Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης
Υπάρχει μία ερώτηση που έμεινε να αιωρείται πάνω από το Βελλίδειο μετά την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μία πολύ απλή ερώτηση.
Γιατί τώρα;
Γιατί χρειάστηκαν επτά και πλέον χρόνια διακυβέρνησης για να ανακαλύψει η κυβέρνηση ότι ο συνταξιούχος δυσκολεύεται;
Γιατί τώρα ανακαλύφθηκε ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας ασφυκτιά;
Γιατί τώρα έγινε αντιληπτό ότι η ελληνική οικογένεια δεν βγαίνει;
Γιατί τώρα τα τεκμήρια θεωρούνται υπερβολικά για τους συνεπείς επαγγελματίες;
Γιατί τώρα η κυβέρνηση θυμήθηκε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχασαν τον 13ο και τον 14ο μισθό;
Γιατί τώρα η στέγη έγινε εθνικό πρόβλημα;
Και, κυρίως, γιατί πολλά από αυτά τα μέτρα τοποθετούνται χρονικά στο 2027, στο 2028, στο 2029 και στο 2030;
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ρωτούν.
Διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ανέβηκε για πρώτη φορά στη ΔΕΘ ως πρωθυπουργός. Ανέβηκε ως πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Από τη «Συμφωνία Αλήθειας» στη «Συμφωνία Προόδου»
Το 2019, στην πρώτη του ΔΕΘ ως πρωθυπουργός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλούσε για «Συμφωνία Δημιουργίας», για δράση, αποτέλεσμα και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Τότε το κυβερνητικό αφήγημα υπογράμμιζε ότι οι δεσμεύσεις έπρεπε να υλοποιούνται μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες και ότι η ΔΕΘ έπρεπε να μετατραπεί από χώρο παροχολογίας σε χώρο λογοδοσίας.
Εξαιρετικά.
Ας κάνουμε λοιπόν ακριβώς αυτό.
Λογοδοσία.
Όχι χειροκρότημα.
Όχι αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση.
Όχι μηδενισμό όσων έγιναν.
Λογοδοσία.
Το 2021 παρουσιάστηκαν 24 μέτρα και φοροελαφρύνσεις άνω των 3 δισ. ευρώ. Το 2022 ακολούθησαν 21 μέτρα συνολικού ύψους 5,5 δισ. ευρώ. Το 2024 παρουσιάστηκαν άλλες 45 παρεμβάσεις. Το 2025 ήρθε η «μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση». Και το 2026 έχουμε μία ακόμη μεγάλη δέσμη, αυτή τη φορά με κόστος 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και 3,5 δισ. έως το 2030.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Όταν κάθε Σεπτέμβριο η χώρα πληροφορείται ότι ξεκινά μια νέα εποχή, κάποια στιγμή ο πολίτης δικαιούται να ρωτήσει:
Πόσες νέες εποχές χρειάζεται τελικά μία κυβέρνηση για να φτάσει στην καθημερινότητα;
Τα μέτρα υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν φτάνουν
Ας είμαστε δίκαιοι.
Οι φετινές εξαγγελίες δεν είναι ανύπαρκτες.
Προβλέπονται 400 ευρώ ετησίως για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών, 500 ευρώ επίδομα Χριστουγέννων για περίπου 720.000 δημοσίους υπαλλήλους από το 2027, μηδενικός φόρος έως εισόδημα 20.000 ευρώ για τρίτεκνους, πρόσθετη ενίσχυση πολύτεκνων οικογενειών, μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, παρεμβάσεις στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος στην περιφέρεια, νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ», επιστροφή ενοικίου και μειώσεις στις χρεώσεις ΥΚΩ.
Ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να ξεπεράσει τα 950 ευρώ το 2027 και ο νέος στόχος είναι τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Παράλληλα η κυβέρνηση θέτει ως στόχο μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία.
Όλα αυτά ακούγονται θετικά.
Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται από το αν κάτι ακούγεται θετικό.
Κρίνεται από το αν αλλάζει τη ζωή εκείνου που πληρώνει το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ρεύμα, το καύσιμο και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Τα 400 ευρώ και η αριθμητική της καθημερινότητας
Τετρακόσια ευρώ τον χρόνο στον συνταξιούχο σημαίνουν περίπου 33 ευρώ τον μήνα, αν τα αναγάγουμε σε δωδεκάμηνη βάση.
Είναι χρήσιμα;
Βεβαίως.
Αποτελούν όμως λύση για έναν άνθρωπο που επί χρόνια βλέπει τρόφιμα, φάρμακα, ενέργεια και στέγη να απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του;
Αυτό είναι διαφορετικό ερώτημα.
Οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων ήδη μίλησαν για «ψυχρολουσία», υποστηρίζοντας ότι το βοήθημα δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια μόνιμη και ουσιαστικότερη εισοδηματική ενίσχυση.
Και στους δημοσίους υπαλλήλους;
Πεντακόσια ευρώ τον χρόνο.
Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως μόνιμο επίδομα Χριστουγέννων.
