Πληθωρισμός: Η Ελλάδα απομακρύνεται από την Ευρώπη στην αγοραστική δύναμη

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβαρύνοντας άμεσα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και ακυρώνοντας στην πράξη μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, ο ελληνικός πληθωρισμός τρέχει περίπου 40% έως 50% πιο γρήγορα από τον αντίστοιχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ίδια ώρα, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο καταγράφει στην έκθεσή του ότι ο πληθωρισμός απορροφά σχεδόν πλήρως τις αυξήσεις των αποδοχών. Το 2025 η πραγματική αύξηση των αμοιβών στην Ελλάδα ήταν μόλις 0,1%, ενώ ανάλογη επίδοση αναμένεται και για το 2026. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η πραγματική αύξηση των αποδοχών ήταν 1,8% το 2025 και προβλέπεται 0,2% φέτος.

Το αποτέλεσμα είναι καθαρό και πολιτικά βαρύ: αντί η Ελλάδα να συγκλίνει με την Ευρώπη, αποκλίνει στην αγοραστική δύναμη. Οι εργαζόμενοι βλέπουν τους ονομαστικούς μισθούς να αυξάνονται στα χαρτιά, αλλά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα να παραμένει καθηλωμένο, καθώς οι τιμές στα βασικά αγαθά, στις υπηρεσίες και στη στέγαση απορροφούν το όποιο όφελος.

Η συγκράτηση των αμοιβών, σε συνδυασμό με την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, επιτρέπει υψηλά περιθώρια κερδοφορίας. Τα κέρδη αυτά δεν κατευθύνονται επαρκώς σε παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και αύξηση παραγωγικότητας. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος τους διανέμεται στους μετόχους, ευνοημένο και από τη χαμηλή φορολογία στα μερίσματα.

Έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος: τα υψηλά περιθώρια κέρδους τροφοδοτούν τον πληθωρισμό κερδών, ο πληθωρισμός υπονομεύει τις αυξήσεις των εργαζομένων και το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει χαμηλό. Ήδη οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα διαθέτουν λιγότερο από το 70% του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος των 27 κρατών-μελών της ΕΕ.

Ο πληθωρισμός καταπίνει τις αυξήσεις

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τη μεγάλη απώλεια του 25% του ΑΕΠ κατά την οικονομική κρίση. Ακολούθησαν οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού του 2022 και του 2023, οι οποίοι πίεσαν έντονα τους πραγματικούς μισθούς. Το 2024 καταγράφηκε προσωρινή αντιστροφή της τάσης, όμως ο υψηλός δομικός πληθωρισμός, που διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, περιόρισε ξανά την πραγματική αύξηση των αποδοχών.

Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι, παρά την πρόσφατη βελτίωση, ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός, προσαρμοσμένος στο κόστος ζωής, παραμένει σημαντικά χαμηλότερος στην Ελλάδα σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι η σύγκριση δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση τον ονομαστικό μισθό, αλλά με βάση το τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας εργαζόμενος.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, περαιτέρω αύξηση των μισθών θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για την οικονομία συνολικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από διατηρήσιμη ανάπτυξη και βελτίωση της παραγωγικότητας. Το πρόβλημα είναι ότι η παραγωγικότητα παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα στην Ελλάδα, περιορίζοντας τη δυνατότητα πραγματικής σύγκλισης.

Στην πραγματική αμοιβή των εργαζομένων, η εικόνα αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης. Το 2023 η Ελλάδα κατέγραψε μείωση 0,1%, ενώ η ευρωζώνη μείωση 0,9%. Το 2024 η Ελλάδα σημείωσε αύξηση 3,6%, έναντι 2,1% στην ευρωζώνη. Το 2025 όμως η πραγματική αύξηση περιορίστηκε στο 0,1%, όταν στην ευρωζώνη ήταν 1,8%. Για το 2026 προβλέπεται ξανά 0,1% στην Ελλάδα και 0,2% στην ευρωζώνη, ενώ το 2027 εκτιμάται αύξηση 1,8% για την Ελλάδα και 0,8% για την ευρωζώνη.

