Ο πόλεμος ως επιχείρηση και ο πολίτης ως μόνιμος χορηγός
Όταν τον Φεβρουάριο του 2022 οι ρωσικές ερπύστριες κύλησαν πάνω στο ουκρανικό έδαφος, η Δύση έδωσε αμέσως το σύνθημα και το σύνθημα πέρασε αυτούσιο σε δελτία, αναλύσεις, δηλώσεις, πρωτοσέλιδα. Ένας παράφρονας αυταρχικός επιτέθηκε δίχως πρόκληση σε ένα κυρίαρχο κράτος και ο πολιτισμένος κόσμος όφειλε να πάρει θέση. Αυτή η αφήγηση περιείχε ένα κομμάτι αλήθειας. Περιείχε και ένα βουνό αποσιωπήσεων. Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν ξεπήδησε από το πουθενά το 2022 σαν κεραυνός σε καθαρό ουρανό. Είχε προϊστορία, είχε προσχεδιασμό, είχε σταδιακή ζύμωση, είχε παρασκήνιο, είχε γεωπολιτική μηχανική και είχε επίμονη καλλιέργεια συνθηκών που οδηγούσαν με μαθηματική ψυχρότητα στη σύγκρουση.
Η αρχή αυτής της διαδρομής δεν βρίσκεται μόνο στα χαρακώματα του Ντονμπάς, αλλά και σε γραφεία εξουσίας στις Βρυξέλλες, σε αμερικανικούς θεσμούς που ειδικεύονται στις «δημοκρατικές μεταβάσεις», σε ΜΚΟ που βαφτίζουν την πολιτική παρέμβαση κοινωνική ενδυνάμωση, σε μυστικές υπηρεσίες που γνωρίζουν πώς ανάβει μια φωτιά και κυρίως πώς τη συντηρείς μέχρι να γίνει ανεξέλεγκτη. Το 2004, η λεγόμενη Πορτοκαλί Επανάσταση λανσαρίστηκε διεθνώς ως αυθόρμητη έκρηξη λαϊκής βούλησης. Οι σημαίες, τα συνθήματα, οι πλατείες, τα τηλεοπτικά πλάνα έστησαν το γνώριμο σκηνικό της εξιδανικευμένης εξέγερσης. Στο φόντο όμως δούλευαν κανονικά οι μηχανισμοί δυτικής επιρροής. Χρηματοδοτήσεις, εκπαιδεύσεις, οργανωτικά δίκτυα, πολιτική καθοδήγηση, χτίσιμο νέων ελίτ. Το National Endowment for Democracy και άλλοι αμερικανικοί φορείς δεν έδρασαν φιλανθρωπικά. Επένδυσαν σοβαρά ποσά για να διαμορφώσουν το εσωτερικό τοπίο μιας χώρας που βρισκόταν πάνω στο πιο νευραλγικό ρήγμα ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση.
