Πανελλαδικές 2026: Άνοδος σε Πολυτεχνεία και 9.747 κενές θέσεις στα ΑΕΙ
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026 διαμόρφωσαν έναν νέο χάρτη προτιμήσεων, με άνοδο των βάσεων στις πολυτεχνικές σχολές και στα τμήματα Πληροφορικής, εντυπωσιακή επιστροφή του ενδιαφέροντος για τις στρατιωτικές σχολές και σχεδόν 10.000 κενές θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια.
Τα στατιστικά στοιχεία του υπουργείου Παιδείας αποτυπώνουν τις αντιφατικές τάσεις που επικρατούν στις επιλογές των υποψηφίων. Οι παραδοσιακές σχολές υψηλού κύρους εξακολουθούν να συγκεντρώνουν χιλιάδες πρώτες προτιμήσεις, την ώρα που δεκάδες τμήματα σε περιφερειακά και μεγάλα αστικά ιδρύματα αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και ένα μικρό μέρος των διαθέσιμων θέσεών τους.
Ιατρικές, νομικές, πολυτεχνικές σχολές, Ψυχολογία, Ναυτιλιακά και Διοικητική Επιστήμη παραμένουν στις κορυφαίες επιλογές. Αντίθετα, αρκετά τμήματα Φυσικής, Μαθηματικών, Φιλολογίας και άλλων καθηγητικών κατευθύνσεων εμφανίζουν περιορισμένη ζήτηση και μεγάλο αριθμό κενών εδράνων.
Ιδιαίτερη μεταβολή σημειώθηκε στις στρατιωτικές σχολές, μετά τη διεύρυνση των επιστημονικών πεδίων από τα οποία μπορούσαν να εισαχθούν οι υποψήφιοι. Η δυνατότητα συμμετοχής από το 3ο και το 4ο Επιστημονικό Πεδίο, πέρα από το 2ο, αύξησε θεαματικά τη δεξαμενή των ενδιαφερομένων.
Μέχρι το 2025, οι στρατιωτικές σχολές απευθύνονταν κυρίως στους περίπου 13.000 υποψηφίους του 2ου Επιστημονικού Πεδίου. Με τη νέα ρύθμιση, ο δυνητικός αριθμός των υποψηφίων έφτασε περίπου τις 53.000, με απαραίτητη προϋπόθεση την επιτυχία στις προκαταρκτικές εξετάσεις.
Η εξέλιξη αποτυπώθηκε άμεσα στις βάσεις. Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατέγραψε άνοδο 2.125 μορίων στην κατεύθυνση Όπλων και 2.695 μορίων στην κατεύθυνση Σωμάτων, ενώ καλύφθηκαν οι διαθέσιμες θέσεις που τα προηγούμενα χρόνια παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αδιάθετες.
Η αύξηση της ζήτησης αποτελεί σημαντική ανατροπή για τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς επί πέντε διαδοχικά χρόνια η Σχολή Ευελπίδων εμφάνιζε περισσότερες από 100 κενές θέσεις ετησίως. Η διεύρυνση των πεδίων πέτυχε τον άμεσο αριθμητικό στόχο της κάλυψης των θέσεων.
Η αλλαγή δημιουργεί ταυτόχρονα νέα εκπαιδευτικά ζητήματα. Υποψήφιοι από το 3ο Επιστημονικό Πεδίο εισάγονται χωρίς να έχουν εξεταστεί στα Μαθηματικά, ενώ υποψήφιοι του 4ου Πεδίου δεν έχουν εξεταστεί στη Φυσική. Οι στρατιωτικές σχολές καλούνται πλέον να καλύψουν διαφορετικά γνωστικά κενά κατά τα πρώτα στάδια της φοίτησης.
Οι σχολές που παραμένουν στην κορυφή των προτιμήσεων
Παρά τις μεταβολές στην αγορά εργασίας και την ανάπτυξη νέων επιστημονικών αντικειμένων, οι υποψήφιοι εξακολουθούν να στρέφονται μαζικά προς τα παραδοσιακά επαγγέλματα υψηλού κύρους.
Η Ιατρική, η Νομική και οι σχολές Μηχανικών διατηρούν τη θέση τους στην κορυφή, ενώ ισχυρή ζήτηση καταγράφουν επίσης η Ψυχολογία, οι Ναυτιλιακές Σπουδές, η Διοικητική Επιστήμη και Τεχνολογία και τα τμήματα που συνδέονται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Πρώτη σε αριθμό υποψηφίων που τη δήλωσαν ως αρχική επιλογή ήταν η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, την οποία έβαλαν στην κορυφή του μηχανογραφικού τους 1.357 υποψήφιοι.