Την ίδια στιγμή, η υπερφορολόγηση αφαιρεί πρόσθετο διαθέσιμο εισόδημα. Οι πολίτες πληρώνουν περισσότερο ΦΠΑ επειδή οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών έχουν αυξηθεί, αρχικά λόγω των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα την περίοδο της πανδημίας και στη συνέχεια λόγω των πολεμικών συγκρούσεων και της ενεργειακής κρίσης.

Πρόσθετη επιβάρυνση προκαλεί η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή των φορολογικών ορίων, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι φορολογούνται σαν να έγιναν πλουσιότεροι, ενώ στην πραγματικότητα απλώς προσπαθούν να καλύψουν την ακρίβεια.

Χαμηλή παραγωγικότητα και λάθος επενδυτική κατεύθυνση

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή. Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται τα κέρδη και οι επενδύσεις. Η χαμηλή φορολογία των κερδών και των μερισμάτων ευνοεί τη διανομή εισοδήματος προς τους μετόχους, χωρίς να εξασφαλίζει ότι τα κέρδη επιστρέφουν στην οικονομία ως επενδύσεις σε τεχνολογία, μηχανήματα, αυτοματισμούς και παραγωγικό εκσυγχρονισμό.

Η εικόνα του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου για το 2025 είναι ενδεικτική. Οι κατοικίες αυξήθηκαν κατά 22%, οι άλλες κατασκευές κατά 8% και ο μεταφορικός εξοπλισμός κατά 20%. Αντιθέτως, ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας μειώθηκε κατά 8%, ενώ ο μηχανολογικός εξοπλισμός και τα οπλικά συστήματα αυξήθηκαν κατά 7%.

Η κατανομή αυτή δείχνει ότι η οικονομία στρέφεται ξανά σε ακίνητα, κατασκευές και περιουσιακές αξίες, αντί να επενδύει με αποφασιστικότητα σε τεχνολογικό εξοπλισμό, ψηφιακές υποδομές και παραγωγικά μέσα που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Τα «ντουβάρια» ανατιμώνται, αλλά ο τεχνολογικός εξοπλισμός μένει πίσω.

Αυτή η στρέβλωση έχει άμεσες συνέπειες. Χωρίς επενδύσεις σε σύγχρονα μηχανήματα, τεχνολογίες πληροφορικής, αυτοματισμούς και καινοτομία, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να παράγει περισσότερο και καλύτερα. Χωρίς αύξηση παραγωγικότητας, οι πραγματικοί μισθοί δεν μπορούν να συγκλίνουν ουσιαστικά με την Ευρώπη.

Το κυβερνητικό αφήγημα περί ανάπτυξης σκοντάφτει σε αυτά τα στοιχεία. Όταν ο πληθωρισμός τρέχει ταχύτερα από την Ευρώπη, όταν η πραγματική αύξηση αποδοχών περιορίζεται στο 0,1%, όταν η αγοραστική δύναμη παραμένει κάτω από το 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και όταν οι επενδύσεις κατευθύνονται περισσότερο σε ακίνητα παρά σε παραγωγική αναβάθμιση, τότε η οικονομία δεν συγκλίνει. Απλώς εμφανίζει αριθμούς που δεν φτάνουν στην τσέπη του πολίτη.

Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα διαφορετικό παραγωγικό υπόδειγμα. Χρειάζεται πραγματικές αυξήσεις μισθών, περιορισμό της αισχροκέρδειας, φορολογική δικαιοσύνη, τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και επενδύσεις που ανεβάζουν την παραγωγικότητα. Χωρίς αυτά, ο πληθωρισμός θα συνεχίσει να λειτουργεί ως αόρατος μηχανισμός μείωσης εισοδήματος, ενώ η απόσταση από την Ευρώπη θα μεγαλώνει.