Το 2014 το έργο παίχτηκε ξανά, μόνο που αυτή τη φορά η ένταση ανέβηκε επίπεδο. Ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς ανατράπηκε μέσα σε ένα περιβάλλον βίας, πίεσης και ανοιχτής ξένης ανάμιξης. Οι δυτικοί τηλεθεατές είδαν τη γνωστή ρομαντική εικόνα της λαϊκής πλατείας που εξεγείρεται υπέρ της ελευθερίας. Εκείνο που δεν προβλήθηκε με την ίδια θέρμη ήταν η περιβόητη διαρροή της συνομιλίας της Βικτόρια Νούλαντ, όπου ακούγονταν με ανατριχιαστική άνεση τα ονόματα εκείνων που θα έπρεπε να στελεχώσουν τη νέα ουκρανική εξουσία πριν καν διαμορφωθεί επίσημα η νέα κυβέρνηση. Όταν μια ξένη αξιωματούχος συζητά προκαταβολικά ποιος θα κυβερνήσει μια υποτίθεται κυρίαρχη χώρα, δεν μιλάμε για σεβασμό της δημοκρατίας. Μιλάμε για διαχείριση προτεκτοράτου με νεοφιλελεύθερη συσκευασία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήρθε το 2019 και μαζί του η εκλογή του Ζελένσκι, ενός τηλεοπτικού προσώπου χωρίς πολιτικό παρελθόν, που κατέκτησε την εξουσία πατώντας ακριβώς πάνω στην κούραση της ουκρανικής κοινωνίας. Η βασική του υπόσχεση ήταν σαφής και απλή. Διάλογος. Εκτόνωση. Τέλος στον πόλεμο στο Ντονμπάς. Επανεκκίνηση. Ο κόσμος τον ψήφισε για να κατεβάσει τη φωτιά. Και πολύ γρήγορα τον είδε να προσαρμόζεται σε μια εντελώς διαφορετική τροχιά. Οι συμφωνίες του Μινσκ, που προέβλεπαν ειδικό καθεστώς και ένα πλαίσιο πολιτικής διευθέτησης για τις ανατολικές περιοχές, έμειναν στα χαρτιά. Η προώθηση της ένταξης στο ΝΑΤΟ μετατράπηκε σε εθνικό δόγμα. Η σύγκρουση με τις ρωσόφωνες περιοχές βάθυνε. Η διπλωματία στέγνωσε. Το πολιτικό σύστημα του Κιέβου άρχισε να κινείται σαν να είχε ήδη παραδώσει το κλειδί της στρατηγικής του σε άλλα χέρια.
Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι προειδοποιήσεις υπήρξαν. Δεν προήλθαν μόνο από Ρώσους αξιωματούχους ή από περιθωριακούς σχολιαστές που βαφτίζονται εύκολα απολογητές της Μόσχας. Προήλθαν από κορυφαίους δυτικούς ακαδημαϊκούς, από γεωπολιτικούς αναλυτές πρώτης γραμμής, από πρόσωπα όπως ο Τζον Μίρσαϊμερ, που εδώ και χρόνια έλεγαν δημόσια και τεκμηριωμένα ότι η προσπάθεια ένταξης της Ουκρανίας στη νατοϊκή αρχιτεκτονική δεν θα παρήγαγε ασφάλεια. Θα παρήγαγε πόλεμο. Οι προειδοποιήσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν σαν ενοχλητικός θόρυβος. Και όταν ο πόλεμος ξέσπασε, όλοι παρίσταναν τους έκπληκτους.
Μετά την εισβολή άνοιξε το δεύτερο σκέλος του ίδιου έργου. Κυρώσεις, ηθική υπεροχή, ρητορικές θυσίας, οικονομικός πόλεμος. Η Ευρώπη μπήκε μπροστά σαν υπάκουος λοχίας στην αμερικανική στρατηγική και άρχισε να κόβει δεσμούς με τη ρωσική ενέργεια λες και διέθετε εναλλακτικό σχέδιο χωρίς κόστος. Η Γερμανία, που για δεκαετίες είχε χτίσει το βιομηχανικό της πλεονέκτημα πάνω στο φθηνό ρωσικό αέριο, βρέθηκε ξαφνικά να αγοράζει πανάκριβο αμερικανικό LNG. Η φράση «ενεργειακή μετάβαση» μετατράπηκε μέσα σε λίγους μήνες σε συνώνυμο της αποβιομηχάνισης, της πίεσης στα νοικοκυριά, της παραγωγικής ασφυξίας. Εργοστάσια επιβράδυναν ή έκλεισαν, επενδύσεις πάγωσαν, θέσεις εργασίας απειλήθηκαν, και το υποτιθέμενο ηθικό μέτωπο της Δύσης άρχισε να μοιάζει όλο και περισσότερο με τεράστια οικονομική αυτοτραυματιστική τελετή.
