Σήμερα Γιορτάζουν:

ΝΙΝΑ

Παρωχημένα συστήματα και χαμένη εικόνα: Πώς «σβήστηκε» το FIR Αθηνών από τον χάρτη

Ένα εκρηκτικό μείγμα παλαιωμένων τηλεπικοινωνιακών υποδομών, καθυστερήσεων στον εντοπισμό και την αποκατάσταση της βλάβης και προβληματικής συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων οδήγησε στο πρωτοφανές μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών στις 4 Ιανουαρίου, αφήνοντας για ώρες όλα τα ελληνικά αεροδρόμια εκτός αεροπορικού χάρτη. Δέκα ημέρες μετά το περιστατικό που προκάλεσε διεθνή αίσθηση, η ακριβής γενεσιουργός αιτία παραμένει ασαφής, καθώς τα ίδια τα απαρχαιωμένα συστήματα πάνω στα οποία στηρίζεται η εναέρια κυκλοφορία δεν επιτρέπουν ούτε καν την πλήρη ιχνηλάτηση της βλάβης.

Αυτό προκύπτει από το πόρισμα της Επιτροπής που συγκρότησε το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο δόθηκε χθες στη δημοσιότητα με διαδικασία fast track, ύστερα από οκτώ συνεδριάσεις σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Το πόρισμα αποδίδει σαφείς ευθύνες στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας για τη διατήρηση κρίσιμων συστημάτων που έχουν τεθεί εκτός υποστήριξης από τους κατασκευαστές τους εδώ και χρόνια, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Παράλληλα, στο κάδρο των ευθυνών τίθεται και ο ΟΤΕ, κυρίως ως προς το επίπεδο τεχνικής συνεργασίας με την ΥΠΑ, το οποίο χαρακτηρίζεται «μακράν του βέλτιστου».

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, η ΥΠΑ δεν προχώρησε στην αντικατάσταση του κρίσιμου συστήματος φωνητικών επικοινωνιών VCS, παρότι είχε ενημερωθεί ήδη από το 2019 ότι βασίζεται σε παρωχημένη τεχνολογία χωρίς εγγυήσεις λειτουργίας. Επιπλέον, δεν είχαν εγκατασταθεί συστήματα τηλεμετρίας και καταγραφής συμβάντων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη η αναδρομική ανάλυση των βλαβών και να καθυστερεί δραματικά τόσο η διάγνωση όσο και η αποκατάσταση. Η Επιτροπή καταγράφει ότι τα κρίσιμα συστήματα λειτουργούσαν χωρίς αρχεία συμβάντων, χωρίς δυνατότητα ανάλυσης δεδομένων και χωρίς μηχανισμούς ιχνηλάτησης, αφήνοντας αποσπασματική την εικόνα του τι πραγματικά συνέβη.

Το περιστατικό αποδίδεται τελικά σε «ψηφιακό θόρυβο» στο σύστημα επικοινωνιών, που προκλήθηκε από ακούσιες εκπομπές εφεδρικών ραδιοφωνικών καναλιών της ΥΠΑ σε μη στελεχωμένους σταθμούς, οι οποίες φίμωσαν τα βασικά κανάλια επικοινωνίας και υπονόμευσαν την ομαλή λειτουργία του συστήματος αεροναυτιλίας. Η έλλειψη εργαλείων καταγραφής καθιστά αδύνατο να προσδιοριστεί ποιος από τους πιθανούς τεχνικούς παράγοντες υπήρξε ο καθοριστικός.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη δυσλειτουργική συνεργασία μεταξύ ΥΠΑ και ΟΤΕ, η οποία συνέβαλε στην καθυστέρηση εντοπισμού και επίλυσης της βλάβης, παρά την ενεργοποίηση διαδικασιών έκτακτης ανάγκης. Το πόρισμα επισημαίνει ότι, αν και τα κυκλώματα του ΟΤΕ εμφανίζονταν λειτουργικά, η έλλειψη ενιαίας τηλεμετρίας και συντονισμού εμπόδισε την έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος. Η πλήρης αποκατάσταση ήρθε το απόγευμα, μετά από μεταγωγή του δικτύου σε εναλλακτική διαδρομή.

Η Επιτροπή αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο κυβερνοεπίθεσης ή κακόβουλης ενέργειας, τονίζοντας ότι δεν εντοπίστηκαν παρεμβολές από τρίτες πηγές και ότι τα κρίσιμα συστήματα είναι απομονωμένα από το διαδίκτυο. Παρά το εύρος του περιστατικού, διαβεβαιώνει ότι δεν προέκυψε άμεσο ζήτημα αεροπορικής ασφάλειας, καθώς τα προληπτικά μέτρα που εφαρμόστηκαν λειτούργησαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Στο πόρισμα διατυπώνονται συγκεκριμένες συστάσεις, με τη συνδρομή του EUROCONTROL, για επίσπευση της μετάβασης σε σύγχρονη τεχνολογία VoIP, θεσμοθέτηση μόνιμων μηχανισμών άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ, ενίσχυση της τηλεμετρίας και της εποπτείας του ραδιοφάσματος, καθώς και μετεγκατάσταση κρίσιμων εγκαταστάσεων.

Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας κάνουν λόγο για πλήρη επιβεβαίωση των καταγγελιών τους, επισημαίνοντας ότι η απόφαση επιβολής zero rate ήταν αυτή που απέτρεψε σοβαρότερες εξελίξεις. Προειδοποιούν ότι, χωρίς άμεση εκτίμηση ασφάλειας και μείωση των χωρητικοτήτων, δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί η ασφαλής εξυπηρέτηση της αυξημένης θερινής κυκλοφορίας, ζητώντας άμεση παρέμβαση για την προστασία τόσο των ίδιων όσο και του επιβατικού κοινού.