Οι εργαζόμενοι όμως θυμούνται ότι κάποτε υπήρχαν 13ος και 14ος μισθός.
Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται σε ιστορικό κενό.
Δεν μπορείς να παρουσιάζεις το μικρότερο ως υποκατάστατο του πολύ μεγαλύτερου και να απαιτείς από την κοινωνία να χειροκροτήσει επειδή κάτι επέστρεψε.
Το παράδοξο των ελεύθερων επαγγελματιών
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ο ίδιος στη ΔΕΘ ότι οι επαγγελματίες είχαν δίκιο όταν διαμαρτύρονταν για την επιβάρυνση των τεκμηρίων και ανακοίνωσε την κατάργηση δύο σημαντικών προσαυξήσεων στον υπολογισμό τους.
Μάλιστα.
Αλλά ποιος επέβαλε αυτό το σύστημα;
Ποιος αντιμετώπισε οριζόντια χιλιάδες επαγγελματίες με την καχυποψία του εν δυνάμει φοροφυγά;
Και εφόσον σήμερα διαπιστώνεται ότι υπήρχε αδικία, γιατί αυτή η αδικία έπρεπε πρώτα να εφαρμοστεί και μετά να διορθωθεί;
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς μίλησε για απογοήτευση, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα δεν αντιμετωπίζουν τις βασικές πιέσεις της μικρής επιχείρησης.
Αυτό δεν είναι ανακοίνωση κόμματος της αντιπολίτευσης.
Είναι η φωνή της πραγματικής αγοράς.
Για λόγους πληρότητας πρέπει να καταγραφεί ότι δεν αντέδρασαν όλοι αρνητικά: η ΕΣΕΕ χαρακτήρισε αρκετές από τις παρεμβάσεις βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Αυτό ακριβώς απαιτεί μια έντιμη κριτική.
Να αναγνωρίζει το θετικό.
Αλλά να μην βαφτίζει το θετικό επαρκές.
Και ο αγρότης;
Μηδενικός φόρος στα πρώτα 20.000 ευρώ, επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο στην αντλία.
Θετικές παρεμβάσεις.
Μόνο που ο αγρότης δεν ζει μέσα σε ένα φορολογικό εκκαθαριστικό.
Ζει στο χωράφι.
Πληρώνει καύσιμα, ενέργεια, λιπάσματα, ζωοτροφές, εργατικά, μεταφορές.
Οι αγροτικοί εκπρόσωποι επιμένουν ακριβώς εκεί: κόστος παραγωγής, εκκρεμείς πληρωμές και αποζημιώσεις.
Και εδώ εμφανίζεται ξανά η ίδια κυβερνητική παγίδα:
Άλλο να μειώνεις ένα βάρος και άλλο να λύνεις το πρόβλημα.
Η στέγη δεν περιμένει το 2030
Υπάρχει όμως ένα πεδίο όπου οι αριθμοί δεν επιτρέπουν θριαμβολογίες.
Η στέγη.
Η Eurostat έχει καταγράψει ότι το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα είχε επίσης το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης στις πόλεις, στο 29%.
Άρα το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να βοηθήσει δικαιούχους.
Δεν απαντά όμως μόνο του στο θεμελιώδες ερώτημα:
Γιατί χρειάστηκε να φτάσει η στέγη σε τέτοιο σημείο για να αντιμετωπίζεται πλέον ως κεντρικό εθνικό πρόβλημα;
Και κυρίως: τι θα συμβεί αν η επιδότηση της ζήτησης, χωρίς αρκετή αύξηση της προσφοράς κατοικιών, οδηγήσει απλώς σε νέες αυξήσεις τιμών;
Αυτά πρέπει να απαντηθούν πριν μοιραστούν οι πανηγυρικοί τίτλοι.
Η Ελλάδα των αριθμών και η Ελλάδα του ταμείου
Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επικαλείται τη δημοσιονομική βελτίωση.
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται περίπου με 2%, εμφανίζει σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα και έχει σαφώς διαφορετική εικόνα από εκείνη των χρόνων της μεγάλης κρίσης.
Αυτό είναι πραγματικότητα.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πραγματικότητα.
Η Eurostat κατατάσσει την Ελλάδα, μαζί με τη Βουλγαρία, στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης για το 2025, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της εποχής.
Οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν πριν ευημερήσει ο πολίτης.
Και ο πολίτης δεν ψωνίζει με το πρωτογενές πλεόνασμα.
Με τον μισθό του ψωνίζει.
Δεν πληρώνει το ενοίκιο με την επενδυτική βαθμίδα.
Με το εισόδημά του το πληρώνει.
«Γιατί τώρα;»
Το 2022 ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ήδη πρωθυπουργός.
Στη ΔΕΘ εκείνης της χρονιάς ανακοίνωσε 21 μέτρα ύψους 5,5 δισ. ευρώ.
Τέσσερα χρόνια αργότερα συζητούμε ακόμη για την ακρίβεια.
Ακόμη για τη στέγη.
