14 Ιουλίου 2026

«Πάγωμα» μόνο στα λόγια: Νέες ανατιμήσεις στα σούπερ μάρκετ

Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «παγώματος» των τιμών σε χιλιάδες προϊόντα, η πραγματικότητα στα ράφια των σούπερ μάρκετ παραμένει αμείλικτη. Οι ανατιμήσεις συνεχίζονται σε βασικά είδη διατροφής, συμπιέζοντας ακόμη περισσότερο τα εισοδήματα των νοικοκυριών και αποκαλύπτοντας το περιορισμένο αποτέλεσμα των κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις εξανεμίζονται μπροστά στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής. Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα τρόφιμα, υπηρεσίες, στέγαση και ενέργεια, με την αγοραστική τους δύναμη να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και τον οικογενειακό προϋπολογισμό να εξαντλείται πριν από το τέλος του μήνα.

Την ίδια ώρα, πλήρης ασάφεια επικρατεί γύρω από τη συμφωνία για τη συγκράτηση των τιμών. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στο μέτρο εντάσσονται 1.898 κωδικοί προϊόντων, χωρίς να δημοσιοποιήσει αναλυτικά ποια προϊόντα περιλαμβάνονται, σε ποιες αλυσίδες διατίθενται και σε ποια τιμή δεσμεύονται να παραμείνουν.

Η σύγχυση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι ακόμη και εκπρόσωποι της αγοράς εμφανίζονται να αγνοούν το ακριβές περιεχόμενο της πρωτοβουλίας. Έτσι, οι καταναλωτές καλούνται να εμπιστευτούν αριθμούς που ανακοινώνονται χωρίς κατάλογο, σήμανση, μηχανισμό σύγκρισης και δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, Απόστολος Ραυτόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA», αμφισβήτησε ευθέως την ύπαρξη πραγματικού παγώματος τιμών. Όπως υποστήριξε, από τις 24 Ιουνίου και μετά καταγράφονται μεγάλες ανατιμήσεις σε σειρά βασικών προϊόντων.

Οι 1.116 κωδικοί κρέατος και τα ερωτήματα που παραμένουν

Με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε, από τους 1.898 κωδικούς που φέρονται να καλύπτονται από τη συμφωνία, οι 1.116 αφορούν μοσχάρι και χοιρινό. Από αυτούς, οι 907 αποδίδονται σε προϊόντα μοσχαρίσιου κρέατος και οι 209 σε προϊόντα χοιρινού.

Η συγκεκριμένη κατανομή προκαλεί σοβαρά ερωτήματα. Ο Απόστολος Ραυτόπουλος επισήμανε ότι στα σούπερ μάρκετ δεν υπάρχουν περισσότεροι από 50 έως 60 διαφορετικοί κωδικοί μοσχαρίσιου κρέατος. Η απόσταση ανάμεσα στους πραγματικούς κωδικούς που συναντά ο καταναλωτής και στους 907 που ανακοινώθηκαν παραμένει ανεξήγητη.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο από την απουσία επίσημης και δημόσια προσβάσιμης λίστας. Χωρίς τους ακριβείς κωδικούς, τις εμπορικές ονομασίες, τις συσκευασίες και τις τιμές αναφοράς, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν το μέτρο εφαρμόζεται πραγματικά ή αν πρόκειται για μια επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας.

Την ίδια περίοδο, τα ίδια τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται. Τα αλλαντικά κατέγραψαν μηνιαία άνοδο 4,8%, ενώ οι τιμές στα φρέσκα κρέατα αυξήθηκαν κατά 1%. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το μοσχάρι, το χοιρινό, τα πουλερικά, το αρνί και το κατσίκι.

Η εικόνα αυτή συγκρούεται ευθέως με την εντύπωση που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση περί σταθεροποίησης των τιμών. Οι πολίτες βλέπουν νέες αυξήσεις στα προϊόντα που αγοράζουν καθημερινά, ενώ οι αρμόδιοι περιορίζονται σε ανακοινώσεις για χιλιάδες κωδικούς που παραμένουν αόρατοι στα ράφια.

Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 4,4% σε ετήσια βάση. Παρότι εμφανίζεται μειωμένος σε σχέση με το 5,2% του προηγούμενου μήνα, οι τιμές συνεχίζουν να βρίσκονται σημαντικά υψηλότερα από τα περσινά επίπεδα. Η αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών προς τα κάτω. Σημαίνει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αυξάνεται με ελαφρώς χαμηλότερη ταχύτητα.

Για τα νοικοκυριά, αυτή η στατιστική διάκριση έχει μικρή πρακτική αξία. Το τελικό ποσό στο ταμείο του σούπερ μάρκετ παραμένει αυξημένο, οι ίδιες αγορές απαιτούν περισσότερα χρήματα και οι καταναλωτές αναγκάζονται να περιορίζουν ποσότητες ή να στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα.

Κρυφοί κωδικοί και αντικρουόμενες κυβερνητικές δηλώσεις

Ο Απόστολος Ραυτόπουλος έθεσε το κρίσιμο ερώτημα για την άρνηση δημοσιοποίησης των προϊόντων. Σε προηγούμενη πρωτοβουλία που αφορούσε 1.000 κωδικούς, ο σχετικός κατάλογος είχε δοθεί στη δημοσιότητα, επιτρέποντας στους πολίτες να γνωρίζουν ποια προϊόντα συμμετείχαν.

