ΟΠΕΚΕΠΕ: Πανηγυρισμοί με 22 κατηγορουμένους και τέσσερις βουλευτές υπό δίωξη
Σε συντονισμένη επικοινωνιακή αντεπίθεση πέρασε η κυβέρνηση μετά την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Πρωθυπουργός, υπουργοί και κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησαν μέσα σε λίγες ώρες να μετατρέψουν την αρχειοθέτηση υποθέσεων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας σε συνολική πολιτική δικαίωση και το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων σε μια υπερδιογκωμένη «φούσκα» της αντιπολίτευσης.
Η εικόνα που παρουσιάζει το Μέγαρο Μαξίμου είναι συγκεκριμένη: από τα 13 πολιτικά πρόσωπα για τα οποία είχαν κινηθεί διαδικασίες άρσης ασυλίας, οι υποθέσεις εννέα τέθηκαν στο αρχείο και τέσσερις βουλευτές παραπέμπονται για πλημμεληματικές πράξεις. Πάνω σε αυτή την αριθμητική οικοδομήθηκε το νέο κυβερνητικό αφήγημα περί «διασυρμού έντιμων πολιτικών» και ανάγκης δημόσιας συγγνώμης από την αντιπολίτευση.
Η κυβερνητική παρουσίαση παρακάμπτει ένα ουσιώδες δεδομένο: η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε ποινικές διώξεις σε συνολικά 22 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, πρώην υψηλόβαθμοι λειτουργοί του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολιτικοί συνεργάτες. Οι αρχειοθετήσεις συγκεκριμένων φακέλων αποτελούν κρίσιμη δικαστική εξέλιξη, δεν εξαφανίζουν όμως τις ενεργές διώξεις ούτε τα ευρήματα για οργανωμένες παρεμβάσεις στη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών κονδυλίων.
Η κυβερνητική γραμμή της «φούσκας»
Πρώτος έδωσε τον τόνο ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος παρουσίασε τις εξελίξεις ως επιβεβαίωση των αρχικών του εκτιμήσεων. Ο υπουργός Υγείας υπενθύμισε ότι οι υποθέσεις των Τάσου Χατζηβασιλείου και Χαράλαμπου Αθανασίου είχαν ήδη αρχειοθετηθεί από την ελληνική Δικαιοσύνη, ενώ από τους έντεκα βουλευτές που ελέγχθηκαν από την EPPO αρχειοθετήθηκαν οι επτά.
Για τους τέσσερις βουλευτές στους οποίους ασκήθηκαν διώξεις υποστήριξε ότι οι υποθέσεις είναι «αστείες» και προέβλεψε την πανηγυρική αθώωσή τους. Εμφάνισε, μάλιστα, την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να προχωρήσει τις συγκεκριμένες υποθέσεις ως προσπάθεια να «σωθούν τα προσχήματα».
Η θέση αυτή αποτελεί πολιτική εκτίμηση του υπουργού. Δεν περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της EPPO, η οποία αναφέρει ότι εξετάστηκαν με την ίδια προσοχή τα ενοχοποιητικά και τα απαλλακτικά στοιχεία. Όπου δεν εντοπίστηκαν επαρκείς ενδείξεις, οι υποθέσεις αρχειοθετήθηκαν. Όπου το αποδεικτικό υλικό κρίθηκε επαρκές, ασκήθηκαν διώξεις.
Τη σκυτάλη πήρε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προσδίδοντας στην κυβερνητική αντεπίθεση πρωθυπουργικό βάρος. Ο πρωθυπουργός μίλησε για αποκατάσταση της αλήθειας και ζήτησε να απολογηθούν όσοι χαρακτήρισαν την κυβέρνησή του «κυβέρνηση υποδίκων».
Αναφέρθηκε στις παραιτήσεις τριών κυβερνητικών στελεχών που είχε ζητήσει για λόγους πολιτικής ευθιξίας και υποστήριξε ότι έντιμοι πολιτικοί διασύρθηκαν επί εβδομάδες. Παράλληλα, άφησε ευθεία αιχμή κατά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, την οποία κατηγόρησε ότι φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό.
Η δήλωση αυτή ξεπερνά τη σύγκρουση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Ο πρωθυπουργός μιας χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητεί δημόσια τη θεσμική ουδετερότητα της ανεξάρτητης εισαγγελικής αρχής που είναι αρμόδια για την προστασία των ευρωπαϊκών οικονομικών συμφερόντων.
Ο Παύλος Μαρινάκης ακολούθησε την ίδια γραμμή. Κάλεσε το ΠΑΣΟΚ και όσους μίλησαν για «κυβέρνηση υποδίκων» να ζητήσουν συγγνώμη, επικαλούμενος το τεκμήριο της αθωότητας για τους τέσσερις διωκόμενους βουλευτές.
Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή και ισχύει για όλους. Η εφαρμογή του δεν συνεπάγεται ότι η άσκηση ποινικής δίωξης είναι αμελητέο γεγονός ούτε ότι η κυβέρνηση δικαιούται να προεξοφλεί δικαστικές αποφάσεις, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει την αντιπολίτευση για προεξόφληση ενοχής.
Τα ποσά, η έκθεση Τυχεροπούλου και η μάχη των εντυπώσεων
Η κυβέρνηση στηρίζει μεγάλο μέρος της αντεπίθεσής της στη δραστική διαφοροποίηση ανάμεσα στα ποσά που περιλαμβάνονταν στην αρχική δικογραφία και σε εκείνα που φέρεται να προσδιορίζει η έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές και δημοσιεύματα, η αρχική εκτίμηση πιθανής ζημίας για τις έντεκα υποθέσεις ανερχόταν σε περίπου 1,19 εκατ. ευρώ, ενώ το ποσό που συνδέεται με τις τέσσερις υποθέσεις που προχώρησαν περιορίζεται σε περίπου 13.500 ευρώ.
Για την Κατερίνα Παπακώστα αναφέρεται ότι η πιθανή ζημία μειώθηκε από 142.249,81 ευρώ σε 7.753,21 ευρώ. Για τον Κώστα Σκρέκα από 87.780,85 ευρώ σε 744,17 ευρώ, ενώ για τον Μάξιμο Σενετάκη υπολογίζεται σε 2.558,79 ευρώ.
Στην περίπτωση του Χρήστου Μπουκώρου φέρεται να αναφέρεται ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί ζημία για το Ευρωπαϊκό Ταμείο, επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί η διερεύνηση κρίσιμων στοιχείων για δύο παραγωγούς. Η αρχική δικογραφία φέρεται να προσδιόριζε την ενδεχόμενη ζημία σε 88.725,67 ευρώ.
Οι μεγάλες αποκλίσεις δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την αρχική αποτίμηση των υποθέσεων, τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και την ποιότητα του υλικού πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν οι άρσεις ασυλίας. Η διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων είναι θεμιτή και αναγκαία.
Η διαφοροποίηση των ποσών δεν ακυρώνει αυτομάτως τις καταγγελλόμενες πράξεις. Οι διώξεις αφορούν, μεταξύ άλλων, ηθική αυτουργία σε απιστία, παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης με υπολογιστή. Η ποινική αξιολόγηση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ύψος της πιθανής οικονομικής ζημίας.
Το Μαξίμου επιχειρεί επίσης να διευρύνει τη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι από τα 89 αιτήματα άρσης ασυλίας που έχουν κατατεθεί κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο, μόλις το 24% αφορά βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Ο αριθμός χρησιμοποιείται για να αποδομηθεί η εικόνα ενός συστημικού προβλήματος στο κυβερνών κόμμα.
Η συγκεκριμένη σύγκριση έχει περιορισμένη αποδεικτική αξία. Δεν είναι όλα τα αιτήματα άρσης ασυλίας ίδια, ούτε αφορούν όλα τη διαχείριση δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Η ουσία κάθε υπόθεσης κρίνεται από το περιεχόμενο της δικογραφίας και όχι από το ποσοστό που καταλαμβάνει ένα κόμμα στο σύνολο των κοινοβουλευτικών αιτημάτων.
Το ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε να υιοθετήσει το αίτημα κυβερνητικής συγγνώμης. Ο εκπρόσωπός του, Κώστας Τσουκαλάς, υποστήριξε ότι η δίωξη τεσσάρων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και ακόμη 18 προσώπων επιβεβαιώνει το πολιτικό βάθος της υπόθεσης, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι «πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη» και απαιτεί από την αντιπολίτευση να απολογηθεί.
Η πολιτική αντιπαράθεση έχει πλέον μετακινηθεί από το περιεχόμενο του σκανδάλου στη διαχείριση των εντυπώσεων. Η κυβέρνηση προβάλλει τις εννέα αρχειοθετήσεις και τον πλημμεληματικό χαρακτήρα των τεσσάρων διώξεων. Η αντιπολίτευση προβάλλει τους 22 κατηγορουμένους, τις τέσσερις διώξεις βουλευτών και τη συμμετοχή πρώην κορυφαίων στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το γεγονός ότι εννέα πολιτικοί φάκελοι τέθηκαν στο αρχείο αποτελεί σοβαρή εξέλιξη και πρέπει να αναγνωριστεί χωρίς υπεκφυγές. Το γεγονός ότι τέσσερις βουλευτές παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη και ότι συνολικά διώκονται 22 πρόσωπα αποτελεί εξίσου σοβαρή πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πρώτη πλευρά ως πλήρη ακύρωση της δεύτερης. Αυτή είναι η νέα επικοινωνιακή της υπερβολή. Η αρχειοθέτηση δεν είναι αθώωση έπειτα από δίκη, όπως η δίωξη δεν είναι καταδίκη. Και στις δύο περιπτώσεις, οι θεσμικές έννοιες δεν μπορούν να προσαρμόζονται στις ανάγκες της κομματικής προπαγάνδας.
Η τελική κρίση ανήκει στα δικαστήρια. Η πολιτική αξιολόγηση, όμως, αφορά ήδη τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις παρεμβάσεις στους ελέγχους, τις ευθύνες της κρατικής εποπτείας και τη διαχείριση χρημάτων που προορίζονταν για τους πραγματικούς παραγωγούς. Αυτά τα ερωτήματα δεν εξαφανίζονται πίσω από κυβερνητικούς πανηγυρισμούς ούτε από τις υπερβολές της αντιπολίτευσης.
Πιο Δημοφιλή
Η Ελλάδα των κυβερνητικών αναρτήσεων και η Ελλάδα του ταμείου
ΠΑΣΟΚ: Ο Δημητριάδης στέλνει εκβιαστικά μηνύματα στον Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Νέα στοιχεία για την επίθεση στη Μαρφίν
Ιρανική επίθεση σε βάση ΗΠΑ στη Συρία