Ο μέσος Έλληνας, ο μέσος Ιταλός, ο μέσος Γερμανός δεν συμμετείχε σε κανένα γεωπολιτικό επιτελείο. Δεν αποφάσισε καμία επέκταση του ΝΑΤΟ. Δεν χρηματοδότησε καμία πορτοκαλί ή πολύχρωμη επανάσταση. Δεν ακύρωσε καμία συμφωνία του Μινσκ. Δεν σχεδίασε κανένα καθεστώς κυρώσεων. Κι όμως αυτός κλήθηκε να πληρώσει τα σπασμένα. Τα πλήρωσε στο ρεύμα, στη βενζίνη, στο φυσικό αέριο, στο ράφι, στην αγοραστική δύναμη που συρρικνώθηκε σαν βρεγμένο χαρτί. Τα πλήρωσε σε μια καθημερινότητα που έγινε ακριβότερη, στενότερη, πιο νευρική, πιο απελπισμένη.
Και ενώ η Ευρώπη μετρά ακόμη τις πληγές της από το ουκρανικό μέτωπο, η Μέση Ανατολή συνεχίζει να αποκαλύπτει το ίδιο ακριβώς μοτίβο με άλλο σκηνικό. Την ώρα που προχωρούσαν συνομιλίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, την ώρα που η διπλωματία έδειχνε να ξαναβρίσκει έστω και προσωρινά μια χαραμάδα, η στρατιωτική ένταση φούντωνε ξανά. Σαν να υπάρχει μια αόρατη εντολή που ενεργοποιείται κάθε φορά που οι συνομιλίες πλησιάζουν σε αποτέλεσμα. Μια επίθεση, μια δολοφονία, μια επιχείρηση ακριβείας, ένα χτύπημα που ανατινάζει την προοπτική εκτόνωσης και επαναφέρει όλους στη γνώριμη λογική του τρόμου και της αντιπαράθεσης.
Η ιστορία του JCPOA ήταν από μόνη της ένα μάθημα. Το 2015 η συμφωνία παρουσιάστηκε ως σπάνιο επίτευγμα πολυμερούς διπλωματίας. Ύστερα ήρθε η μονομερής αμερικανική αποχώρηση το 2018 και ξήλωσε το τραπέζι. Από εκεί και πέρα, κάθε προσπάθεια αναβίωσης της συμφωνίας συνοδευόταν από υπόγειες ή και ανοιχτές κινήσεις που έσπρωχναν ξανά την περιοχή στα άκρα. Το Ισραήλ δεν έκρυψε ποτέ ότι θεωρεί υπαρξιακή απειλή κάθε αμερικανοϊρανική προσέγγιση που δεν καταλήγει στην πλήρη στρατηγική συντριβή της Τεχεράνης. Και από τη στιγμή που η Μέση Ανατολή παραμένει το πιο πολύτιμο ενεργειακό νευρικό κέντρο του πλανήτη, κάθε φλόγα εκεί γεννά αμέσως χρήμα αλλού.
Αρκεί η αβεβαιότητα. Μόνο αυτό. Δεν χρειάζεται καν να κλείσουν πραγματικά τα Στενά του Ορμούζ. Αρκεί να πλανηθεί πάνω τους η απειλή. Και τότε η τιμή του πετρελαίου ανεβαίνει, τα futures τρελαίνονται, τα χρηματιστήρια αντιδρούν, οι αγορές τρομάζουν επιλεκτικά και τα πρατήρια καυσίμων σε Αθήνα, Μαδρίτη, Ρώμη και Βερολίνο ετοιμάζουν νέο γύρο αφαίμαξης. Ο πολίτης που δεν ξέρει πού πέφτουν τα Στενά του Ορμούζ, που δεν έχει κανένα λόγο να ξέρει, πληρώνει ξανά τον λογαριασμό γεωπολιτικών παιχνιδιών που σχεδιάστηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά του.
Ουκρανία και Μέση Ανατολή είναι δύο διαφορετικά πεδία, δύο διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, δύο διαφορετικά σύνολα ανταγωνισμών. Και παρ’ όλα αυτά η λογική είναι ίδια και απαράλλακτη. Όποτε η διπλωματία πλησιάζει, κάτι παρεμβάλλεται. Όποτε η αποκλιμάκωση αρχίζει να φαίνεται εφικτή, εμφανίζεται ένας παράγοντας που σπρώχνει προς τη σύγκρουση. Όποτε μπαίνει στη μέση το εμπόριο των όπλων, της ενέργειας, του χρέους και της ανοικοδόμησης, ο πόλεμος αποκτά για κάποιους τεράστια οικονομική χρησιμότητα.
