Το Μέγαρο Μαξίμου επενδύει ξανά στην πολιτική του φόβου, επιχειρώντας να μετατρέψει την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα σε εργαλείο ανασύνταξης της «γαλάζιας» βάσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιμέτωπος με φθορά, υποθέσεις που βαραίνουν την κυβερνητική εικόνα, κοινωνική δυσαρέσκεια και εμφανή εσωκομματική κόπωση, ανασύρει κλασικές τεχνικές πολιτικής επιβίωσης. Στο νέο σκηνικό, ο πρώην πρωθυπουργός και το νέο κόμμα του υπό την ονομασία ΕΛΑΣ προσφέρονται ως βολικό αντίπαλο δέος.

Η κυβέρνηση, αδυνατώντας να πετύχει ουσιαστική δημοσκοπική ανάκαμψη, αναζητά σωσίβιο στο παρελθόν. Με τη Νέα Δημοκρατία να κινείται σταθερά στην περιοχή του 23%-25% στην πρόθεση ψήφου, το Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη φθορά της διακυβέρνησης στο δίλημμα της επιστροφής του Τσίπρα. Η στόχευση είναι σαφής: να ενεργοποιηθεί το ένστικτο φόβου σε ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί από το κυβερνών κόμμα, είτε προς δεξιότερες επιλογές είτε προς την αποχή.

Η στρατηγική αυτή στηρίζεται στην ελεγχόμενη πόλωση. Το κυβερνητικό επιτελείο φαίνεται να θεωρεί ότι η αναβίωση ενός ιδιότυπου νέου δικομματισμού μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και για τους δύο πρωταγωνιστές. Από τη μία πλευρά, ο κ. Μητσοτάκης εμφανίζει τον κ. Τσίπρα ως απειλή για τη σταθερότητα. Από την άλλη, ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ο μοναδικός αντίπαλος που μπορεί να νικήσει τον σημερινό πρωθυπουργό.

Η Ν.Δ. αναμένεται να κινηθεί με κεντρικό σύνθημα το δίλημμα «Μητσοτάκης ή επιστροφή στον Τσίπρα». Το επικοινωνιακό φούσκωμα του νέου εγχειρήματος, ανεξαρτήτως του αν ανταποκρίνεται σε πραγματική κοινωνική δυναμική, υπηρετεί διπλό σκοπό. Ενισχύει την εικόνα του Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικής απειλής και ταυτόχρονα επιχειρεί να συγκρατήσει τη «γαλάζια» αποσυσπείρωση. Η απειλή προβάλλεται προσεκτικά, με τρόπο που να προκαλεί συσπείρωση χωρίς να μετατραπεί σε ομολογία αδυναμίας του κυβερνώντος κόμματος.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας αξιοποιεί το ίδιο παιχνίδι. Με το αφήγημα ότι μπορεί να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, επιδιώκει πρωτίστως να κυριαρχήσει στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Ο άμεσος στόχος του είναι η δεύτερη θέση και η ανάδειξή του σε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης την επόμενη ημέρα των εκλογών. Η επιστροφή στην πρωθυπουργία τοποθετείται σε επόμενο κύκλο, αφού πρώτα επιβληθεί ως ο βασικός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Το ΠΑΣΟΚ, οι δεύτερες κάλπες και τα σενάρια εξουσίας

Η επίθεση του κ. Μητσοτάκη προς τον κ. Τσίπρα δυναμώνει τον πρώην πρωθυπουργό ως «χρήσιμο» αντίπαλο. Παράλληλα, εξυπηρετεί έναν δεύτερο στόχο: την αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ και την απώλεια της δεύτερης θέσης από τη Χαριλάου Τρικούπη. Το Μαξίμου γνωρίζει ότι ακόμη και με διατήρηση της πρωτιάς, η αυτοδυναμία φαντάζει δύσκολη. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ ή τμήμα του προβάλλει ως πιθανός μελλοντικός εταίρος σε ένα σχήμα συνεργασίας.

Το εναλλακτικό σενάριο αφορά μια ευρύτερη κυβέρνηση με τεχνοκρατικά ή οικουμενικά χαρακτηριστικά και με επικεφαλής πρόσωπο κοινής αποδοχής. Ο κ. Μητσοτάκης φέρεται να εκτιμά ότι, μέσω δεύτερων ή ακόμη και τρίτων διαδοχικών εκλογών, μπορεί να επιτύχει υψηλότερο ποσοστό, να διατηρήσει την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και να πιέσει βουλευτές άλλων κομμάτων, ιδίως από το ΠΑΣΟΚ, να στηρίξουν κυβερνητικό σχήμα.

