14 Αυγούστου 2026

Οι ΗΠΑ απειλούν την ΕΕ για τους κανόνες ESG

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έστειλε επιστολή στην ΕΕ με τελεσίγραφο για τους κανόνες ESG.
  • Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην ΕΕ ανέφερε ότι η ΕΕ πρέπει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
  • Οι οδηγίες CSRD και CSDDD της ΕΕ θεωρούνται από τις ΗΠΑ ως εμπόδιο στο εμπόριο.
  • Η Ουάσινγκτον προειδοποιεί για αντίμετρα εάν δεν υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές.

Η Ουάσινγκτον εντείνει την πίεση προς τις Βρυξέλλες, θέτοντας σε άμεση προτεραιότητα την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για την εταιρική βιωσιμότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το πρακτορείο Bloomberg, η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ισχύοντες κανόνες για τα κριτήρια ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία και Εταιρική Διακυβέρνηση) λειτουργούν ως τροχοπέδη για την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά.

Σε μια ιδιαίτερα σκληρή επιστολή που απευθύνθηκε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αμερικανική πλευρά διαμήνυσε ότι είναι αποφασισμένη να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Η επιστολή προειδοποιεί ευθέως ότι εάν η ΕΕ δεν προχωρήσει σε ουσιαστικό περιορισμό των κανονισμών της, η Ουάσινγκτον θα αντιδράσει δυναμικά, επικαλούμενη τις αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις που υφίσταται το αμερικανικό εμπόριο.

Η στάση αυτή της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών αποτυπώθηκε και σε ανάρτηση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στην ΕΕ, Andrew Puzder, στην πλατφόρμα X. Ο κ. Puzder υποστήριξε ότι έχει έρθει η ώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση να τηρήσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, αναφερόμενος στη Συμφωνία-Πλαίσιο για το Εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Η συμφωνία αυτή, όπως υπενθύμισε, περιλάμβανε τη δέσμευση του μπλοκ να διασφαλίσει ότι οι αμερικανικές εταιρείες δεν θα αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητους περιορισμούς στις διατλαντικές συναλλαγές.

Η νέα αυτή αντιπαράθεση φέρνει στο προσκήνιο δύο κομβικής σημασίας νομοθετήματα της ΕΕ: την Οδηγία για την Υποβολή Εκθέσεων Βιωσιμότητας των Εταιρειών (CSRD) και την Οδηγία για τη Δέουσα Επιμέλεια όσον αφορά τη Βιωσιμότητα των Εταιρειών (CSDDD). Πρόκειται για δύο πυλώνες της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη, οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί τροποποιήσεις προκειμένου να καταστούν λιγότερο επαχθείς, έπειτα από έντονες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και από τρίτες χώρες. Παρά τις αλλαγές αυτές, το πεδίο εφαρμογής τους παραμένει ευρύ, καθώς υποχρεώνει όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά, ανεξαρτήτως της έδρας τους, να συμμορφώνονται με τις αυστηρές απαιτήσεις.

Οι συγκεκριμένες οδηγίες επιβάλλουν στις εταιρείες να προχωρούν σε λεπτομερή γνωστοποίηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που απορρέουν από περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και παράγοντες διακυβέρνησης. Παράλληλα, καλούνται να καταγράφουν και να διαχειρίζονται ενεργά τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους στο περιβάλλον και την κοινωνία, δημιουργώντας ένα πλέγμα υποχρεώσεων που οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν ως ιδιαίτερα επαχθές.

Στην επιστολή της, η αμερικανική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι Βρυξέλλες έχουν προβεί σε ορισμένες θετικές μεταρρυθμίσεις, ωστόσο υπογραμμίζει με έμφαση ότι αυτές δεν επαρκούν για να κατευνάσουν τις ανησυχίες της Ουάσινγκτον. Το βασικότερο επιχείρημα των ΗΠΑ εδράζεται στην εξωεδαφική ισχύ των εν λόγω οδηγιών και στο υψηλό κόστος συμμόρφωσης που συνεπάγονται. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το πλαίσιο αυτό δημιουργεί ένα άνισο πεδίο ανταγωνισμού, θέτοντας σε μειονεκτική θέση τις αμερικανικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στην ευρωπαϊκή αγορά.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται τις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της οδηγίας περί δέουσας επιμέλειας. Η αμερικανική πλευρά, παρακολουθώντας στενά τη διαδικασία, έχει ήδη προειδοποιήσει το μπλοκ να μην επιχειρήσει να αξιοποιήσει αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές ως ένα παράθυρο ευκαιρίας για να επαναφέρει στο προσκήνιο απαιτήσεις που σχετίζονται με τα σχέδια μετάβασης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η διαμάχη αυτή αναμένεται να κυριαρχήσει στις διατλαντικές σχέσεις τους επόμενους μήνες, με τις δύο πλευρές να τηρούν σταθερές θέσεις.