Σήμερα Γιορτάζουν:

ΔΡΟΣΟΣ

ΔΡΟΣΟΥΛΑ

ΟΠΕΚΕΠΕ - Αντρές Ρίτερ: «Το σκάνδαλο δείχνει μηχανισμό εξουσίας από την κορυφή έως τη βάση»

Η φράση που αποδίδεται στον Ευρωπαίο εισαγγελέα Αντρές Ρίτερ δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες ούτε για βολικές πολιτικές υπεκφυγές. «Οργανωμένο από τα πάνω προς τα κάτω». Με αυτή τη διατύπωση, που φέρεται να καταγράφηκε στο πλαίσιο ευρωπαϊκής δημοσιογραφικής έρευνας για την κατάχρηση αγροτικών ενισχύσεων, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παύει να μπορεί να παρουσιαστεί ως ένα άθροισμα μικρών, διάσπαρτων παρανομιών και αποκτά χαρακτηριστικά συστημικού σκανδάλου με κάθετη διάχυση ευθυνών.

Ο Αντρές Ρίτερ, διάδοχος της Λάουρα Κοβέσι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας της EPPO από το 2020, δεν είναι ένα περιφερειακό πρόσωπο χωρίς θεσμικό βάρος. Πρόκειται για έναν ανώτατο ευρωπαίο εισαγγελικό λειτουργό, του οποίου οι τοποθετήσεις αποτυπώνουν την κατεύθυνση και τη σοβαρότητα των ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Και ακριβώς γι’ αυτό, η αποστροφή περί «οργανωμένου συστήματος» αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς έρχεται να συμπυκνώσει το συμπέρασμα μιας ευρύτερης ερευνητικής διαδικασίας που δεν περιορίζεται σε επιμέρους περιστατικά.

Οι πρακτικές που ερευνώνται δεν συνιστούν απλώς διοικητικές παραλείψεις. Συνθέτουν ένα πλέγμα συστηματικής εκμετάλλευσης των ευρωπαϊκών πόρων. Δηλώσεις για ανύπαρκτα ζώα, καταχώριση βοσκοτόπων σε εκτάσεις που δεν μπορούν να υποστηρίξουν κτηνοτροφική δραστηριότητα, αναφορές σε περιοχές απόκρημνες, βραχώδεις ή δασικές, ακόμη και σε σημεία όπου η βόσκηση είναι πρακτικά αδύνατη. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο η επινοητικότητα των δηλώσεων. Είναι η επαναλαμβανόμενη έγκρισή τους.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας της υπόθεσης. Διότι όταν αιτήσεις αυτού του τύπου εγκρίνονται κατ’ επανάληψη, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον μόνο στον ιδιώτη που επιχειρεί να αποκομίσει παράνομο όφελος. Μεταφέρεται στον μηχανισμό που ελέγχει, εγκρίνει και διαχειρίζεται τα κονδύλια. Στελέχη και υπάλληλοι του ΟΠΕΚΕΠΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάζονται, φέρονται σε ορισμένες περιπτώσεις να ενέκριναν αιτήσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η παρατυπία μετατράπηκε σε κανονικότητα.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ωστόσο, δεν φαίνεται να περιορίζει το πεδίο της έρευνας στον ίδιο τον οργανισμό. Το ενδιαφέρον επεκτείνεται και προς άλλες εθνικές Αρχές, κρατικές υπηρεσίες και δημόσιους λειτουργούς. Αυτό το στοιχείο αλλάζει ριζικά το πλαίσιο της υπόθεσης. Δεν πρόκειται πλέον για μια «εσωτερική παθογένεια» ενός οργανισμού, αλλά για ένα ενδεχόμενο δίκτυο ευθυνών που διαπερνά διαφορετικά επίπεδα διοίκησης. Και όταν οι ευθύνες αποκτούν τέτοια διάσταση, το πολιτικό ερώτημα καθίσταται αναπόφευκτο: ποιος γνώριζε, ποιος επέτρεψε και ποιος τελικά ωφελήθηκε από τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η χρονική συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η αποστολή δεύτερης δικογραφίας στη Βουλή συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη των ερευνών και εντείνει την πολιτική πίεση. Η Λάουρα Κοβέσι, η οποία ηγήθηκε της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, φέρεται να επέμεινε στην ολοκλήρωση των διαδικασιών συγκέντρωσης στοιχείων πριν από την πλήρη κοινοβουλευτική αξιολόγηση της υπόθεσης, γεγονός που δείχνει ότι η ευρωπαϊκή πλευρά επιδιώκει να διασφαλίσει τη θεσμική πληρότητα των κατηγοριών.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, η διαχείριση της εξεταστικής διαδικασίας αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα. Η επιλογή της κυβερνητικής πλειοψηφίας να προχωρήσει σε ταχεία ολοκλήρωση των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, προκειμένου να κλείσει το κεφάλαιο πριν από την πλήρη ανάπτυξη των δικογραφικών δεδομένων, ενδέχεται να αποδειχθεί πολιτικά επισφαλής. Διότι όταν μια υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η προσπάθεια εσωτερικού περιορισμού της δεν συνεπάγεται απαραίτητα και ουσιαστική αποφόρτιση. Αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει την εντύπωση συγκάλυψης.

Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν και φέρνουν στο προσκήνιο ονόματα πολιτικών προσώπων επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα. Ο Κώστας Σκρέκας, ο οποίος διετέλεσε υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης την περίοδο 2019–2021, συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που αναφέρονται σε σχέση με την περίοδο λήψης κρίσιμων αποφάσεων. Ο ίδιος αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή, ωστόσο η αναφορά του και μόνο υποδηλώνει ότι η έρευνα έχει ήδη περάσει από το επίπεδο των υπηρεσιακών ευθυνών στο επίπεδο της πολιτικής λογοδοσίας.