22 Οκτωβρίου 2026

Οικονομικό έγκλημα: Έρχεται αυστηρότερη εποπτεία – Ο ρόλος της νέας Αρχής AMLA

Σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και το οικονομικό έγκλημα φέρνει το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο αρχίζει να εφαρμόζεται σε μεγάλο μέρος του από τις 10 Ιουλίου 2027. Οι νέες απαιτήσεις επιβάλλουν ουσιαστικότερη εποπτεία των συναλλαγών, αυστηρότερες διαδικασίες ελέγχου και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πληροφοριών που διαθέτουν οι οργανισμοί.

Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής βρίσκεται η ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με την τεχνητή νοημοσύνη και την αξιοπιστία των δεδομένων να αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στην αναγνώριση ύποπτων οικονομικών κινήσεων.

Οι αλλαγές αυτές αποτέλεσαν βασικό αντικείμενο του 3ου Financial Crime Symposium της Deloitte, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2026 στο Ωδείο Αθηνών, συγκεντρώνοντας εκπροσώπους εποπτικών αρχών, τραπεζικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και ειδικούς στην κανονιστική συμμόρφωση.

Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης αναλύθηκαν οι υποχρεώσεις που δημιουργεί ο ευρωπαϊκός Κανονισμός AMLR, καθώς και ο ρόλος της νέας ευρωπαϊκής Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, γνωστής ως AMLA.

Οι βασικές διατάξεις του AMLR θα ισχύσουν από τις 10 Ιουλίου 2027, με ορισμένες ειδικές κατηγορίες υπόχρεων φορέων να υπάγονται σε μεταγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής. Από το 2028 η AMLA προγραμματίζεται να αναλάβει την άμεση εποπτεία επιλεγμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών υψηλού κινδύνου, ενώ οι εθνικές αρχές θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο της αγοράς.

Νέοι κανόνες για τράπεζες και επιχειρήσεις – Αυστηρότερη εποπτεία των συναλλαγών

Μία από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις του συνεδρίου ήταν ότι η προσαρμογή στο νέο κανονιστικό περιβάλλον απαιτεί οργανωμένες παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η εταιρική διακυβέρνηση, οι εσωτερικές πολιτικές, τα πληροφοριακά συστήματα, η εκπαίδευση των εργαζομένων και οι διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου θα πρέπει να επανεξεταστούν με βάση τις νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις.

Ως απαραίτητο πρώτο βήμα αναδείχθηκε η καταγραφή των υφιστάμενων αδυναμιών και η σύγκρισή τους με τις υποχρεώσεις που προβλέπει το νέο πλαίσιο. Κάθε οργανισμός καλείται να διαμορφώσει συγκεκριμένο σχέδιο συμμόρφωσης, με σαφές χρονοδιάγραμμα, καθορισμένες αρμοδιότητες και δυνατότητα προσαρμογής στις τεχνικές οδηγίες που θα εκδίδονται από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αποτελεσματικότητα των ελέγχων στην καθημερινή λειτουργία. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να αποδεικνύουν ότι οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν εντοπίζουν πραγματικούς κινδύνους, αναγνωρίζουν έγκαιρα ασυνήθιστες συναλλαγές και οδηγούν σε τεκμηριωμένες αποφάσεις.

Η αξιολόγηση κινδύνου αποκτά κεντρική θέση τόσο στις επιχειρησιακές διαδικασίες όσο και στον στρατηγικό σχεδιασμό. Οι έλεγχοι πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο έκθεσης κάθε οργανισμού σε πιθανές δραστηριότητες ξεπλύματος χρήματος, αποφεύγοντας την άσκοπη επιβάρυνση συναλλαγών χαμηλού κινδύνου.

Καθοριστική θεωρείται επίσης η συμμετοχή των διοικήσεων. Η σαφής κατανομή ευθυνών, η επάρκεια προσωπικού και οικονομικών πόρων και η συστηματική ενημέρωση των διοικητικών συμβουλίων αποτελούν βασικούς παράγοντες για την εφαρμογή αποτελεσματικών μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου.

Τεχνητή νοημοσύνη και αξιόπιστα δεδομένα στην καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος

Σημαντικό μέρος των συζητήσεων αφιερώθηκε στη χρήση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών και ιδιαίτερα της τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτων τραπεζικών συναλλαγών.

Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να συμβάλουν στην επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών, στην ανάλυση εγγράφων, στην αναγνώριση ασυνήθιστων συναλλακτικών μοτίβων και στη διερεύνηση περιπτώσεων που ενδέχεται να σχετίζονται με οικονομικές παραβάσεις.

Ωστόσο, η αξιοποίηση της τεχνολογίας προϋποθέτει ποιοτικά και επικαιροποιημένα δεδομένα. Οι πληροφορίες για τους πελάτες, την πραγματική οικονομική τους δραστηριότητα και την προέλευση των χρημάτων πρέπει να είναι αξιόπιστες, με σαφώς τεκμηριωμένες πηγές.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συνεχή επανεξέταση του προφίλ κινδύνου των συναλλασσομένων. Μεταβολές στην οικονομική συμπεριφορά, ασυνήθιστες κινήσεις ή αλλαγές στα χαρακτηριστικά μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις που απαιτούν πρόσθετο έλεγχο.

Οι συμμετέχοντες επισήμαναν ότι η μετάβαση από τις δοκιμαστικές εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης στη συστηματική επιχειρησιακή χρήση απαιτεί μετρήσιμους στόχους, σαφείς διαδικασίες λογοδοσίας και δυνατότητα ελέγχου των αποτελεσμάτων.

Η ανθρώπινη εποπτεία παραμένει απαραίτητη, καθώς τα τεχνολογικά συστήματα οφείλουν να λειτουργούν με διαφάνεια, δυνατότητα εξήγησης των αποφάσεων και πλήρη ιχνηλασιμότητα. Η τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να βαρύνει τους οργανισμούς που χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες εφαρμογές.

Το συνέδριο εξέτασε ακόμη τις ιδιαιτερότητες διαφορετικών οικονομικών κλάδων. Οι υπηρεσίες πληρωμών, η διαχείριση πιστώσεων, η ασφαλιστική αγορά, οι συναλλαγές ακινήτων, τα τυχερά παίγνια και το εμπόριο έργων τέχνης και αρχαιοτήτων παρουσιάζουν διαφορετικούς κινδύνους, οι οποίοι απαιτούν εξειδικευμένους μηχανισμούς πρόληψης.

Η αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος προϋποθέτει, επίσης, αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των επιχειρησιακών τμημάτων, των υπευθύνων κανονιστικής συμμόρφωσης, των ειδικών πληροφορικής και των αρμόδιων εποπτικών υπηρεσιών.

Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να συμβάλει στον ταχύτερο εντοπισμό ύποπτων δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των προβλεπόμενων νομικών εγγυήσεων και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Ο Αλέξης Χατζηπαύλου, Partner και επικεφαλής Risk, Regulatory & Forensic της Deloitte Ελλάδος, υπογράμμισε ότι η προετοιμασία για το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο απαιτεί συγκεκριμένες προτεραιότητες, αξιόπιστη πληροφόρηση και εσωτερικούς μηχανισμούς που αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητά τους στην πράξη.

Όπως επισήμανε, η νέα πραγματικότητα δημιουργεί ευκαιρίες ενίσχυσης της οργανωτικής ανθεκτικότητας και της εμπιστοσύνης μεταξύ επιχειρήσεων, πελατών και συνεργατών. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της διαρκούς εκπαίδευσης, της ανταλλαγής τεχνογνωσίας και της στενότερης συνεργασίας μεταξύ ιδιωτικού τομέα και εποπτικών αρχών.

Το 3ο Financial Crime Symposium ανέδειξε ότι η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος αποτελεί πλέον βασική στρατηγική υποχρέωση για επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η προσαρμογή στους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες απαιτεί επενδύσεις σε τεχνολογικές υποδομές, εξειδικευμένο προσωπικό και αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης κινδύνων, με στόχο την προστασία της αγοράς και την ενίσχυση της διαφάνειας στις οικονομικές συναλλαγές.