Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΡΣΑΜΙΑ

29 Ιανουαρίου 2026

Τζουμάκας στην Εξεταστική: Μαφίες, επιδοτήσεις και ευρωπαϊκή απάτη στον αγροτικό τομέα

Τις χρόνιες παθογένειες και τις «ρεμούλες» που, όπως υποστήριξε, χαρακτήριζαν επί δεκαετίες το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ανέδειξε ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ο Στέφανος Τζουμάκας.

Ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης την περίοδο 1996-1998 σκιαγράφησε την εικόνα ενός υπουργείου σε πλήρη θεσμική αποσύνθεση. Ένα περιβάλλον που, όπως το περιέγραψε, λειτουργούσε ως «μπάχαλο», παραδομένο σε οργανωμένα κυκλώματα, μαφίες και καρτέλ, τα οποία νέμονταν την αγροτική παραγωγή και διαχειρίζονταν τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις κατά το δοκούν, αφαιρώντας πόρους από τον πραγματικό αγρότη.

Με ιδιαίτερα αιχμηρό λόγο, ο Στέφανος Τζουμάκας άσκησε σφοδρή κριτική και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία χαρακτήρισε «πρώτη διδάξασα» σε φαινόμενα απάτης και διαφθοράς στον αγροτικό τομέα. Όπως ανέφερε, οι Βρυξέλλες ουδέποτε έδειξαν ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη μικρή και ευάλωτη ελληνική αγροτική παραγωγή, αντιθέτως στήριζαν συστηματικά τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, καθώς και των χωρών του BENELUX.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, περιέγραψε περιστατικό από ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, κατά το οποίο – όπως είπε – υπουργός Γεωργίας της Μεγάλης Βρετανίας τον παρότρυνε να «μη μιλά», να περιορίζεται σε προϊόντα όπως το λάδι, το βαμβάκι και η φέτα και να μη διεκδικεί περισσότερα, με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Μου έλεγε: “Να ασχολείσαι με τη φέτα και το βαμβάκι. Να μη μιλάς. Η χώρα σου δεν είναι ιδρυτικό μέλος”», ανέφερε, για να καταλήξει πως «αυτό που αποκαλούμε παρανομία, απάτη και κομπίνα έχει ευρωπαϊκή βάση και έδρα τις Βρυξέλλες».

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, την ίδια στιγμή τα αιτήματα της βρετανικής πλευράς στόχευαν αποκλειστικά στην ενίσχυση επιδοτήσεων για τεράστιες βασιλικές εκτάσεις, ακόμη και πέριξ του Μπάκιγχαμ, οι οποίες απορροφούσαν διαχρονικά το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων εις βάρος των μικρομεσαίων αγροτών.

Η «μαφία του βαμβακιού»

Ο Στέφανος Τζουμάκας περιέγραψε αναλυτικά και τη λειτουργία της λεγόμενης «μαφίας του βαμβακιού» την περίοδο της υπουργικής του θητείας, αποκαλύπτοντας ένα οργανωμένο σύστημα απάτης με στόχο τη διόγκωση της δηλωμένης παραγωγής και την άντληση κοινοτικών επιδοτήσεων από συγκεκριμένα συμφέροντα.

Όπως κατέθεσε, το κύκλωμα στηριζόταν στη νοθεία των στοιχείων παραγωγής, με εικονικές ζυγίσεις και επαναλαμβανόμενες καταγραφές της ίδιας ποσότητας βαμβακιού, ώστε να εμφανίζονται πλασματικά αυξημένοι όγκοι και να διοχετεύονται παράνομα ευρωπαϊκά κονδύλια.

«Εγώ ο ίδιος έκλεισα 24 εκκοκκιστήρια βάμβακος», ανέφερε, περιγράφοντας ένα καθεστώς ανοχής και συγκάλυψης, όπου στελέχη οργανισμών, τοπικές ενώσεις και παραγωγοί λειτουργούσαν συντονισμένα. Όπως είπε, το ίδιο φορτίο μπορούσε να ζυγιστεί έως και πέντε φορές, ενώ δεν δίσταζαν να προσθέτουν ακόμη και πέτρες για να αυξάνεται τεχνητά το βάρος.

«Άγρια διαφθορά και εκμετάλλευση για ένα προϊόν», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε το τοπίο, τονίζοντας ότι οι επιδοτήσεις λεηλατούνταν εις βάρος του πραγματικού παραγωγού.

Νοθεία, φέτα και ληγμένοι χυμοί

Ο πρώην υπουργός κατέθεσε ότι τα φαινόμενα απάτης δεν περιορίζονταν στο βαμβάκι, αλλά εκτείνονταν σχεδόν σε ολόκληρο το φάσμα των αγροτικών προϊόντων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη νοθευμένη φέτα, υπόθεση που – όπως υπογράμμισε – ο ίδιος οδήγησε στη Δικαιοσύνη.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, μεγάλες ποσότητες σκόνης γάλακτος εισάγονταν, μετατρέπονταν σε υγρό προϊόν και είτε πωλούνταν ως «φρέσκο» γάλα είτε χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή φέτας, παραβιάζοντας κάθε κανόνα ποιότητας και νομιμότητας.

«Έφερναν καμιόνια με τόνους σκόνης γάλακτος, τη μετέτρεπαν σε υγρό προϊόν και είτε τη διέθεταν ως φρέσκο είτε την έκαναν φέτα», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι για τη συγκεκριμένη πρακτική απέστειλε στη Δικαιοσύνη πλήρη φάκελο με 60 υποθέσεις.

Τέλος, μίλησε και για την υπόθεση των εισαγόμενων χυμών, περιγράφοντας την εισαγωγή συμπυκνωμένου κατεψυγμένου χυμού από τη Βραζιλία, ο οποίος έληγε σε ελάχιστες ημέρες. Όπως κατήγγειλε, το προϊόν αποκτούσε ευρωπαϊκή «ταυτότητα» στα λιμάνια της ΕΕ και κατέληγε στα ελληνικά ράφια ως δήθεν φρέσκος χυμός, παρότι ήταν αλλοιωμένος και σχεδόν ληγμένος.