Η απώλεια της δεύτερης θέσης από το ΠΑΣΟΚ αποτελεί, υπό αυτό το πρίσμα, κρίσιμο κρίκο της αλυσίδας. Θα το καθιστούσε πιο ευάλωτο, θα ενίσχυε τις εσωτερικές αντιθέσεις του και θα άνοιγε τον δρόμο για ανακατατάξεις ανάμεσα στη δεξιόστροφη και την αριστερόστροφη πτέρυγά του. Η σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ με το νέο κόμμα Τσίπρα αποκτά έτσι πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή μάχη εντυπώσεων.

Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται και η αντιπαράθεση της Χαριλάου Τρικούπη με τις εταιρείες δημοσκοπήσεων. Το ΠΑΣΟΚ τις κατηγορεί ουσιαστικά ότι παίζουν το παιχνίδι της κυβέρνησης, ευνοώντας την εικόνα ανόδου του κόμματος Τσίπρα. Οι δημοσκοπήσεις γίνονται έτσι παράπλευρο πεδίο σύγκρουσης σε μια μάχη όπου το πραγματικό έπαθλο είναι η δεύτερη θέση και η δυνατότητα καθορισμού των μετεκλογικών εξελίξεων.

Οι πολιτικοί σχεδιασμοί του Μεγάρου Μαξίμου συνδέονται και με τις προσωπικές επιδιώξεις του πρωθυπουργού. Καθώς το ενδεχόμενο μετάβασής του σε ευρωπαϊκό αξίωμα εμφανίζεται αποδυναμωμένο, στο παρασκήνιο κυκλοφορεί το σενάριο της μελλοντικής μεταπήδησής του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, μετά τη λήξη της θητείας του Κώστα Τασούλα το 2030. Σε αυτή τη βάση ερμηνεύονται και σκέψεις για άπαξ εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.

Η πολιτική ζωή, όμως, έχει εισέλθει σε περίοδο έντονης αστάθειας. Η κυβέρνηση διατηρεί αριθμητική πλειοψηφία, ωστόσο η πολιτική και κοινωνική της νομιμοποίηση εμφανίζεται διαβρωμένη. Τα σενάρια παραμονής στην εξουσία μέσω αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων ενδέχεται να αποδειχθούν εύθραυστα. Οι επαναληπτικές κάλπες μπορεί να λειτουργήσουν ως βατερλό για τη Ν.Δ., εφόσον συνδυαστούν με χαμηλή συσπείρωση, αυξημένη πόλωση και διάβρωση του αφηγήματος της σταθερότητας.

Η πολιτική του φόβου έχει όρια. Όταν τα σκιάχτρα χάνουν την πειστικότητά τους και η καθημερινότητα των πολιτών αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τα επικοινωνιακά διλήμματα, η συσπείρωση μπορεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν αποκλείεται, σε ένα δεύτερο εκλογικό γύρο, να συγκροτηθεί μια ευρεία και ετερόκλητη αντιμητσοτακική συσπείρωση.

Ενδεικτική είναι η δημοσκόπηση της RealPolls για το Protagon, η οποία εξέτασε σενάρια δεύτερης Κυριακής. Η μικρότερη διαφορά καταγράφεται όταν δεύτερο κόμμα εμφανίζεται η κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού. Σε αυτό το σενάριο, η Ν.Δ. συγκεντρώνει 34,0% και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» 30,6%, με απόσταση μόλις 3,41 μονάδων. Οι εκλογικοί ερευνητές σημειώνουν ότι το σχήμα Καρυστιανού λειτουργεί ως δοχείο διαμαρτυρίας από όλο το πολιτικό φάσμα.

Αντιθέτως, όταν δεύτερο εμφανίζεται το κόμμα Τσίπρα, η Ν.Δ. ανεβαίνει στο 37,0% και προσεγγίζει υπό προϋποθέσεις την αυτοδυναμία, ενώ το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού φτάνει στο 31,9%. Στην περίπτωση αυτή, ο Τσίπρας συσπειρώνει μέρος της αντιπολίτευσης, ταυτόχρονα όμως ενεργοποιεί και τη βάση της Ν.Δ., η οποία ψηφίζει πιο εύκολα αμυντικά απέναντι σε έναν γνώριμο αντίπαλο.

Η όψιμη επιστροφή στον Καραμανλή

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον πίεσης, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη θυμήθηκε ξαφνικά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τις ρίζες και τις ιστορικές αναφορές της παράταξης. Η στροφή μοιάζει βεβιασμένη και αμήχανη. Επί επτά χρόνια, το Μέγαρο Μαξίμου επένδυσε πολιτικά στην απομάκρυνση από κάθε στοιχείο που θύμιζε την καραμανλική παράδοση. Σήμερα, κυβερνητικά στελέχη επιστρατεύουν τον ιδρυτή της Ν.Δ. ως εργαλείο συσπείρωσης μιας βάσης που αισθάνεται ολοένα πιο ξένη μέσα στην ίδια της την παράταξη.