Και εδώ φτάνουμε στην καρδιά του πράγματος. Οι πόλεμοι δεν είναι μόνο γεωπολιτική. Είναι και business model. Είναι ίσως το πιο κερδοφόρο επιχειρηματικό μοντέλο που γνώρισε ο σύγχρονος καπιταλισμός. Λίγες εβδομάδες πριν από τη ρωσική εισβολή, ο διευθύνων σύμβουλος της Raytheon, Greg Hayes, μιλούσε στους επενδυτές και περιέγραφε την παγκόσμια αστάθεια ως επιχειρηματική ευκαιρία. Εντάσεις στην Ανατολική Ευρώπη, αυξημένες ανάγκες ασφαλείας, μεγαλύτερη ζήτηση. Το είπε σχεδόν με ανακούφιση. Και φυσικά είχε δίκιο από τη σκοπιά των μετόχων του. Η Lockheed Martin, η Raytheon, οι αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες είδαν τις αποτιμήσεις τους να ανεβαίνουν ακριβώς επειδή χιλιάδες άνθρωποι θα κατέληγαν να πεθαίνουν σε λασπωμένα χαρακώματα και εκατομμύρια άλλοι να φτωχοποιούνται μακριά από το μέτωπο.
Ο πόλεμος αποδείχτηκε κακός για τους λαούς και θαυμάσιος για όσους πουλάνε πυραύλους, αεράμυνες, βλήματα, εξοπλισμούς, συστήματα. Και δίπλα στους κατασκευαστές όπλων στήθηκαν οι ενεργειακοί κερδισμένοι. Οι αμερικανικές εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη εκτοξεύτηκαν. Αυτό που κάποτε ερχόταν μέσω αγωγών σε σταθερές και χαμηλότερες τιμές, τώρα έφτανε σε δεξαμενόπλοια πολύ ακριβότερα και με πολιτική ευλογία από πάνω. Η διαφορά πέρασε αυτούσια στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, στο κόστος παραγωγής, στο ψωμί, στο γάλα, στα φάρμακα, σε κάθε βασική ανάγκη. Το κέρδος κάποιων έγινε η μόνιμη αιμορραγία των πολλών.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, πριν καν σταματήσουν τα κανόνια άρχισε η επόμενη μπίζνα. Η ανοικοδόμηση. Ο Ζελένσκι υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τη BlackRock, τον γίγαντα της παγκόσμιας διαχείρισης κεφαλαίων, για να σχεδιαστούν οι επενδυτικές «ευκαιρίες» της επόμενης μέρας στην Ουκρανία. Δηλαδή ενώ η χώρα καιγόταν, το τραπέζι για το ποιος θα εκμεταλλευτεί την αποκατάσταση είχε ήδη στρωθεί. Και ποιος θα βάλει τα λεφτά για να στηθεί αυτή η χρυσοφόρα ανασυγκρότηση; Οι δυτικοί φορολογούμενοι. Ο ίδιος άνθρωπος που πλήρωσε τον πληθωρισμό, που πλήρωσε την ενέργεια, που πλήρωσε τη στρατιωτική βοήθεια, θα πληρώσει τώρα και το πλαίσιο για να μπουν οι επενδυτικοί κολοσσοί και να βγάλουν υπερκέρδη από τα ερείπια.
