Όταν το «πόθεν έσχες» γίνεται προπέτασμα για αδήλωτα εκατομμύρια και χαμένο δημόσιο χρήμα
Ξαφνικά αποκαλύπτεται πως χρειάστηκε η παρέμβαση του επικεφαλής της Αρχής για την καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος για να γίνει γνωστό τι ακριβώς είχε μείνει εκτός των δηλώσεων «πόθεν έσχες» των Παναγόπουλου, Στρατινάκη και Γεωργίου. Και όπως προκύπτει, στη διαδρομή φαίνεται να λείπουν περισσότερα από 5 εκατ. ευρώ συνολικά και για τους τρεις.
Αυτό μεταφράζεται σε μια ευθεία απώλεια για το Ελληνικό Δημόσιο και κατ’ επέκταση για τον Έλληνα φορολογούμενο, καθώς πρόκειται για ποσά που θα έπρεπε να έχουν ενταχθεί στην ελεγκτική και φορολογική διαδικασία, αποφέροντας σημαντικά έσοδα στα κρατικά ταμεία.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό των δηλώσεων «πόθεν έσχες» και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, με δειγματοληπτικούς ελέγχους και διαδικασίες που τελικά μοιάζουν να προσφέρουν κάλυψη σε όσους επιδιώκουν να αποκρύψουν τα πραγματικά τους εισοδήματα. Ποιος ανέχεται αυτή τη διαρροή δημόσιου πλούτου από πρόσωπα που κινούνται μεθοδικά και με εμφανή πρόθεση να παραπλανήσουν το σύστημα;
Το νομοθετικό πλαίσιο παρουσιάζεται διαρκώς ως αυστηρότερο και πιο θωρακισμένο, όμως στην πράξη εξακολουθούν να περνούν κάτω από τα ραντάρ των ελεγκτικών επιτροπών περιπτώσεις όπως τα 3,2 εκατ. ευρώ του προέδρου της ΓΣΕΕ ή τα περίπου 2 εκατ. ευρώ που αφορούν το ζεύγος Στρατινάκη - Γεωργίου. Και ενώ αυτά τα ποσά όφειλαν να έχουν εντοπιστεί μέσα από τις συνήθεις θεσμικές διαδικασίες, η αλήθεια αποκαλύφθηκε μόνο αφότου ξέσπασε το σκάνδαλο και δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί των εμπλεκομένων.
Ο Γιάννης Παναγόπουλος δεν είχε υποχρέωση να καταθέτει δήλωση «πόθεν έσχες» υπό την ιδιότητα του προέδρου της ΓΣΕΕ, αλλά λόγω της θέσης του στην προεδρία των ινστιτούτων, μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν τα επίμαχα ποσά. Για την πρώην γενική γραμματέα Εργασίας και πρώην υποδιοικήτρια της ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Αγοράς Άννα Στρατινάκη προέκυψε διαφορά της τάξης του 1,3 εκατ. ευρώ. Για τον σύντροφό της Ανδρέα Γεωργίου, νόμιμο εκπρόσωπο εταιρείας προγραμμάτων κατάρτισης, δεν δηλώθηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου 700.000 έως 800.000 ευρώ.
Το μείζον ζήτημα, ωστόσο, παραμένει ποιος ελέγχει τελικά τους ελεγκτές. Θα κληθεί ποτέ να λογοδοτήσει κάποιος από εκείνους που, με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις αρμοδιότητές τους, όφειλαν να έχουν διασταυρώσει έγκαιρα τα στοιχεία και να έχουν εντοπίσει τους ύποπτους ως παραβάτες πριν περάσουν δύο και τρία χρόνια; Το ίδιο μοτίβο άλλωστε έχει επαναληφθεί και σε άλλες περιπτώσεις.
Κάθε φορά που ένα γνωστό πολιτικό πρόσωπο, ένας αξιωματούχος ή ένας επικεφαλής Αρχής βρίσκεται στο επίκεντρο υπόπτων συναλλαγών ή δημόσιας αμφισβήτησης, σπεύδει να επικαλεστεί ως ασπίδα αθωότητας το «πόθεν έσχες», το οποίο συχνά βρίσκεται και σε δημόσια θέα. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να αντικρούσει κάθε υπόνοια, προβάλλοντας ως επαρκές αποδεικτικό στοιχείο τη δήλωση που έχει κατατεθεί στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου.
Ο πολίτης όμως αγνοεί ότι στο υφιστάμενο καθεστώς ο καθένας μπορεί να δηλώσει όσα επιλέξει και ότι ουσιαστικός έλεγχος γίνεται μόνο όταν μια υπόθεση εκραγεί δημοσίως, όπως συνέβη τώρα με τους Παναγόπουλο, Στρατινάκη και Γεωργίου, και τότε μόνο αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα πραγματικά ευρήματα.
Έχει φτάσει η ώρα η διαδικασία του «πόθεν έσχες» να λειτουργήσει ως πραγματικός μηχανισμός διαφάνειας και ελέγχου, ώστε όσοι κινούνται πονηρά να μη βρίσκουν περάσματα διαφυγής. Αυτός είναι ο πυρήνας της ευθύνης των νομοθετών, να κλείνουν τα παραθυράκια για τους επιτήδειους που πλουτίζουν σε βάρος όσων δηλώνουν κανονικά και με εντιμότητα τα πραγματικά τους στοιχεία.
Πιο Δημοφιλή
Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο
Στρατιά κυβερνητικών τρολ στήνει ψηφιακή τρομοκρατία
Πιο Πρόσφατα
Λαριτζανί: ο ισχυρός άνδρας του Ιράν