Σήμερα Γιορτάζουν:

ΚΛΕΟΝΙΚΟΣ

Πανηγύρια πάνω σε κινούμενη άμμο: Υποκλοπές, οικογενειακές ισορροπίες και η σκιά μιας θεσμικής κατάρρευσης

Στο πρωθυπουργικό επιτελείο φέρεται να επικράτησε κλίμα ανακούφισης μετά την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την υπόθεση των υποκλοπών, καθώς τα πρακτικά που διαβιβάζονται για περαιτέρω αξιολόγηση περιορίζουν το κάδρο της έρευνας στον τέως γενικό γραμματέα της κυβέρνησης και ανιψιό του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, χωρίς να αγγίζουν ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας.

Κυβερνητικοί κύκλοι εκτιμούν ότι διαθέτουν πλέον ένα βολικό επιχείρημα περί θεσμικής αποκατάστασης, υποστηρίζοντας ότι η τακτική Δικαιοσύνη έκρινε και επέβαλε ποινές, άρα το ζήτημα έκλεισε. Παράλληλα, διαμορφώνεται η εντύπωση ότι για όσους βρέθηκαν στο στόχαστρο των παρακολουθήσεων υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που μπορεί να απορροφήσει το πολιτικό κόστος. Στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου διακινείται με εμφανή αυτοπεποίθηση η άποψη ότι ο πρωθυπουργός δεν παρενέβη, αφήνοντας τη Δικαιοσύνη να λειτουργήσει, σαν να πρόκειται για επίδειξη θεσμικής μεγαθυμίας.

Την ίδια στιγμή, ο ανιψιός του πρωθυπουργού, που το προηγούμενο διάστημα περιόδευε σε κομματικές εκδηλώσεις ανά τη χώρα, προαναγγέλλοντας την εκλογική του κάθοδο χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στον θείο του, φέρεται να πέρασε το Σαββατοκύριακο σε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές συνομιλίες, εκφράζοντας έντονη δυσφορία για τους χειρισμούς και επαναφέροντας τη θέση ότι εφόσον χρειαστεί θα μιλήσει.

Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι σε επίπεδο οικογένειας ολοκληρώθηκαν οι τελευταίες διευθετήσεις για τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, με τον Κώστα Μπακογιάννη να προκρίνει την επαναδιεκδίκηση του Δήμου Αθηναίων το 2028 αντί της Α’ Αθηνών. Το ενδεχόμενο νέας υποψηφιότητας της Ντόρας Μπακογιάννη στα Χανιά ή η προώθηση άλλου μέλους της οικογένειας συζητείται ήδη, ενώ η πρόσφατη τηλεοπτική παρουσία της Αλεξίας Μπακογιάννη τροφοδότησε τα σχετικά σενάρια.

Η ουσία, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε οικογενειακούς σχεδιασμούς και εσωτερικές ισορροπίες. Οι υποκλοπές συνιστούν ζήτημα βαθιά θεσμικό και εθνικό, που εκτυλίσσεται σε περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο του 2022. Τότε η κυβέρνηση αξιοποίησε την αμηχανία του παρακολουθούμενου προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη και τη χαμηλή ένταση της αντιπολίτευσης υπό τον Αλέξη Τσίπρα, πείθοντας σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης ότι οι παρακολουθήσεις αποτελούν εργαλείο εθνικής ασφάλειας. Στον αντίποδα, ο Κώστας Καραμανλής είχε ζητήσει ευθέως να αποκαλυφθούν οι εντολείς, ενώ ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε αναδείξει την υπόθεση ως κορυφαίο θεσμικό ζήτημα.

Η πολιτική εμπειρία δείχνει ότι τα ίδια επιχειρήματα σε διαφορετική συγκυρία παράγουν διαφορετικές συνέπειες. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2006, η υπεράσπιση υπουργού από τον Κώστα Καραμανλή θεωρήθηκε επαρκής. Δύο χρόνια αργότερα, η επανάληψη της ίδιας στάσης σε μεταβαλλόμενο κλίμα αποδείχθηκε πολιτικά επιβαρυντική. Η κοινωνική ατμόσφαιρα μεταβάλλεται και μαζί της μεταβάλλεται η ανοχή.

Όσοι εκλαμβάνουν ως επιτυχία τον περιορισμό της δικαστικής εστίασης σε ένα πρόσωπο του στενού κύκλου παραβλέπουν ότι η υπόθεση υπερβαίνει το ποινικό επίπεδο. Η απόφαση αναδεικνύει ερωτήματα για τον χειρισμό της δικογραφίας, ιδίως μετά την αφαίρεσή της από φυσικούς ανακριτές και τη μεταφορά της σε άλλη δικαστική διαδρομή, πλήττοντας την εικόνα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα.

Στη δικαστική διαδικασία καταγράφηκαν μαρτυρίες πρώην στελεχών της ΕΛ.ΑΣ. και της ΕΥΠ για δυσμενείς μεταθέσεις λόγω της εμπλοκής τους, καθώς και καταθέσεις υπαλλήλων εταιρειών που ανέφεραν καθοδήγηση για τις απαντήσεις τους στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Επισημάνθηκε επίσης ότι μέλη της Επιτροπής που στήριξαν τη γραμμή της πλειοψηφίας βρέθηκαν στη συνέχεια σε κυβερνητικές θέσεις. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι αναφορές σε ταύτιση λιστών παρακολουθούμενων μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών και της ΕΥΠ.

Το μέγα σκάνδαλο εδώ είναι ότι το κράτος παρακολουθούσε τον εαυτό του. Ο βαθύς πυρήνας του κράτους παρακολουθούσε τον βαθύ πυρήνα του κράτους. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, που υπαγόταν από την επομένη των εκλογών του 2019 απευθείας στο Μαξίμου και όχι στον υπουργό Δημοσίας Τάξεως, παρακολουθούσε υπουργούς και ανώτατους στρατιωτικούς.

Δεν παρακολουθούσε ούτε ξένους πολιτικούς ηγέτες, προκειμένου να αποσπάσει μυστικά για εθνικές υποθέσεις, ούτε πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν στα χρόνια των αλήστου μνήμης Τόμπρα από το ΠΑΣΟΚ και Μαυρίκη από τη Νέα Δημοκρατία.

Εδώ η Νέα Δημοκρατία παρακολουθούσε κυρίως τον ίδιο της τον εαυτό και την ίδια της την εξουσία. Και αυτό είτε φθάσει ποτέ ενώπιον της Δικαιοσύνης είτε όχι οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: δεν ήταν ενός ανδρός υπόθεση οι παρακολουθήσεις. Χρειάζονταν άνωθεν πολιτική έγκριση και κάλυψη.

Αυτό που διαφεύγει, λοιπόν, σ’ όλους όσοι πανηγυρίζουν για το γεγονός ότι τίθεται στο κάδρο ο ανιψιός του πρωθυπουργού και όχι ενδεχομένως κι άλλα πρόσωπα υψηλότερα είναι ότι αυτήν την απλή αλήθεια ο λαός μπορεί να την καταλάβει πάρα πολύ εύκολα και χωρίς να υπάρξει δικαστική απόφαση που να καταδικάζει υψηλότερα πολιτικά πρόσωπα.

Και όπως τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ το έγκλημα περιέχει μέσα του δεύτερο έγκλημα. Τη συγκάλυψη. Προς τι, λοιπόν, τα πανηγύρια στο Μαξίμου, δεν καταλαβαίνουμε.

Ειδικώς όταν η κυβέρνηση πρέπει να διαπραγματευθεί με τους γείτονες και τους συμμάχους εθνικά θέματα, συμβιβασμούς και οριοθετήσεις στο Αιγαίο με ανοιχτές τις υποκλοπές. Άρα από θέση αδυναμίας. Από τον γυάλινο κόσμο του Μαξίμου όμως όλα φαίνονται διαφορετικά.