Ακολούθησε το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με 1.290 πρώτες προτιμήσεις και η Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ με 1.190.
Στην τέταρτη θέση βρέθηκε το Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο συγκέντρωσε 1.043 πρώτες επιλογές. Την πρώτη πεντάδα συμπλήρωσε το Τμήμα Χημείας του ΑΠΘ με 1.024.
Στις δέκα δημοφιλέστερες επιλογές περιλαμβάνονται ακόμη η Ψυχολογία του ΕΚΠΑ, οι Ηλεκτρολόγοι Μηχανικοί και Μηχανικοί Υπολογιστών του ΕΜΠ, το Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του ΕΚΠΑ, η Ιατρική του ΑΠΘ και οι Ναυτιλιακές Σπουδές του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Ο ανταγωνισμός παραμένει εξαιρετικά υψηλός. Στην Ιατρική Αθηνών, για παράδειγμα, οι διαθέσιμες θέσεις ήταν περίπου 140, ενώ περισσότεροι από 1.350 υποψήφιοι την είχαν δηλώσει πρώτη επιλογή.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι εκατοντάδες υποψήφιοι με υψηλές βαθμολογίες είχαν από την αρχή ελάχιστες πιθανότητες να εισαχθούν στη σχολή που επιθυμούσαν περισσότερο. Η διαφορά ανάμεσα στη ζήτηση και στον αριθμό εισακτέων παραμένει τεράστια στις κορυφαίες σχολές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση ανάμεσα στους εισακτέους και στην πρώτη προτίμησή τους. Στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, όλοι οι επιτυχόντες είχαν δηλώσει το συγκεκριμένο τμήμα πρώτο στο μηχανογραφικό τους.
Στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς και Μηχανικούς Υπολογιστών του ΕΜΠ, οι 220 από τους 221 εισακτέους είχαν το τμήμα ως πρώτη επιλογή. Αντίστοιχα υψηλή ήταν η αναλογία και στην Ιατρική Αθηνών, όπου όλοι οι εισακτέοι πλην ενός είχαν θέσει τη σχολή στην κορυφή των προτιμήσεών τους.
Στη Σχολή Πλοιάρχων των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού, 397 από τους 424 επιτυχόντες την είχαν δηλώσει πρώτη επιλογή. Στη Νομική Αθηνών, οι 363 από τους 365 εισακτέους είχαν επιλέξει εξαρχής τη συγκεκριμένη σχολή.
Στη Νομική του ΑΠΘ, 234 από τους 334 επιτυχόντες την είχαν δηλώσει πρώτη, ενώ στη Σχολή Αστυφυλάκων η αντίστοιχη αναλογία ήταν 212 σε σύνολο 743 εισακτέων.
Στην πρώτη δεκάδα με τα υψηλότερα ποσοστά επιτυχόντων πρώτης επιλογής βρίσκονται επίσης οι Ναυτιλιακές Σπουδές του Πανεπιστημίου Πειραιώς, τα τμήματα Ψυχολογίας Αθήνας και Θεσσαλονίκης, η Ιατρική Αθηνών και η Σχολή Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι συγκεκριμένα τμήματα διαθέτουν ξεκάθαρη επαγγελματική ταυτότητα και προσελκύουν υποψηφίους με συνειδητή επιλογή. Σε άλλα τμήματα, η εισαγωγή αποτελεί συχνά αποτέλεσμα συμβιβασμού μετά την αδυναμία επίτευξης του αρχικού στόχου.
Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής αφήνει 9.747 θέσεις κενές
Η άλλη όψη των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2026 αποτυπώνεται στις χιλιάδες αδιάθετες θέσεις των δημόσιων πανεπιστημίων. Από τις 62.731 θέσεις που προβλέπονταν για υποψηφίους των Γενικών Λυκείων, καλύφθηκαν οι 52.984 και παρέμειναν κενές οι 9.747.
Το ποσοστό των αδιάθετων θέσεων ανέρχεται στο 15,54%. Ο αριθμός είναι μικρότερος από τις 10.636 κενές θέσεις του 2025, εξακολουθεί όμως να αποκαλύπτει μια σοβαρή στρέβλωση του συστήματος εισαγωγής.
Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής εξακολουθεί να αποκλείει υποψηφίους από τμήματα στα οποία υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις. Το αποτέλεσμα είναι αίθουσες και εργαστήρια να μένουν άδεια, παρότι ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων αρκεί για την κάλυψή τους.
