Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΡΚΕΛΟΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ

8 Φεβρουαρίου 2026

Παραχαράσσουν την Ελένη, αποδομούν τον Ελληνισμό: Ο κινηματογράφος της «νέας τάξης» απέναντι στην Ιστορία

Η επικαιρότητα γύρω από το ενδεχόμενο ενσάρκωσης της ωραίας Ελένης σε μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή από Αφροαμερικανίδα ηθοποιό γεννά σκέψεις που υπερβαίνουν το επίπεδο της απλής καλλιτεχνικής επιλογής. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο σύγχρονοι κύκλοι ισχύος προσεγγίζουν τα ελληνικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, ανασυνθέτοντάς τα μέσα από ένα ιδεολογικό φίλτρο που τους είναι οικείο. Ο Όμηρος κατέθεσε τη δική του αφήγηση, όμως η παγκόσμια βιομηχανία του θεάματος λειτουργεί με άλλους κανόνες και άλλες στοχεύσεις. Η Ελένη παρουσιάζεται αποκομμένη από τα γνωρίσματά της, από το κάλλος, την όψη και την καταγωγή της. Η εκδοχή της Ιστορίας που προβάλλεται μέσα από τη μεγάλη οθόνη οφείλει να προσαρμόζεται σε σύγχρονες επιταγές, ακόμη και όταν συγκρούεται με τις πηγές, τα αρχαιολογικά δεδομένα και τη μακραίωνη παράδοση.

Η ελληνική μυθολογία αποτελεί δομικό πυλώνα πολιτισμού και μνήμης. Συγκροτήθηκε ως ενιαίο σύστημα νοημάτων, όπου η μορφή, η αισθητική και η προέλευση συνδέονται άρρηκτα με το περιεχόμενο. Δεν πρόκειται για αφηρημένες ιστορίες, αλλά για ζωντανές παραστάσεις μιας κοσμοθεωρίας που διαμόρφωσε αντιλήψεις, αξίες και συλλογικές συμπεριφορές.

Η Ελένη ενσωματώνει την ελληνική θεώρηση της ομορφιάς, του έρωτα, της σύγκρουσης, της θεϊκής παρέμβασης και της ανθρώπινης ευθύνης. Το κάλλος της συνιστά συστατικό στοιχείο της αφήγησης. Λειτουργεί ως αιτία πολέμου, ως κινητήρια δύναμη συλλογικής δράσης, ως μέτρο υπέρβασης και ως αφετηρία καταστροφής. Η κινηματογραφική αναπαράσταση που αποσπά αυτή τη μορφή από το πολιτισμικό της πλαίσιο την απογυμνώνει από το νόημά της και τη μετατρέπει σε σύμβολο σύγχρονων διεκδικήσεων, απομακρυσμένο από τη μυθική της ρίζα.

Ο σκηνοθέτης της νέας κινηματογραφικής εκδοχής της Οδύσσειας κινείται με σαφή προσανατολισμό. Οι επιλογές του ευθυγραμμίζονται με τις προσδοκίες εκείνων που χρηματοδοτούν και ελέγχουν την παραγωγή. Η ουσία του προβλήματος για την κοινωνία εντοπίζεται στη συστηματική προσπάθεια της διεθνούς βιομηχανίας θεάματος να εντάξει τον ελληνικό πολιτισμό σε ένα ενιαίο ιδεολογικό καλούπι, αποσπώντας τον από τη συγκεκριμένη ιστορική και πολιτισμική του ιδιομορφία.

Η ενόχληση που εκδηλώνεται στο κοινό πηγάζει από την αίσθηση ότι ένα συλλογικό πολιτισμικό κεφάλαιο ανεκτίμητης αξίας χρησιμοποιείται χωρίς σεβασμό στη μορφή και στη μνήμη του. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην κριτική προς μια ξένη παραγωγή. Η συζήτηση οφείλει να στραφεί στο εσωτερικό πεδίο, εκεί όπου η αδράνεια, η νωθρότητα, η άκριτη αποδοχή ξένων προτύπων και η αμηχανία απέναντι στην ίδια την ταυτότητα εκδηλώνονται με ένταση.

Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου καλείται να απαντήσει έμπρακτα. Ο απολογισμός των ταινιών που αντλούν υλικό από την ελληνική Ιστορία και τη μυθολογία παραμένει φτωχός. Οι παραγωγές με αισθητική πληρότητα και διεθνή προσανατολισμό είναι ελάχιστες. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στο κόστος λειτουργίας του θεσμού και στην πολιτισμική του απόδοση γίνεται εμφανής, όπως και η περιορισμένη απήχηση που θα είχε ενδεχόμενη απουσία του από τον δημόσιο βίο.

Το υπουργείο Πολιτισμού κινείται σε έναν ρόλο διαχειριστικό. Οι παρεμβάσεις του εξαντλούνται σε διαδικασίες και επικοινωνιακές κινήσεις. Η στήριξη φιλόδοξων δημιουργικών προσπαθειών, η ενθάρρυνση της ενασχόλησης με την ιστορική και μυθολογική ύλη και η χάραξη μιας συνεκτικής στρατηγικής για τον ελληνικό πολιτισμό παραμένουν εκκρεμότητες.

Στο κοινωνικό πεδίο προστίθεται η στάση της ελληνόφωνης οικονομικής ελίτ. Ανασφαλής και προσανατολισμένη προς το εξωτερικό, αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως καταναλωτικό αγαθό και ως φολκλορικό στοιχείο προς επίδειξη. Η σχέση με την παράδοση παραμένει επιφανειακή, ενώ η προσκόλληση σε διεθνή πρότυπα θεωρείται αυτονόητη ένδειξη εκσυγχρονισμού. Το εγχώριο πολιτισμικό απόθεμα συχνά παραμερίζεται, ενισχύοντας την απομάκρυνση από κάθε έκφανση ταυτότητας.

Στον χώρο του κινηματογράφου, οι δημιουργοί που τολμούν να αναμετρηθούν με την ελληνική ιστορική και μυθολογική ύλη είναι ελάχιστοι. Η συγκεκριμένη θεματολογία αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη, απαιτεί πνευματικό σθένος και αισθητική παιδεία που σπανίζουν εδώ και δεκαετίες στο εγχώριο περιβάλλον.

Η δημόσια τηλεόραση και οι ιδιωτικοί σταθμοί επενδύουν σε προϊόντα άμεσης κατανάλωσης. Ριάλιτι, υποβαθμισμένο περιεχόμενο και ατέρμονες συζητήσεις καταλαμβάνουν τον χρόνο, αφήνοντας ανεκμετάλλευτη τη δυνατότητα καλλιέργειας συλλογικής μνήμης και πολιτισμικής αυτογνωσίας.

Η ουσιαστική στάση απέναντι σε τέτοιες κινηματογραφικές πρακτικές συνδέεται με τη δημιουργία και την ανάληψη ευθύνης. Όσο η ίδια η κοινωνία παραμένει αδρανής απέναντι στην πολιτισμική της κληρονομιά, τρίτοι θα συνεχίσουν να την επαναδιατυπώνουν σύμφωνα με τις δικές τους αφηγήσεις.

Και το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσοι έχουν προσεγγίσει τα ομηρικά έπη μέσα από το ίδιο το κείμενο, πριν συναντήσουν τις κινηματογραφικές τους εκδοχές;