Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΓΑΘΩΝ

ΔΟΜΙΝΙΚΗ

ΚΕΛΣΙΟΣ

ΠΑΡΘΕΝΑ

7 Ιανουαρίου 2026

Όταν η επιτήρηση βαφτίζεται προστασία

Στον δεύτερο τόμο του βιβλίου της «Δημοσιογραφικά χρόνια. Πενήντα και κάτι…» η Ελένη Βλάχου επανέφερε ένα παλαιό χρονογράφημα που είχε δημοσιευθεί στα «Επίκαιρα» στις 28 Νοεμβρίου 1954. Το κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ουτοπίες», λειτουργεί ως μια πρώιμη ακτινογραφία του τρόπου με τον οποίο η εξουσία αποπειράται να διαμορφώσει συνειδήσεις, προβάλλοντας την εικόνα ενός πολίτη ανέτοιμου να σκεφθεί αυτόνομα. Η παρατήρησή της για τη μόνιμη διολίσθηση της κρατικής λειτουργίας προς μια ψευδεπίγραφη δημοκρατική επίφαση αναδεικνύει τη βαθύτερη πεποίθηση ότι ο πολίτης αντιμετωπίζεται σαν νήπιο, εύπλαστο και απροστάτευτο.

Η Βλάχου περιέγραψε τη βρεφοποίηση ως μέθοδο πολιτικής χειραγώγησης που στηρίζεται στην εξαπάτηση και τον εκφοβισμό. Παραθέτει το παράπονό της για την αδιάκοπη χρήση απατηλών πρακτικών με γλώσσα αιχμηρή και απολύτως σαφή. Ομολογεί ότι αισθάνεται πως την μεταχειρίζονται σαν «άρρωστο και ελαφρώς καθυστερημένο παιδί» που καλείται να αποδεχθεί αποφάσεις χωρίς επίγνωση, υπό τη διαβεβαίωση πως πρόκειται για «σιρόπια». Η διατύπωση αποτυπώνει τη διαχρονικότητα της τάσης των κυβερνήσεων να καλλιεργούν μια παιδική εμπιστοσύνη για να εξασφαλίζουν την υπακοή.

Στο ίδιο χρονογράφημα σχολίαζε και τη λειτουργία του φόβου ως σταθερά του πολιτικού λόγου. Χρησιμοποιούσε τον όρο «μπαμπούλες» για να περιγράψει τα σχήματα που επιστρατεύονται με σκοπό τη διαρκή συντήρηση ενός περιβάλλοντος απειλής. Οι σύγχρονες εκδοχές αυτού του φαινομένου εμφανίζονται πολυάριθμες και παρακολουθούν τις διεθνείς συνθήκες, μετατρεπόμενες σταδιακά σε μια ανεξάντλητη σειρά από διαδοχικές «κρίσεις». Η προέλαση του όρου «πολυκρίση» συνδέεται με την ενίσχυση μιας αίσθησης ευαλωτότητας, καθώς προβάλλεται ως ένα υπερσύνολο κινδύνων που καθηλώνει τις κοινωνίες στην ανάγκη μόνιμης προστασίας.

Η Βλάχου υπενθύμιζε ότι η βρεφοποίηση δεν είναι απλή διοικητική πρακτική αλλά μορφή κακοποίησης που περιορίζει την αυτονομία του ατόμου. Η απαλλαγή από αυτήν προϋποθέτει συνειδητοποίηση των περιορισμών που επιβάλλονται και αναζήτηση τρόπων απεγκλωβισμού από μια κατάσταση θεσμικής ομηρίας.

Σε άλλο σημείο του έργου της, με αφορμή τις εμπειρίες της από τη Σοβιετική Ένωση του 1953, ανέλυε τον μηχανισμό της «διευθυνόμενης ψυχαγωγίας». Περιέγραφε την τηλεόραση ως εργαλείο που διαμορφώνει συναισθήματα, ερμηνείες και αντιλήψεις μέσα στον χώρο της οικογενειακής οικειότητας. Το μέσο παρείχε οδηγίες, συμβουλές και διαρκή επανάληψη συνθημάτων, απομονώνοντας τον πολίτη από οποιαδήποτε φωνή που θα μπορούσε να ανατρέψει την επιβαλλόμενη τάξη. Η σκέψη αυτή προοιωνιζόταν τη σημερινή συζήτηση για τη δύναμη των μέσων μαζικής επικοινωνίας και τον ρόλο τους στη συγκρότηση μιας ενιαίας αφήγησης.