Στη σημερινή συμφωνία, η κυβέρνηση ζητά από την κοινωνία να αποδεχθεί ότι 1.898 κωδικοί έχουν ενταχθεί σε καθεστώς συγκράτησης τιμών, χωρίς να παρέχει τα αναγκαία στοιχεία για την επαλήθευση του ισχυρισμού. Η επιλογή αυτή ακυρώνει κάθε έννοια διαφάνειας και ουσιαστικού ελέγχου.

Οι καταναλωτές θα έπρεπε να γνωρίζουν ποια προϊόντα περιλαμβάνονται, ποια ήταν η τιμή τους πριν από τη συμφωνία και σε ποιο ύψος δεσμεύτηκαν να διατηρηθούν. Χωρίς αυτά τα δεδομένα, η ανακοίνωση ενός συνολικού αριθμού στερείται πρακτικού περιεχομένου.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική από την τοποθέτηση του γενικού διευθυντή της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ, ο οποίος φέρεται να δήλωσε ότι ούτε οι ίδιες οι αλυσίδες γνωρίζουν τους συγκεκριμένους κωδικούς. Εφόσον οι επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι εφαρμόζουν το μέτρο αγνοούν το περιεχόμενό του, γεννάται σοβαρό ζήτημα για το αν υπάρχει πράγματι οργανωμένη συμφωνία.

Αντικρουόμενες είναι και οι τοποθετήσεις σχετικά με τα νωπά προϊόντα. Από τη μία πλευρά, κυβερνητικοί παράγοντες παρουσιάζουν τη συμφωνία ως ευρεία παρέμβαση που καλύπτει βασικές κατηγορίες τροφίμων. Από την άλλη, εκπρόσωποι των σούπερ μάρκετ δηλώνουν ότι δεν υπήρξε συμφωνία για φρούτα, λαχανικά και άλλα νωπά είδη.

Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Ανάπτυξης και ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ εμφανίστηκαν να δίνουν διαφορετικές απαντήσεις για το εύρος της πρωτοβουλίας. Η μία τοποθέτηση υποστήριξε ότι τα νωπά δεν περιλαμβάνονται, ενώ η άλλη πλευρά άφησε να εννοηθεί ότι η συμφωνία αφορά όλες τις κατηγορίες.

Η ίδια η ανακοίνωση της αρμόδιας Αρχής φέρεται να εξαιρεί τα φρούτα, τα λαχανικά και σειρά νωπών προϊόντων. Η αντίφαση αυτή αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε μια πολυδιαφημισμένη πρωτοβουλία χωρίς καθαρούς όρους, κοινή ενημέρωση και σαφή εικόνα εφαρμογής.

Η δέσμευση για διατήρηση των τιμών σε σταθερά επίπεδα κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο δεν επιβεβαιώνεται από την αγορά. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, από τις 24 Ιουνίου και μετά καταγράφονται σημαντικές αυξήσεις, ακόμη και σε κατηγορίες που υποτίθεται ότι βρίσκονται στο επίκεντρο της συμφωνίας.

Το υποτιθέμενο «πάγωμα» φαίνεται συνεπώς να διατηρεί τις τιμές στα ήδη υψηλά επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί μετά από διαδοχικές ανατιμήσεις. Για τον καταναλωτή, η σταθεροποίηση μιας υπερβολικά αυξημένης τιμής δεν αποτελεί ουσιαστική ανακούφιση. Η πραγματική ανάγκη αφορά μειώσεις και επαναφορά του κόστους των βασικών προϊόντων σε επίπεδα συμβατά με τα εισοδήματα.

Η κυβέρνηση επιλέγει για ακόμη μία φορά τις εθελοντικές συμφωνίες με την αγορά, αποφεύγοντας αυστηρότερους ελέγχους στην εφοδιαστική αλυσίδα, ουσιαστικές παρεμβάσεις στα περιθώρια κέρδους και μέτρα που θα οδηγούσαν σε μετρήσιμη αποκλιμάκωση των τιμών.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται στην καθημερινότητα. Τα νοικοκυριά πληρώνουν περισσότερο, οι καταναλωτικές οργανώσεις ζητούν διαφάνεια και οι εμπλεκόμενοι φορείς αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και για το ποια προϊόντα καλύπτει το μέτρο.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν αντιμετωπίζεται με αόριστες ανακοινώσεις και αριθμούς χωρίς περιεχόμενο. Απαιτεί δημοσιοποίηση όλων των κωδικών, συστηματική παρακολούθηση των τιμών, πραγματικούς ελέγχους και κυρώσεις όπου εντοπίζεται αισχροκέρδεια ή παραβίαση των δεσμεύσεων.

Μέχρι να συμβούν αυτά, το «πάγωμα» των τιμών παραμένει περισσότερο κυβερνητικό σύνθημα παρά ορατή πραγματικότητα. Τα ράφια συνεχίζουν να ακριβαίνουν και οι πολίτες καλούνται ξανά να πληρώσουν το κόστος μιας πολιτικής που αρκείται στη διαχείριση των εντυπώσεων.