Σήμερα Γιορτάζουν:

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ

ΧΑΡΙΛΑΟΣ

10 Φεβρουαρίου 2026

Όταν οι δισεκατομμυριούχοι αγοράζουν εφημερίδες για να καταστρέψουν τη δημοσιογραφία

Η αγορά εφημερίδων από πλούσιους επιχειρηματίες που δεν έχουν καμία σχέση με τον Τύπο είναι παλιά ιστορία. Ο στόχος είναι πάντα ο ίδιος: η πολιτική επιρροή. Από τον Μέρντοχ και τον Μπερλουσκόνι μέχρι τους Ανιέλι, η στρατηγική επαναλαμβάνεται με σταθερότητα. Τα επίσημα επιχειρήματα για την αγορά εντύπων ηχούν ευγενικά: στήριξη της δημοκρατίας, αναγνώριση του ρόλου των Μέσων, φροντίδα της ενημέρωσης. Η πραγματικότητα είναι απλή και κυνική: τα έντυπα προσφέρουν επιπλέον δύναμη και πλατφόρμα για προσωπικές και πολιτικές ατζέντες.

Το 2013, ο Τζεφ Μπέζος, ιδρυτής της Amazon, απέκτησε την «Washington Post» έναντι 250 εκατομμυρίων δολαρίων, επικαλούμενος την ανάγκη να «σώσει» την ιστορική εφημερίδα. Τότε η Post, με 68 βραβεία Pulitzer στο ενεργητικό της, αντιμετώπιζε οικονομική αιμορραγία. Ο Μπέζος παρουσιάστηκε ως προστάτης της δημοσιογραφίας, δηλώνοντας πως θα νιώθει περήφανος για τη στήριξή του ακόμη και στα 90 του χρόνια. Υποσχόταν «μια νέα χρυσή εποχή» για το έντυπο. Κάποιοι πίστεψαν στις διακηρύξεις του, αλλά ο Μπομπ Γούντγουορντ, ο δημοσιογράφος που είχε αποκαλύψει μαζί με τον Καρλ Μπέρνσταϊν το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, αντιμετώπισε τον Μπέζος με καχυποψία και τον ρώτησε ευθέως για τα κίνητρά του. Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: οικονομική στήριξη για να μην υποστεί η εφημερίδα περαιτέρω συρρικνώσεις.

Στην πράξη, ο Μπέζος είχε δεσμευτεί ότι θα δημιουργούσε «οικονομικό διάδρομο επιβίωσης», ώστε η Post να διατηρήσει την ποιότητά της. Το αποτέλεσμα απέχει από τις υποσχέσεις. Η τρέχουσα στρατηγική περιλαμβάνει μαζικές απολύσεις, με πάνω από 300 εργαζόμενους να χάνουν τη θέση τους. Ιστορικά τμήματα, όπως το αθλητικό, κατεδαφίζονται, ενώ τα γραφεία εξωτερικού περιορίζονται σημαντικά. Το κεντρικό podcast κλείνει, και οι εργαζόμενοι ενημερώνονται μέσω προσωπικών e-mails για την τύχη τους. Η συρρικνωμένη Post επικεντρώνεται πλέον σε πολιτική και εθνική ασφάλεια, αλλά η αποδυνάμωση των δημοσιογραφικών δυνάμεων αφήνει τα σχέδια κενά περιεχομένου.

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2024, ο Μπέζος συνέχιζε να παρουσιάζεται ως «στοργικός γονέας» της εφημερίδας, διαθέσιμος για οικονομική ενίσχυση όποτε απαιτείται. Σήμερα, όμως, η ίδια η Post υπόκειται σε διαλυτικές αποφάσεις. Ο Ντέιβιντ Μαράνις, δημοσιογράφος με 48 χρόνια στην εφημερίδα, σημειώνει ότι η αγορά της από τον Μπέζος είχε στόχο κύρος και επιρροή, και πλέον, υπό την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης, η εφημερίδα έχει χάσει την αξία που του προσέφερε κάποτε.

Η εκδοτική φιλοδοξία του Μπέζος συνοψίζεται στη στρατηγική που πόνταρε στην παραμονή ή επιστροφή των Δημοκρατικών στην εξουσία. Η διεθνούς βεληνεκούς Post θα του παρείχε πλατφόρμα πίεσης και πολιτικού εκτοπίσματος. Όταν όμως ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, το μέσο μετατράπηκε σε βάρος αντί για όπλο. Ο τίτλος «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι» αντικαταστάθηκε από αθόρυβες συμφωνίες που περιορίζουν την κριτική της εφημερίδας, ενώ το FBI κατάσχει προσωπικό εξοπλισμό δημοσιογράφων χωρίς καμία αντίδραση από τον ιδιοκτήτη.

Ο Μπέζος, δισεκατομμυριούχος που ξεκίνησε από ένα γκαράζ, απέτυχε να μετατρέψει την Post σε εργαλείο πολιτικής επιρροής με χειρισμό που απαιτεί η δημοσιογραφία. Απολύει, κόβει άρθρα, αλλάζει διαδικασίες αυθαίρετα και αφήνει την εφημερίδα να συρρικνώνεται. Το ιστορικό έντυπο μετατρέπεται σε πονοκέφαλο που απειλεί την επιχειρηματική του ατζέντα και η απόφαση του Μπέζος είναι να το τινάξει στον αέρα. Η «Washington Post» εντάσσεται στη μακρά σειρά πολυεκατομμυριούχων που αγόρασαν ιστορικά μέσα για να τα απονευρώσουν ήσυχα και να τα υποβαθμίσουν σε πλήρη έκταση.

Ετικέτες: