Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ

ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Ο Μητσοτάκης χάνει την αύρα του «άτρωτου» στα μάτια της Ευρώπης

Στο εξωτερικό, η εικόνα γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν διαβάζεται πια με την παλιά απλότητα του «σταθερού ευρωπαϊστή ηγέτη» που λειτουργεί ως ασφαλής συνομιλητής των Βρυξελλών. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να προβάλλει σταθερότητα, φιλοευρωπαϊκή γραμμή και δημοσιονομική πειθαρχία. Όμως το πολιτικό περιβάλλον έχει βαρύνει. Τα σκάνδαλα, η ακρίβεια, οι εσωτερικές ρωγμές στη Νέα Δημοκρατία και οι διεργασίες σε ΠΑΣΟΚ και χώρο Τσίπρα δημιουργούν μια νέα εικόνα: ο Μητσοτάκης παραμένει ισχυρός θεσμικός παίκτης, αλλά δεν εμφανίζεται πλέον άτρωτος.

Η ματιά των ξένων κέντρων εξουσίας είναι συνήθως ψυχρή και συμφεροντολογική. Δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εσωτερική ρητορική των κομμάτων, αλλά για σταθερότητα, προβλεψιμότητα, ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές αποφάσεις, γεωπολιτική αξιοπιστία και ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Έλληνας πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει πλεονεκτήματα. Η Ελλάδα παραμένει χώρα του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα, στηρίζει τη δυτική γραμμή στα μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα και εμφανίζεται ως σταθερός κρίκος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ωστόσο, η ίδια εικόνα έχει πλέον ρωγμές. Η υπόθεση των υποκλοπών, οι καταγγελίες για κράτος δικαίου, η πίεση στην ελευθερία του Τύπου και η κόπωση από την ακρίβεια έχουν περάσει τα ελληνικά σύνορα. Στις Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από τους μακροοικονομικούς δείκτες. Κρίνεται και από την ποιότητα των θεσμών, τη διαχείριση της διαφάνειας και την κοινωνική αντοχή.

Βρυξέλλες και ΕΛΚ: Από τη στήριξη στην επιφυλακή

Στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρόσωπο του συντηρητικού ευρωπαϊκού μπλοκ. Η πολιτική του ταυτότητα είναι καθαρή: φιλελεύθερη οικονομία, μεταρρυθμιστική ατζέντα, στενή σχέση με τις Βρυξέλλες και σαφής δυτικός προσανατολισμός. Αυτά τα στοιχεία του έδωσαν τα προηγούμενα χρόνια ισχυρή θέση στο ευρωπαϊκό παρασκήνιο.

Το ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η θέση αρκεί για να συντηρήσει σενάρια ευρωπαϊκής αναβάθμισης. Οι αναφορές σε πιθανή μετακίνηση προς κορυφαίο ευρωπαϊκό αξίωμα, με φόντο την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον Φρίντριχ Μερτς και τον Μάνφρεντ Βέμπερ, κινούνται κυρίως στο πεδίο του παρασκηνίου. Δεν υπάρχει δημόσια θεσμική επιβεβαίωση ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει λάβει επίσημη απόρριψη από το Βερολίνο ή το ΕΛΚ. Υπάρχει όμως σαφής ένδειξη ότι τέτοια σενάρια, αν υπήρξαν, δεν μπορούν πια να αντιμετωπίζονται ως εύκολη διαδρομή.

Η Γερμανία, με τον Μερτς στο κέντρο των αποφάσεων, διαβάζει την Ευρώπη μέσα από σκληρότερους όρους ισχύος, δημοσιονομικής πειθαρχίας και θεσμικής αξιοπιστίας. Ο Βέμπερ, από την πλευρά του, κινείται σε ένα ΕΛΚ που θέλει να κρατήσει την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη, χωρίς να φορτώνεται πολιτικά βάρη από εθνικές κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές εσωτερικές φθορές. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Μητσοτάκης δεν απορρίπτεται εύκολα, αλλά ούτε και αντιμετωπίζεται πια ως αυτονόητη λύση για κάτι μεγαλύτερο.

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ στη Βρετανία λειτούργησε ως διεθνές πολιτικό σήμα. Έδειξε ότι στην Ευρώπη της αστάθειας, ακόμη και ηγέτες που ξεκίνησαν με ισχυρή εντολή μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε βάρος για τα κόμματά τους. Το μήνυμα αυτό δεν περνά απαρατήρητο στην Αθήνα. Στις ξένες αναγνώσεις, ένας πρωθυπουργός που χάνει κοινωνική δυναμική και δημιουργεί εσωτερική κόπωση παύει σταδιακά να θεωρείται εγγύηση σταθερότητας.

Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ανησυχεί περισσότερο το Μέγαρο Μαξίμου. Οι ξένοι συνομιλητές δεν εγκαταλείπουν έναν ηγέτη επειδή τον αντιπαθούν. Τον εγκαταλείπουν όταν αρχίζουν να θεωρούν ότι η πολιτική του αντοχή μειώνεται και ότι η επόμενη ημέρα πρέπει να προετοιμαστεί χωρίς αυτόν στο κέντρο του κάδρου.

Σκάνδαλα, ακρίβεια και η επόμενη μέρα στην Αθήνα

Η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει το βαρύτερο θεσμικό τραύμα για τη διεθνή εικόνα της κυβέρνησης. Στο εσωτερικό μπορεί να επιχειρείται πολιτική απορρόφηση του θέματος, στο εξωτερικό όμως οι θεσμικές υποθέσεις αφήνουν πιο μακρύ ίχνος. Για τις Βρυξέλλες, μια κυβέρνηση μπορεί να έχει σωστούς οικονομικούς δείκτες, αλλά αν συνοδεύεται από υποψίες θεσμικής εκτροπής, τότε η αξιοπιστία της περιορίζεται.

Δίπλα στα σκάνδαλα υπάρχει η ακρίβεια. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη, επενδύσεις και δημοσιονομική βελτίωση, όμως η καθημερινότητα των πολιτών πιέζεται από τιμές, ενοίκια, ενέργεια και χαμηλή αγοραστική δύναμη. Οι ξένοι αναλυτές γνωρίζουν ότι η κοινωνική κόπωση δεν φαίνεται πάντα άμεσα στις πρώτες δημοσκοπήσεις. Όταν όμως παγιωθεί, γίνεται πολιτικό κύμα.

Σε αυτό το σκηνικό μπαίνει το πιθανό κόμμα Σαμαρά. Για το εξωτερικό, μια νέα πολιτική κίνηση στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι απλώς εσωκομματικό επεισόδιο. Είναι παράγοντας αστάθειας. Μπορεί να μειώσει την εκλογική οροφή του Μητσοτάκη, να αφαιρέσει κρίσιμα ποσοστά από τη γαλάζια βάση και να δυσκολέψει τον σχηματισμό κυβέρνησης την επόμενη ημέρα.

Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται εγκλωβισμένο ανάμεσα στη θεσμική αντιπολίτευση και στην αδυναμία να δημιουργήσει καθαρό ρεύμα εξουσίας. Αν ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν καταφέρει να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική, τότε στο εξωτερικό θα ενισχυθεί η εκτίμηση ότι ο βασικός αντίπαλος του Μητσοτάκη δεν θα είναι το ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας και η νέα πολιτική αρχιτεκτονική που επιχειρεί να στήσει.

Ο Τσίπρας αντιμετωπίζεται από ευρωπαϊκούς κύκλους με μνήμη και επιφυλακτικότητα. Δεν έχει ξεχαστεί η περίοδος του 2015, ούτε η σύγκρουση με τους θεσμούς. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή πολιτική είναι ρεαλιστική. Αν ο Τσίπρας εμφανιστεί ξανά ως ο βασικός πόλος διακυβέρνησης ή ως αναγκαίος παίκτης σε κυβερνητικές εξισώσεις, οι Βρυξέλλες θα τον μετρήσουν με όρους σημερινής ισχύος και όχι μόνο παλιών συγκρούσεων.

Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι το εξωτερικό δεν βλέπει ακόμη κατάρρευση Μητσοτάκη. Βλέπει, όμως, αλλαγή φάσης. Βλέπει έναν πρωθυπουργό που παραμένει χρήσιμος, αλλά έχει χάσει μέρος της πολιτικής του λάμψης. Βλέπει μια κυβέρνηση που ακόμη ελέγχει το παιχνίδι, αλλά πιέζεται από κοινωνική δυσαρέσκεια, σκάνδαλα και δεξιά εσωτερική απειλή. Βλέπει επίσης μια αντιπολίτευση ρευστή, με το ΠΑΣΟΚ αδύναμο και τον Τσίπρα να επιχειρεί επαναφορά.

Για τις Βρυξέλλες, το ζητούμενο δεν είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιβιώσει επικοινωνιακά. Το ζητούμενο είναι αν μπορεί να εγγυηθεί κυβερνησιμότητα μέχρι και μετά το 2027. Αν η απάντηση αρχίσει να γίνεται αρνητική, τότε οι ξένοι συνομιλητές θα κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: θα αρχίσουν να κοιτούν πιο προσεκτικά την επόμενη λύση.

Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο για το Μέγαρο Μαξίμου. Όχι ότι οι ξένοι «έριξαν» ήδη τον Μητσοτάκη. Το πολιτικά βαρύ είναι ότι αρχίζουν να τον υπολογίζουν ως ηγέτη υπό φθορά και όχι ως αδιαμφισβήτητο διαχειριστή της επόμενης ημέρας.