21 Ιουλίου 2026

Πιερρακάκης: Τα έσοδα από το ραδιοφάσμα στον προϋπολογισμό της ΕΕ

Μια φιλόδοξη πρόταση για τη δημιουργία νέων εσόδων στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό καταθέτει ο Κυριάκος Πιερρακάκης, εισηγούμενος τη μεταφορά σημαντικού μέρους των χρημάτων από τις εθνικές δημοπρασίες ραδιοφάσματος σε κοινά επενδυτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρόεδρος του Eurogroup επιχειρεί να ανοίξει τη συζήτηση για μια νέα κατηγορία ευρωπαϊκών «ίδιων πόρων», σε μια περίοδο κατά την οποία οι Βρυξέλλες αναζητούν χρηματοδότηση για την άμυνα, την τεχνολογία, την ενεργειακή ασφάλεια και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Η πρόταση, την οποία παρουσιάζει δημοσίευμα του Politico, προβλέπει μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συντονισμό στον τρόπο με τον οποίο παραχωρούνται οι άδειες χρήσης των συχνοτήτων για τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας. Σήμερα, τα κράτη-μέλη οργανώνουν χωριστές δημοπρασίες, με διαφορετικούς όρους, χρονοδιαγράμματα και διάρκειες αδειών, ενώ τα έσοδα καταλήγουν στους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης χαρακτηρίζει την προσέγγισή του «τηλεπικοινωνιακή πολιτική α λα Ντράγκι», συνδέοντάς την με τις προτάσεις του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι για περιορισμό του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής οικονομίας και δημιουργία επιχειρήσεων ικανών να ανταγωνιστούν σε παγκόσμια κλίμακα.

Η βασική θέση είναι ότι το ραδιοφάσμα δεν αποτελεί απλώς μια πηγή δημοσιονομικών εσόδων. Αποτελεί στρατηγική υποδομή πάνω στην οποία στηρίζονται τα δίκτυα 5G και 6G, η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτόνομη κινητικότητα, οι δορυφορικές επικοινωνίες, η προηγμένη βιομηχανία και οι νέες αμυντικές τεχνολογίες.

Η Ευρώπη, ωστόσο, εξακολουθεί να διαχειρίζεται αυτό το κρίσιμο περιουσιακό στοιχείο μέσα από 27 διαφορετικά εθνικά συστήματα. Ένας τηλεπικοινωνιακός πάροχος που δραστηριοποιείται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι υποχρεωμένος να διαπραγματεύεται με διαφορετικές ρυθμιστικές αρχές και να συμμετέχει σε δημοπρασίες με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Ο κατακερματισμός αυξάνει το κόστος, περιορίζει την προβλεψιμότητα και αφαιρεί κεφάλαια από τις επενδύσεις σε δίκτυα. Από το 2020, οι ευρωπαϊκές εταιρείες τηλεπικοινωνιών έχουν διαθέσει σχεδόν 50 δισ. ευρώ σε δημοπρασίες συχνοτήτων, ενώ περισσότερα από 30 δισ. ευρώ αφορούν ειδικά άδειες για δίκτυα 5G.

Ο κλάδος έχει επικρίνει επανειλημμένα την πρακτική των κυβερνήσεων να αντιμετωπίζουν τις συχνότητες ως εύκολη πηγή εσόδων. Οι υψηλές τιμές των αδειών μειώνουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για υποδομές, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη υστερεί σε επενδύσεις και διείσδυση προηγμένων δικτύων έναντι των ΗΠΑ και της Ασίας.

Το ελληνικό μοντέλο του 5G και η προτεινόμενη ευρωπαϊκή κατανομή

Ως βάση της πρότασής του, ο πρόεδρος του Eurogroup χρησιμοποιεί το ελληνικό μοντέλο της δημοπρασίας συχνοτήτων 5G που πραγματοποιήθηκε το 2020. Η διαδικασία είχε σχεδιαστεί με στόχο την ταχεία ανάπτυξη των νέων δικτύων και όχι τη μεγιστοποίηση των εσόδων του Δημοσίου.

Το 25% των εσόδων της δημοπρασίας κατευθύνθηκε στο Ταμείο «Φαιστός», το οποίο δημιουργήθηκε για να χρηματοδοτήσει επιχειρήσεις που αναπτύσσουν προϊόντα και υπηρεσίες βασισμένες στα δίκτυα πέμπτης γενιάς.

Η λογική της παρέμβασης ήταν ότι η πραγματική οικονομική αξία του 5G δεν βρίσκεται μόνο στις κεραίες και στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Βρίσκεται κυρίως στο οικοσύστημα εφαρμογών που μπορεί να δημιουργηθεί γύρω από αυτές, σε τομείς όπως οι μεταφορές, η βιομηχανία, η Υγεία, η ενέργεια, ο τουρισμός και η εφοδιαστική αλυσίδα.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης προτείνει να μεταφερθεί αυτή η αρχιτεκτονική σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με το σχέδιο που παρουσιάζεται, το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων από συντονισμένες δημοπρασίες θα μπορούσε να ενταχθεί στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ ως νέος ίδιος πόρος.

Το υπόλοιπο μέρος, με σημείο αναφοράς το ελληνικό ποσοστό του 25%, θα μπορούσε να διοχετευθεί σε ειδικό επενδυτικό ταμείο με συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Στόχος θα ήταν η χρηματοδότηση εφαρμογών 5G και 6G, η ανάπτυξη νέων τεχνολογικών επιχειρήσεων και η ενίσχυση ευρωπαϊκών εταιρειών που μπορούν να αποκτήσουν διεθνή παρουσία.