Η εικόνα του Σοβιετικού πολίτη που αποτύπωσε η Βλάχου λειτουργεί ως σύντομο ψυχογράφημα μιας κοινωνίας εγκλωβισμένης σε κλίμα καχυποψίας. Τον περιέγραψε ως άνθρωπο μουδιασμένο, προσεκτικό σε κάθε βήμα, αποφασισμένο να μην εκτεθεί και προσηλωμένο στη διατήρηση προνομίων που όριζε το σύστημα. Η ανασφάλεια περιόριζε την ανάληψη πρωτοβουλιών και η αγωνία αποστέρησης παγίων δικαιωμάτων καθόριζε τη στάση του απέναντι στη δημόσια ζωή.

Η ίδια παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν συσχετιστεί με τη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση. Η καθημερινότητα πολλών πολιτών βρίσκεται υπό το βάρος οικονομικής δυσκολίας και διαδοχικών μέτρων που ενισχύουν την εξάρτηση από κρατικές παροχές. Η συσσωρευμένη ανασφάλεια δημιουργεί περιβάλλον όπου η κριτική διάθεση ατονεί και η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε πράξη υψηλού ρίσκου. Ο χαρακτηρισμός της Βλάχου για τον πολίτη που αποφεύγει να ξεχωρίσει μοιάζει να συνομιλεί με μια σύγχρονη κουλτούρα προσεκτικής συμμόρφωσης.

Η περιγραφή της «σιδερένιας κυψέλης» αποτυπώνει μια ζωή αυστηρά οριοθετημένη, παρακολουθούμενη και αξιολογούμενη συνεχώς. Η μεταφορά του εντόμου που κινείται σε ένα περιβάλλον απόλυτα ελεγχόμενο ενσωματώνει την αίσθηση ενός συστήματος που ρυθμίζει κάθε πτυχή της ύπαρξης. Στη σημερινή πραγματικότητα, η συζήτηση για τα ψηφιακά συστήματα επιτήρησης, τις ηλεκτρονικές ταυτότητες και την αυτοματοποίηση των διοικητικών ελέγχων συνθέτει μια νέου τύπου συνθήκη εποπτείας που επεκτείνει την κοινωνική πειθαρχία.

Η Βλάχου εντάσσει στο ίδιο σχήμα και την αποδοχή της κηδεμονίας ως μορφή προστασίας. Παρατηρεί ότι ο πολίτης, συνηθισμένος σε ένα περιβάλλον ελέγχου από την παιδική του ηλικία, ενδέχεται να αντιλαμβάνεται την επιτήρηση ως φυσική κατάσταση, επιζητώντας την ασφάλεια που αυτή προσφέρει. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σε απώλεια της δημιουργικότητας, σε ατροφία της φαντασίας και σε στασιμότητα της πνευματικής ζωής. Η περιγραφή παραμένει εύγλωττη για όσα συμβαίνουν σε κοινωνίες όπου η σχέση κυβέρνησης και πολίτη διαμορφώνεται με όρους ανηλικότητας.

Με τον ίδιο τόνο κατέληγε σε μια ευχή για τη νέα χρονιά, ζητώντας από έναν συμβολικό Αϊ-Βασίλη την προσφορά της αλήθειας. Η επιθυμία αφορούσε την ενημέρωση για τις πραγματικές απαιτήσεις του κράτους, τη σαφήνεια στη φορολογία, τον τερματισμό των αόριστων υποσχέσεων και των ασαφών απειλών. Το αίτημα συνοψίζει μια πάγια ανάγκη της δημόσιας ζωής: τη θεσμική εντιμότητα απέναντι στον πολίτη και τον σεβασμό στην ενημερωμένη κρίση του.

Το κείμενό της, γραμμένο πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια, συνεχίζει να φωτίζει τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες παγιδεύονται σε μηχανισμούς καθοδήγησης. Η επικαιρότητά του υπενθυμίζει ότι η πολιτική ωριμότητα δεν συνιστά αυτονόητη κατάκτηση, αλλά διαρκή διαδικασία αυτογνωσίας και διεκδίκησης.

Ετικέτες: