Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΛΕΝΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΝΑΝΤΙΑ

20 Μαΐου 2026

Παραγωγικότητα στο 2000: Η έρευνα ΙΟΒΕ - ΣΕΒ εκθέτει το αφήγημα της κυβέρνησης για ανάπτυξη

Η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε μια βαθιά δομική αδυναμία, η οποία αποκαλύπτει το πραγματικό περιεχόμενο της πολυδιαφημισμένης κυβερνητικής «ανάπτυξης». Πίσω από τους πανηγυρισμούς για την αύξηση του ΑΕΠ, η παραγωγική βάση της χώρας εξακολουθεί να κινείται με όρους στασιμότητας, μακριά από τις ανάγκες των πολιτών και τις επιδόσεις της υπόλοιπης Ευρώπης.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η καθηλωμένη παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία παραμένει σε επίπεδα που παραπέμπουν στο 2000. Η Ελλάδα εμφανίζεται ουσιαστικά 25 χρόνια πίσω, γεγονός που εκθέτει το αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη περί ισχυρής οικονομικής ανάκαμψης και «επενδυτικού θαύματος».

Η έρευνα ΙΟΒΕ - ΣΕΒ αποδομεί το αφήγημα της ανάπτυξης

Η πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ δείχνει ότι η οικονομική μεγέθυνση των τελευταίων ετών στηρίζεται κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης και στη μείωση της ανεργίας. Δεν στηρίζεται σε ουσιαστική αναβάθμιση της απόδοσης ανά εργαζόμενο, σε τεχνολογική πρόοδο ή σε παραγωγικό μετασχηματισμό.

Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη. Μια οικονομία που αυξάνει το ΑΕΠ χωρίς να αυξάνει την παραγωγικότητα δημιουργεί πρόσκαιρους αριθμούς, όχι σταθερή ευημερία. Παράγει στατιστική βελτίωση, αφήνοντας όμως τους μισθούς, το διαθέσιμο εισόδημα και την καθημερινότητα των πολιτών σε κατάσταση διαρκούς πίεσης.

Η χρόνια υστέρηση δεν μπορεί να φορτωθεί στους εργαζόμενους, οι οποίοι βρίσκονται σταθερά ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται τις περισσότερες ώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευθύνη βαραίνει το πολιτικό και οικονομικό μοντέλο που διατηρεί χαμηλές επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην κατάρτιση, στην τεχνολογία και στις κρίσιμες υποδομές.

Παραγωγικότητα στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου

Τα στοιχεία είναι συντριπτικά. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας πέφτει στο 43%. Πρόκειται για απόκλιση που αποτυπώνει την πραγματική απόσταση της χώρας από τον ευρωπαϊκό πυρήνα.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί οι αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης και οι θετικές αναφορές στους μακροοικονομικούς δείκτες δεν μεταφράζονται σε ουσιαστική βελτίωση για τη μεσαία τάξη και τα νοικοκυριά. Η οικονομία εμφανίζεται καλύτερη στους πίνακες, ενώ η κοινωνία βιώνει ακρίβεια, χαμηλή αγοραστική δύναμη και αβεβαιότητα.

Η κυβέρνηση επιλέγει να καλύπτει το πρόβλημα με επιδοματικές παρεμβάσεις και αποσπασματικές ενισχύσεις, ανακυκλώνοντας τη φτώχεια αντί να αντιμετωπίζει τις αιτίες της. Χωρίς επενδύσεις στην παραγωγή, στην καινοτομία, στη βιομηχανία, στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες, η χώρα παραμένει παγιδευμένη σε μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Η ακρίβεια μετατρέπει την οικονομία σε πολιτικό βάρος

Η ανεξέλεγκτη ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής διαβρώνουν διαρκώς τους μισθούς. Οι πολίτες βλέπουν την κυβερνητική ρητορική περί ανάπτυξης να μην φτάνει στο πορτοφόλι τους, ενώ η καθημερινή οικονομική ανασφάλεια εντείνεται.

Σε μια περίοδο με έντονα προεκλογικά χαρακτηριστικά, η αδυναμία της κυβέρνησης να μετατρέψει τους θετικούς δείκτες σε πραγματική κοινωνική ευημερία προκαλεί πολιτική φθορά. Η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη οικονομική αφήγηση και στην πραγματική ζωή των πολιτών γίνεται πλέον κεντρικό πολιτικό πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία.

Η παραγωγικότητα αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της οικονομικής αλήθειας. Και εκεί, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει το κόστος ενός μοντέλου που ευνοεί την επικοινωνιακή μεγέθυνση, αφήνοντας την πραγματική οικονομία, τους εργαζόμενους και τη μεσαία τάξη σε κατάσταση παρατεταμένης πίεσης.