Η πρόταση επιχειρεί να συνδυάσει δύο διαφορετικούς στόχους. Από τη μία πλευρά, δημιουργεί νέα έσοδα για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Από την άλλη, επιστρέφει μέρος των χρημάτων στον τηλεπικοινωνιακό και τεχνολογικό κλάδο με τη μορφή επενδυτικών κεφαλαίων.

Ο πρόεδρος του Eurogroup παρουσιάζει το σχέδιο ως παρέμβαση «θετικού αθροίσματος». Υποστηρίζει ότι η ΕΕ μπορεί να ξεφύγει από τη μόνιμη αντιπαράθεση για το πώς θα μοιραστούν περιορισμένοι πόροι και να δημιουργήσει νέα οικονομική αξία μέσα από την ενοποίηση της αγοράς.

Η πρόταση έρχεται ενώ οι διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Οι λεγόμενες «φειδωλές» χώρες πιέζουν για περιορισμό των δαπανών, ενώ άλλες κυβερνήσεις ζητούν περισσότερους πόρους για άμυνα, πράσινη μετάβαση, αγροτική πολιτική, συνοχή και τεχνολογικές επενδύσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα έσοδα από το ραδιοφάσμα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρόσθετος ευρωπαϊκός πόρος, περιορίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερες εθνικές συνεισφορές. Η μεταφορά τους στις Βρυξέλλες, όμως, προϋποθέτει ότι τα κράτη-μέλη θα δεχθούν να εγκαταλείψουν μια σταθερή πηγή εσόδων και μέρος του ελέγχου που ασκούν στις τηλεπικοινωνίες.

Η αντίσταση των κυβερνήσεων και η μάχη για τον έλεγχο των συχνοτήτων

Η πρόταση αναμένεται να συναντήσει ισχυρές αντιδράσεις από τις εθνικές πρωτεύουσες. Η πολιτική διαχείρισης του ραδιοφάσματος θεωρείται κατεξοχήν εθνική αρμοδιότητα και οι κυβερνήσεις δεν εμφανίζονται πρόθυμες να παραδώσουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δυνατότητα να συντονίζει τις δημοπρασίες και να εισπράττει τα σχετικά έσοδα.

Αξιωματούχοι κρατών-μελών εκτιμούν ότι δύσκολα θα διαμορφωθεί ευρεία υποστήριξη. Οι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν εισπράξει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από την παραχώρηση των συχνοτήτων και οποιαδήποτε μεταφορά αυτών των πόρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα προκαλούσε άμεση δημοσιονομική απώλεια.

Η σύγκρουση συνδέεται και με τον υπό διαπραγμάτευση Νόμο για τα Ψηφιακά Δίκτυα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει μεγαλύτερη εναρμόνιση στη διάρκεια των αδειών, στις προϋποθέσεις παραχώρησης και στη μεθοδολογία τιμολόγησης των συχνοτήτων.

Αρκετές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα την ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής, θεωρώντας ότι μπορεί να οδηγήσει σε σταδιακή αφαίρεση εθνικών αρμοδιοτήτων. Η αντίδραση γίνεται εντονότερη όταν η συζήτηση περνά από τον τεχνικό συντονισμό στην ανακατανομή των εσόδων.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναγνωρίζει ότι η πλήρης υλοποίηση της πρότασης θα είναι δύσκολη. Εκτιμά, ωστόσο, ότι ακόμη και ο συγχρονισμός των δημοπρασιών και η σύγκλιση των όρων παραχώρησης θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό βήμα προς μια πραγματική ενιαία τηλεπικοινωνιακή αγορά.

Η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα θα επέτρεπε στους παρόχους να σχεδιάζουν ενιαίες επενδύσεις, να περιορίζουν τα διοικητικά κόστη και να αναπτύσσουν ταχύτερα δίκτυα σε περισσότερες χώρες. Θα μπορούσε επίσης να διευκολύνει τις ευρωπαϊκές εταιρείες εξοπλισμού και τεχνολογίας να αναπτύξουν υπηρεσίες σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Ο πρόεδρος του Eurogroup συνδέει την πρωτοβουλία με τις εκθέσεις Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα για την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά. Κατά την εκτίμησή του, η Ευρώπη πρέπει να περάσει από την προστασία των εθνικών επιχειρήσεων στη δημιουργία ευρωπαϊκών ομίλων ικανών να ανταγωνιστούν αμερικανικούς και ασιατικούς κολοσσούς.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία επιδιώκει να ενώσει βαθύτερα τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές και να κατευθύνει περισσότερες ιδιωτικές αποταμιεύσεις προς παραγωγικές επενδύσεις.

Το σχέδιο για το ραδιοφάσμα βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και απαιτεί αναλυτική μελέτη επιπτώσεων, συγκεκριμένο μηχανισμό κατανομής των εσόδων και πολιτική συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι αρκετοί Ευρωπαίοι υπουργοί έχουν ήδη αποδεχθεί τη βασική φιλοσοφία της πρότασης. Η κρίσιμη δοκιμασία θα έρθει όταν η συζήτηση περάσει από τη γενική ανάγκη περιορισμού του κατακερματισμού στο πραγματικό ερώτημα: ποιος θα ελέγχει τις συχνότητες και ποιος θα εισπράττει τα δισεκατομμύρια των δημοπρασιών.