31 Ιουλίου 2026

Οδηγίες προστασίας από τον καπνό των πυρκαγιών

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Άμεση απομάκρυνση από την εστία και παραμονή σε κλειστούς χώρους.
  • Χρήση μάσκας FFP2 ή FFP3 μόνο για απαραίτητες μετακινήσεις.
  • Αυστηρή τήρηση αγωγής για ασθενείς με άσθμα και ΧΑΠ.
  • Συμπτώματα όπως ζάλη και ναυτία χρήζουν άμεσης ιατρικής διερεύνησης.
  • Παρακολούθηση επίσημων πηγών για την ποιότητα του αέρα.

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία εξέδωσε σειρά συστάσεων προς τους πολίτες που διαμένουν ή εργάζονται σε περιοχές πλησίον των πυρκαγιών, καθώς και προς όσους εκτίθενται στον καπνό και τα αιωρούμενα σωματίδια. Οι οδηγίες αυτές έχουν ως στόχο την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για την υγεία, δεδομένης της σοβαρής επιβάρυνσης της ατμόσφαιρας.

Βασικά μέτρα προστασίας σε περιβάλλον με καπνό

Η πρώτη και πιο κρίσιμη σύσταση είναι η άμεση απομάκρυνση από την εστία της φωτιάς. Για τα άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όπως όσοι πάσχουν από σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και οι έγκυες, η πλήρης αποφυγή οποιασδήποτε μετακίνησης κρίνεται επιβεβλημένη. Η παραμονή σε κλειστούς χώρους με ερμητικά κλειστά παράθυρα και πόρτες αποτελεί βασική τακτική άμυνας.

Η χρήση κλιματιστικού μπορεί να συμβάλει στην ανακύκλωση του αέρα του δωματίου και συνιστάται ιδιαίτερα σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο χώρος είναι πλήρως προστατευμένος από τον εξωτερικό αέρα. Σε αντίθετη περίπτωση, προτείνεται η διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου δωματίου εντός της οικίας που θα πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Παράλληλα, θα πρέπει να αποφεύγονται δραστηριότητες που υποβαθμίζουν την ποιότητα του εσωτερικού αέρα, με κυριότερη την αποχή από το κάπνισμα. Επίσης, αποθαρρύνεται η χρήση κεριών, το μαγείρεμα σε ανοιχτή εστία, η χρήση προϊόντων αεροζόλ και η λειτουργία ηλεκτρικής σκούπας.

Η σωματική άσκηση και οποιαδήποτε έντονη δραστηριότητα θα πρέπει να αποφεύγονται. Σε περίπτωση που η μετακίνηση είναι απαραίτητη, η χρήση μάσκας υψηλής αναπνευστικής προστασίας, τύπου FFP2 ή FFP3, με σωστή εφαρμογή, είναι μονόδρομος. Οι απλές χειρουργικές ή υφασμάτινες μάσκες δεν παρέχουν καμία προστασία έναντι της εισπνοής καπνού ή στάχτης. Οι μετακινήσεις θα πρέπει να προγραμματίζονται τις ώρες με το χαμηλότερο θερμικό φορτίο, όπως το βράδυ.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για τους ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά ή καρδιαγγειακά νοσήματα, για τους οποίους η μετακίνηση απαγορεύεται ουσιαστικά, ειδικά εάν δεν είναι εφικτή η χρήση μάσκας υψηλής προστασίας. Για όσους πάσχουν από άσθμα ή ΧΑΠ, παθήσεις που επιδεινώνονται σημαντικά από την περιβαλλοντική επιβάρυνση, η αυστηρή τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής είναι κρίσιμη. Σε οποιαδήποτε ένδειξη επιδείνωσης των συμπτωμάτων, συνιστάται η άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα πνευμονολόγο για την πιθανή προσαρμογή της θεραπείας.

