2.157 στη Γερμανία, με τον υψηλότερο να παραμένει 2,4 φορές μεγαλύτερος από τον χαμηλότερο. Ακόμη και σε αυτή την «εξομαλυμένη» εικόνα, οι χώρες του πυρήνα διατηρούν σαφές προβάδισμα.

Με βάση τα PPS, στην ανώτερη κατηγορία (άνω των PPS 1.500) κατατάσσονται η

 Γερμανία,

 Λουξεμβούργο,

 Ολλανδία,

 Βέλγιο,

 Ιρλανδία,

 Γαλλία,

 Πολωνία

 και η Ισπανία.

Στη μεσαία ομάδα (PPS 1.000–1.500) βρίσκονται

 Σλοβενία,

Λιθουανία, 

 Κροατία,

 Ρουμανία,

 Πορτογαλία,

 Ελλάδα,

 Κύπρος,

 Ουγγαρία,

 Μάλτα,

 Σλοβακία,

 Βουλγαρία

και η Τσεχία,

ενώ κάτω από PPS 1.000 παραμένουν η Λετονία και η Εσθονία.

Οι μικρές μετακινήσεις χωρών το 2026 —όπως η άνοδος Σλοβακίας, Βουλγαρίας και Τσεχίας πάνω από το όριο των PPS 1.000— δεν αναιρούν το κεντρικό συμπέρασμα: η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να λειτουργεί με δύο ταχύτητες. Οι χώρες με υψηλούς κατώτατους μισθούς διατηρούν τη θεσμική και οικονομική τους υπεροχή, ενώ κράτη όπως η Ελλάδα καλούνται να προσαρμοστούν, να συγκλίνουν και να «αντέξουν», συχνά χωρίς τα μέσα και τις πολιτικές επιλογές που θα καθιστούσαν αυτή τη σύγκλιση πραγματική και όχι απλώς λογιστική.