Αυτός είναι ο κύκλος που δεν σταματά ποτέ. Όπλα, ενέργεια, χρέος, ανοικοδόμηση. Αστάθεια, κέρδος, νέα εξάρτηση, νέα κέρδη. Και στην άλλη πλευρά της εξίσωσης ο εργάτης που χάνει τη δουλειά του, ο συνταξιούχος που κόβει φάρμακα, η οικογένεια που επιλέγει ανάμεσα σε θέρμανση και τρόφιμα, ο μικρομεσαίος που βλέπει το κόστος λειτουργίας να τον λυγίζει. Κανείς από αυτούς δεν έδωσε συναίνεση. Κανείς δεν κάθισε στο τραπέζι. Κανείς δεν ρωτήθηκε. Οι αποφάσεις πάρθηκαν σε άλλες πρωτεύουσες, σε άλλα συμβούλια, σε άλλα δίκτυα επιρροής.
Και παρ’ όλα αυτά, αυτό το σύστημα επιμένει να παριστάνει τη δημοκρατία. Επικαλείται αξίες, ελευθερία, ασφάλεια, δικαιώματα, διεθνή νομιμότητα. Ενώ στην πράξη λειτουργεί σαν τέλεια αυτοτροφοδοτούμενη μηχανή μεταφοράς πλούτου και βάρους. Δημιουργείς την κρίση, πουλάς τα μέσα διαχείρισής της, δανείζεις τα θύματα της κρίσης, αγοράζεις τα περιουσιακά στοιχεία που απαξιώθηκαν, αναλαμβάνεις την ανοικοδόμηση, και στο τέλος παρουσιάζεσαι και ως σωτήρας. Ο πολίτης μετατρέπεται έτσι από υποκείμενο πολιτικής σε παθητικό χρηματοδότη μιας αλυσίδας κερδοφορίας που δουλεύει εις βάρος του.
Γι’ αυτό και η λέξη που λείπει από όλες σχεδόν τις μεγάλες αναλύσεις είναι η λέξη συναίνεση. Ποιος ρώτησε τους ευρωπαϊκούς λαούς για το πού θέλουν να φτάσει ο πόλεμος; Ποιος ρώτησε τον Έλληνα ή τον Ισπανό αν δέχεται να ρημάξει το βιοτικό του επίπεδο για στρατηγικές που εκπονήθηκαν αλλού; Ποιος ρώτησε τον Γερμανό βιομηχανικό εργάτη αν θέλει να γίνει αναλώσιμος σε μια νέα παγκόσμια ενεργειακή αναδιάταξη; Κανείς. Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Διότι όταν ο πολίτης δεν συμμετέχει στη λήψη της απόφασης και συμμετέχει μόνο στην πληρωμή του λογαριασμού, παύει να είναι πολίτης με πλήρη έννοια. Καταντά υποζύγιο.
Οι διεθνείς ελίτ μιλούν για σταθερότητα, μα οι αγορές γιορτάζουν κάθε νέα αστάθεια. Οι κυβερνήσεις μιλούν για ειρήνη, μα ο τζίρος των πολεμικών βιομηχανιών απογειώνεται. Οι αναλυτές μιλούν για αναγκαίες θυσίες, μα τις θυσίες τις κάνει πάντα ο ίδιος κόσμος. Εκείνος που μαθαίνει τι αποφασίστηκε για λογαριασμό του την ώρα που ανοίγει το εκκαθαριστικό του ρεύματος, το ειδοποιητήριο της τράπεζας, το καλάθι του σούπερ μάρκετ.
Ο πόλεμος δεν τελειώνει τη μέρα που παγώνουν τα μέτωπα. Τελειώνει όταν σταματά να τον πληρώνει ο λαός. Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο το σύστημα δεν θέλει ποτέ να φτάσει. Γιατί όσο ο πολίτης πληρώνει σιωπηλά, η μηχανή συνεχίζει να δουλεύει τέλεια. Μόνο που κάποια στιγμή ο σιωπηλός πολίτης παύει να είναι σιωπηλός. Και τότε όλη αυτή η καλοκουρδισμένη γεωπολιτική φάμπρικα ανακαλύπτει ξανά τον μόνο απρόβλεπτο παράγοντα που φοβάται πραγματικά. Τον εξοργισμένο άνθρωπο που καταλαβαίνει πως σε κάθε πόλεμο οι χορηγοί θησαυρίζουν και οι λαοί πληρώνουν.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
«Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», κύριε Μητσοτάκη!