Τέλος, οι πολίτες καλούνται να παρακολουθούν τις επίσημες ανακοινώσεις σχετικά με την ποιότητα του αέρα, ειδικά κατά τις ημέρες με έντονη επιβάρυνση, και να μην βασίζονται αποκλειστικά στην οσμή ή την όρασή τους. Υπάρχουν διαθέσιμοι διαδικτυακοί χάρτες με δεδομένα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, κυρίως για τα σωματίδια PM2.5, που ανανεώνονται σε πραγματικό χρόνο. Ενδεικτικά, αναφέρονται η ιστοσελίδα του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και η ευρωπαϊκή πλατφόρμα μετρήσεων PurpleAir.

Συμπτώματα και επιπτώσεις από την έκθεση στον καπνό

Η βραχυχρόνια έκθεση στον καπνό μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από συμπτώματα, τα οποία εντοπίζονται κυρίως στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα. Τα πιο συχνά από αυτά περιλαμβάνουν ρινίτιδα, με συμφόρηση και καταρροή, καθώς και αίσθημα ξηρότητας στον φάρυγγα. Επίσης, είναι πιθανός ο ερεθιστικός, ξηρός βήχας, ενώ δεν αποκλείεται η εμφάνιση δύσπνοιας, ακόμη και σε άτομα χωρίς υποκείμενο νόσημα.

Η εμφάνιση συστηματικών συμπτωμάτων, όπως ζάλη, ναυτία, καταβολή και κεφαλαλγία, αποτελεί ένδειξη πιθανής τοξικότητας από μονοξείδιο του άνθρακα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, απαιτείται άμεση διερεύνηση και ενημέρωση του θεράποντος ιατρού. Αν και τα συμπτώματα μπορούν να εκδηλωθούν και σε υγιή άτομα, η συχνότητα και η έντασή τους είναι σαφώς μεγαλύτερη σε όσους πάσχουν από υποκείμενα νοσήματα, ιδιαίτερα του αναπνευστικού και του καρδιαγγειακού συστήματος.

Η εισπνοή προϊόντων καύσης μπορεί να προκαλέσει τόσο θερμική όσο και χημική βλάβη στο αναπνευστικό σύστημα. Η θερμική βλάβη προέρχεται από την εισπνοή θερμού ατμού κοντά στην εστία της φωτιάς και επηρεάζει κυρίως τους ανώτερους αεραγωγούς. Από την άλλη πλευρά, η χημική βλάβη προκαλείται από την εισπνοή οργανικών μικροσωματιδίων ή χημικών ερεθιστικών ουσιών και μπορεί να προσβάλει τόσο τους αεραγωγούς όσο και το πνευμονικό παρέγχυμα.

Σε άμεση γειτνίαση με τη φωτιά, η κυριότερη αιτία θανάτου είναι η ασφυξία, η οποία οφείλεται στην κατανάλωση του οξυγόνου και στην εισπνοή μεγάλης ποσότητας καπνού. Συχνά συνυπάρχει και χημική ασφυξία, που προκαλείται από την εισπνοή προϊόντων ατελούς καύσης, όπως το μονοξείδιο του άνθρακα ή το υδροκυάνιο, το οποίο εκλύεται από την καύση πλαστικών ή άλλων υλικών που περιέχουν άζωτο. Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε αδυναμία χρήσης του οξυγόνου σε κυτταρικό επίπεδο.

Σε μεγαλύτερη απόσταση από την εστία, η εισπνοή μικροσωματιδίων και χημικών ερεθιστικών ουσιών μπορεί να προκαλέσει βλάβες σε μεγάλο αριθμό ατόμων, επηρεάζοντας τόσο το αναπνευστικό όσο και το καρδιαγγειακό σύστημα. Η σοβαρότητα και η έκταση αυτών των βλαβών εξαρτάται από παράγοντες όπως το μέγεθος των σωματιδίων, η διάρκεια της έκθεσης, η διαλυτότητα των τοξικών αερίων και η ύπαρξη υποκείμενου νοσήματος. Η τοξικότητα μπορεί να εκδηλωθεί σε διάφορα επίπεδα του αναπνευστικού συστήματος, από τον ανώτερο αεραγωγό έως το τραχειοβρογχικό δένδρο και το πνευμονικό παρέγχυμα.