Οι διαρροές προς τα δεξιά, η κοινωνική φθορά, η κόπωση από την αλαζονεία της εξουσίας και οι παρεμβάσεις των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά έχουν προκαλέσει εμφανή εκνευρισμό στο πρωθυπουργικό επιτελείο. Ο καραμανλισμός μετατρέπεται αίφνης σε επικοινωνιακό καταφύγιο. Η πολιτική μνήμη, όμως, δεν ακυρώνεται με βίντεο, επετείους και αποσπασματικές αναφορές.

Η σημερινή ηγεσία της Ν.Δ. δεν υπήρξε απλώς αποστασιοποιημένη από την καραμανλική παράδοση. Επέλεξε συνειδητά να κόψει γέφυρες μαζί της. Για χρόνια, το μητσοτακικό στρατόπεδο καλλιεργούσε την εικόνα ότι η περίοδος Καραμανλή συνδεόταν με αδράνεια, στασιμότητα και οικονομική διολίσθηση προς τα Μνημόνια. Από το πρωθυπουργικό περιβάλλον δεν έλειψαν οι ειρωνικές αναφορές στην «καραμανλική μεμψιμοιρία» για την εξωτερική πολιτική, με τις επιφυλάξεις και τις παρεμβάσεις καραμανλικών στελεχών να παρουσιάζονται ως αναχρονιστικά βάρη.

Η περίφημη διεύρυνση προς το Κέντρο λειτούργησε και ως διαδικασία ιδεολογικής αποστείρωσης της Νέας Δημοκρατίας. Η παραδοσιακή φυσιογνωμία της κεντροδεξιάς παράταξης υποχώρησε μπροστά σε ένα πολυσυλλεκτικό σύστημα εξουσίας, όπου πρώην σημιτικοί εκσυγχρονιστές, τεχνοκράτες χωρίς οργανική πολιτική αναφορά, επικοινωνιολόγοι και στενοί μηχανισμοί διαχείρισης συγκρότησαν το νέο μοντέλο διακυβέρνησης.

Ο καραμανλισμός, ανεξαρτήτως επιμέρους πολιτικών διαφωνιών, εξέφραζε διαφορετική αντίληψη εξουσίας. Έδινε έμφαση στο πολιτικό μέτρο, στη θεσμική σοβαρότητα, στην εθνική αυτονομία και στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Η Ν.Δ. των τελευταίων ετών ταυτίστηκε με κλειστή, συγκεντρωτική και αυστηρά ελεγχόμενη λειτουργία εξουσίας. Οι αιχμές των πρώην πρωθυπουργών για τα Ελληνοτουρκικά, την εξωτερική πολιτική, το κράτος δικαίου και τη συνολική φυσιογνωμία της παράταξης χτύπησαν το πιο ευαίσθητο σημείο του σημερινού Μαξίμου.

Η κατηγορία είναι σαφής: η Ν.Δ. απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές αρχές της και διολίσθησε σε μοντέλο εξουσίας χωρίς ιδεολογικές σταθερές, χωρίς εσωτερικά αντίβαρα και χωρίς ανοχή στη διαφορετική άποψη. Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι που υποβάθμιζαν ή ειρωνεύονταν την καραμανλική παρακαταθήκη, επιχειρούν να εμφανιστούν ως φυσικοί συνεχιστές της. Επικαλούνται τον Εθνάρχη, ανασύρουν φράσεις του και σκηνοθετούν εικόνες ιστορικής συνέχειας.

Η όψιμη αυτή νοσταλγία μοιάζει περισσότερο με πράξη πολιτικής ανάγκης παρά με ειλικρινή επιστροφή στις ρίζες της παράταξης. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει καθηλωμένη γύρω από το 25%, οι διαρροές προς τα δεξιά συνεχίζονται και η κόπωση απέναντι στο επιτελικό μοντέλο εξουσίας γίνεται πιο έντονη. Ένα τμήμα της παραδοσιακής «γαλάζιας» βάσης αισθάνεται πλέον πολιτικά άστεγο.

Η επίκληση στον Καραμανλή δεν αρκεί. Όταν επί χρόνια παρουσιάζεται ο καραμανλισμός ως συνώνυμο στασιμότητας, όταν οι εσωκομματικές διαφοροποιήσεις υπονομεύονται και όταν κάθε κριτική αντιμετωπίζεται με αλαζονεία, δεν μπορεί ξαφνικά να ζητείται νομιμοποίηση από την παράδοση που προηγουμένως αποδομήθηκε. Το Μέγαρο Μαξίμου ανακαλύπτει καθυστερημένα ότι η πολιτική φθορά δεν αντιμετωπίζεται με ιστορικά δάνεια και επικοινωνιακές φωτοσκιάσεις.