Ακόμη για το διαθέσιμο εισόδημα.
Ακόμη για τους επαγγελματίες.
Ακόμη για τους αγρότες.
Ακόμη για τους συνταξιούχους.
Άρα το ερώτημα δεν μπορεί να αποφευχθεί:
Τι ακριβώς άλλαξε τώρα;
Οι ανάγκες των πολιτών;
Ή το πολιτικό ημερολόγιο;
Ο πρωθυπουργός απορρίπτει τον χαρακτηρισμό του προεκλογικού πακέτου και δηλώνει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν με την ολοκλήρωση της τετραετίας.
Σεβαστό.
Αλλά οι πολίτες έχουν επίσης δικαίωμα να παρατηρούν ότι πολλές από τις μεγαλύτερες υποσχέσεις τοποθετούνται ακριβώς μπροστά τους, από το 2027 και μετά.
Και να γίνονται δύσπιστοι.
Η κοινωνία δεν έχει πλέον έλλειψη υποσχέσεων
Η ΓΣΕΕ το έθεσε ωμά: οι εξαγγελίες δεν γεφυρώνουν τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους μισθούς και στο πραγματικό κόστος ζωής. Μιλά για χαμηλές αμοιβές, ακρίβεια, στεγαστική πίεση και ανασφάλεια ως προς το αν το εισόδημα επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της φετινής ΔΕΘ.
Όχι όσα ακούστηκαν μέσα στο Βελλίδειο.
Αλλά όσα ακούγονται έξω από αυτό.
Ο ελληνικός λαός έχει κουραστεί από την πολιτική τελετουργία των εξαγγελιών.
Και η αγανάκτηση δεν προέρχεται μόνο από το αν πραγματοποιήθηκε ή όχι κάθε επιμέρους υπόσχεση. Θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς ότι τίποτε δεν έγινε. Έγιναν μειώσεις φόρων, αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός, μειώθηκε η ανεργία, ψηφιοποιήθηκε μεγάλο μέρος του κράτους.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι διαφορετικό.
Ο πολίτης ακούει επί χρόνια ότι η ζωή του βελτιώνεται γρηγορότερα απ' όσο ο ίδιος το αισθάνεται.
Εκεί γεννιέται η δυσπιστία.
Και όταν η πολιτική εξουσία επαναλαμβάνει κάθε χρόνο ότι «τώρα έρχεται» η ουσιαστική βελτίωση, η υπόσχεση κάποια στιγμή χάνει την αξία της.
Δεν χρειάζεται άλλος ένας κατάλογος εξαγγελιών.
Χρειάζεται λογαριασμός.
Τι υποσχεθήκατε;
Τι κάνατε;
Τι δεν κάνατε;
Γιατί δεν το κάνατε;
Και γιατί πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό που δεν έγινε σε επτά χρόνια θα γίνει στα επόμενα τρία;
Η αξιοπιστία δεν εξαγγέλλεται
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε στη ΔΕΘ ότι τα μέτρα αποτελούν «διαβατήριο αξιοπιστίας» και υποστήριξε ότι το 100% των περσινών εξαγγελιών υλοποιήθηκε.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το στοίχημα.
Ας κρατήσουμε το ημερολόγιο.
25 Σεπτεμβρίου.
1η Νοεμβρίου.
30 Νοεμβρίου.
1η Ιανουαρίου.
Μάρτιος.
1η Απριλίου.
2027.
2028.
2029.
2030.
Και ας τα ξαναπούμε τότε.
Διότι ο ελληνικός λαός δεν χρειάζεται πλέον άλλες υποσχέσεις για να πειστεί.
Χρειάζεται αποδείξεις.
Και αν οι εξαγγελίες γίνουν πράξη, πρέπει να αναγνωριστεί.
Αν όμως μείνουν στα χαρτιά, αν μετακινηθούν οι ημερομηνίες, αν αλλάξουν οι δικαιούχοι, αν τα ποσά ψαλιδιστούν ή αν η ακρίβεια καταπιεί τις αυξήσεις πριν φτάσουν στην τσέπη, τότε κανένα επικοινωνιακό επιτελείο δεν θα μπορεί να ζητήσει άλλη πίστωση χρόνου.
Γιατί μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης δεν υπάρχει πια η δικαιολογία του «δεν προλάβαμε».
Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε ουσιαστικά από τους Έλληνες να πιστέψουν ότι τα καλύτερα είναι μπροστά.
Η κοινωνία, όμως, δικαιούται να του απαντήσει:
Τα «καλύτερα που έρχονται» τα έχουμε ακούσει πολλές φορές.
Τώρα θέλουμε να τα δούμε.
Στον μισθό.
Στη σύνταξη.
Στο ενοίκιο.
Στο ράφι.
Στο ρεύμα.
Στο χωράφι.
Στη μικρή επιχείρηση.
Στην πραγματική ζωή.
Γιατί οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται από τις εξαγγελίες τους.
Κρίνονται από όσα μένουν όταν σβήσουν τα φώτα της ΔΕΘ.