Η κυβερνητική επιλογή παρουσιάστηκε ως μηχανισμός προστασίας του ακαδημαϊκού επιπέδου. Στην πράξη έχει δημιουργήσει τμήματα με μονοψήφιο αριθμό φοιτητών, έχει αποδυναμώσει περιφερειακά ιδρύματα και έχει αφήσει εκατοντάδες θέσεις κενές ακόμη και σε σχολές με σύνδεση με την αγορά εργασίας.
Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά μικρά τμήματα απομακρυσμένων περιοχών. Μεγάλος αριθμός αδιάθετων θέσεων καταγράφεται στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Αιγάλεω και στο Ρέθυμνο.
Στο Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής έμειναν κενές 238 από τις 289 διαθέσιμες θέσεις. Πρόκειται για ένα αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με έναν από τους ισχυρότερους παραγωγικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Στο Μαθηματικό του ΕΚΠΑ καλύφθηκαν μόλις 56 από τις 174 θέσεις, αφήνοντας 118 κενές. Η εικόνα φανερώνει τη μεγάλη υποχώρηση του ενδιαφέροντος για τις βασικές επιστήμες και τις καθηγητικές σχολές.
Στη Σχολή Μηχανικών των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού, παρά τις δυνατότητες επαγγελματικής απορρόφησης και τις σχετικά υψηλές αποδοχές του κλάδου, έμειναν αδιάθετες 372 από τις 527 θέσεις.
Στο Τμήμα Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Πατρών παρέμειναν κενές 156 από τις 199 θέσεις. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς η Πληροφορική και οι τεχνολογικές ειδικότητες παρουσιάζουν συνολικά αυξημένη ζήτηση.
Στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, στο Αιγάλεω, καλύφθηκαν 68 από τις 152 προσφερόμενες θέσεις.
Μεγάλα κενά εμφανίζονται και στις φιλολογικές σχολές. Στη Φιλολογία Θεσσαλονίκης παρέμειναν αδιάθετες 124 θέσεις, ενώ στο αντίστοιχο τμήμα του Ρεθύμνου οι κενές θέσεις έφτασαν τις 134.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα των τμημάτων με μονοψήφιο αριθμό εισακτέων. Στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Σάμο εισήχθησαν μόλις τέσσερις υποψήφιοι.
Στο Τμήμα Φυσικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στην Καβάλα εισήχθησαν πέντε φοιτητές, ενώ στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ οι επιτυχόντες περιορίστηκαν στους έξι.
Τμήματα με τόσο μικρό αριθμό πρωτοετών αντιμετωπίζουν σοβαρό ζήτημα βιωσιμότητας. Το διδακτικό προσωπικό, οι υποδομές και οι δημόσιοι πόροι παραμένουν ενεργοί για σχολές που υποδέχονται λιγότερους φοιτητές από όσους χωρά μια μικρή σχολική αίθουσα.
Η συζήτηση για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής δεν μπορεί να περιορίζεται στο σύνθημα περί αναβάθμισης των πανεπιστημίων. Τα δεδομένα δείχνουν ότι απαιτείται επανεξέταση των συντελεστών, των προσφερόμενων θέσεων, της γεωγραφικής κατανομής των τμημάτων και της πραγματικής τους σύνδεσης με τις ανάγκες της χώρας.
Η διατήρηση σχεδόν 10.000 κενών θέσεων κάθε χρόνο επιβαρύνει τα πανεπιστήμια, τις τοπικές οικονομίες και τις οικογένειες των υποψηφίων. Πολλοί νέοι οδηγούνται σε ιδιωτικές δομές εκπαίδευσης ή σε σπουδές στο εξωτερικό, ενώ στα δημόσια ΑΕΙ παραμένουν θέσεις που έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις 2026 ανέδειξαν την ενίσχυση των τεχνολογικών και στρατιωτικών επιλογών, τη σταθερή κυριαρχία των κλασικών σχολών και τη συνεχιζόμενη αποδυνάμωση αρκετών θεωρητικών και θετικών τμημάτων.
Ανέδειξαν επίσης το αδιέξοδο ενός συστήματος που διατηρεί υψηλό ανταγωνισμό σε λίγες σχολές και ταυτόχρονα αφήνει χιλιάδες θέσεις αδιάθετες. Η αριθμητική βελτίωση σε σχέση με το 2025 δεν αναιρεί το βασικό πρόβλημα: το δημόσιο πανεπιστήμιο διαθέτει θέσεις, οι υποψήφιοι υπάρχουν και η ισχύουσα πολιτική εξακολουθεί να κρατά τα έδρανα κενά.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα