Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΔΟΚΙΑ

ΛΩΞΑΝΔΡΑ

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ

ΠΑΡΑΣΧΟΣ

ΡΩΞΑΝΗ

ΧΑΡΙΣΙΟΣ

23 Ιουλίου 2025

Πώς οι μεγάλες φαρμακευτικές αποδόμησαν την ανεξαρτησία της επιστημονικής έρευνας

Φαρμακευτικές: Η ιστορία της Ιατρικής που Βασίζεται σε Ενδείξεις ξεκίνησε με υψηλές προσδοκίες. Σε έναν κόσμο όπου η ιατρική γνώση μεταδιδόταν μέσα από παράδοση, προσωπική εμπειρία και αυθεντία, η EBM (Evidence-Based Medicine) ήρθε να ορθώσει ένα νέο πρότυπο: η απόφαση για τη θεραπεία κάθε ασθενούς θα βασίζεται στις καλύτερες διαθέσιμες αποδείξεις.

Η υπόσχεση ήταν ριζικά χειραφετική. Ο γιατρός δεν θα βασίζεται πια στην προσωπική του προκατάληψη, η θεραπεία δεν θα επιλέγεται από συνήθεια ή συναισθηματισμό, και ο ασθενής θα απολαμβάνει την ασφάλεια μιας επιστήμης που μελετά, συγκρίνει, αναλύει και διορθώνει τον εαυτό της.

Όμως αυτό το όραμα δεν υπολόγισε μια απλή αλλά αμείλικτη δύναμη: το χρήμα. Και συγκεκριμένα, την εισβολή του επιχειρηματικού συμφέροντος στο πεδίο της παραγωγής της επιστημονικής αλήθειας. Σήμερα, το ίδιο το πλαίσιο που δημιουργήθηκε για να προστατεύει τους ασθενείς από την αυθαιρεσία, έχει καταστεί εργαλείο ελέγχου της αγοράς, παραπλάνησης των γιατρών και χειραγώγησης της γνώσης.

Το πρώτο σημείο αλλοίωσης της επιστημονικής διαδικασίας είναι ο οικονομικός έλεγχος της έρευνας. Η πλειονότητα των κλινικών μελετών, ιδίως σε τομείς με υψηλό οικονομικό ενδιαφέρον όπως η ογκολογία, η ψυχιατρική και οι λοιμώξεις, χρηματοδοτείται απευθείας από τις ίδιες τις φαρμακοβιομηχανίες.

Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα ήταν προβληματικό αν υπήρχαν αυστηροί μηχανισμοί ελέγχου και διαφάνειας. Αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εταιρείες που χρηματοδοτούν μια μελέτη διατηρούν τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο σχεδιασμό της, στον καθορισμό των πρωτογενών και δευτερογενών δεικτών, στα δεδομένα που συλλέγονται, στην ανάλυσή τους και – κυρίως – στο αν και πότε θα δημοσιευτεί το αποτέλεσμα.

Η επιστημονική διαδικασία λειτουργεί πλέον με λογική επιλεκτικής ορατότητας. Τα ευνοϊκά δεδομένα δημοσιεύονται με ταχύτητα και θόρυβο. Τα αρνητικά δεδομένα, εκείνα που θα μπορούσαν να υποδείξουν έλλειψη αποτελεσματικότητας ή αυξημένο κίνδυνο, είτε αποσιωπώνται είτε παρουσιάζονται μετά από χρόνια, συχνά μετά την εμπορική αξιοποίηση του φαρμάκου. Η έρευνα γίνεται όχημα προώθησης και όχι διερεύνησης.

Ταυτόχρονα, έχει δημιουργηθεί ένα εκτενές δίκτυο ακαδημαϊκής συνδιαλλαγής με τη βιομηχανία. Καθηγητές, ερευνητές, επικεφαλής πανεπιστημιακών εδρών, αλλά και συγγραφείς θεραπευτικών οδηγιών έχουν έμμεσες ή άμεσες σχέσεις χρηματοδότησης με εταιρείες των οποίων τα προϊόντα καλούνται να αξιολογήσουν.

Τα ποσά είναι δυσθεώρητα. Συνεδριακές χορηγίες, συμβάσεις «συμβουλευτικού έργου», θέσεις σε επιτροπές, ερευνητικές επιχορηγήσεις με περιοριστικούς όρους, δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα άρθρα «ghostwritten» από γραφεία επικοινωνίας και απλώς υπογεγραμμένα από αναγνωρίσιμους γιατρούς. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός επιστημονικού προφίλ χωρίς επιστημονική ανεξαρτησία. Οι ηγέτες γνώμης της ιατρικής δεν εκφράζουν πια την κρίση τους αλλά την επιμέλεια του χορηγού.

Όμως ακόμα και όταν τα δεδομένα είναι έγκυρα, η ερμηνεία τους διαμορφώνεται μέσα σε ένα εκδοτικό περιβάλλον που πάσχει από την ίδια δομική σύγκρουση συμφερόντων. Τα μεγαλύτερα ιατρικά περιοδικά στον κόσμο αντλούν μεγάλο μέρος των εσόδων τους από φαρμακευτικές διαφημίσεις, τέλη δημοσίευσης και κυρίως από την πώληση εκτυπώσιμων αντιτύπων άρθρων που ευνοούν συγκεκριμένα προϊόντα.

Μία θετική μελέτη για ένα νέο φάρμακο μπορεί να μετατραπεί σε εμπορικό φυλλάδιο, να ανατυπωθεί κατά χιλιάδες και να διανεμηθεί ως «επιστημονικό τεκμήριο» από την εταιρεία. Τα περιοδικά κερδίζουν, η βιομηχανία θριαμβεύει και η ιατρική κοινότητα σιγά-σιγά μετατοπίζεται από το ερευνητικό στο επικοινωνιακό.

Στην κορύφωση αυτής της μεταμόρφωσης ήρθε η πανδημία COVID-19. Εν μέσω παγκόσμιας κρίσης, οι κρατικές ρυθμιστικές αρχές ελάφρυναν τις διαδικασίες έγκρισης, ενίσχυσαν τις προαγορές και αφαίρεσαν την απαίτηση για μακροχρόνια δεδομένα.

Η απαίτηση για δημόσια διαφάνεια των δεδομένων δοκιμών εξαφανίστηκε πίσω από εμπορικά απόρρητα. Οι συζητήσεις περί κινδύνων βαφτίστηκαν παραπληροφόρηση. Οι ερωτήσεις για τη μακροχρόνια ασφάλεια χαρακτηρίστηκαν ανεύθυνες. Ένα νέο αφήγημα γεννήθηκε: εμπιστευτείτε την επιστήμη, αλλά μόνο εκείνη που εγκρίνεται από τον κρατικό και τον εμπορικό μηχανισμό.

Το έδαφος ήταν ήδη στρωμένο: η EBM, αντί να αποτελεί διαδικασία αναστοχασμού και κριτικής διαβούλευσης, μετατράπηκε σε πλατφόρμα επιβεβαίωσης της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικής. Οι δείκτες θνησιμότητας, τα μοντέλα κινδύνου, τα δεδομένα για τις παρενέργειες, η ανάλυση κόστους-οφέλους, όλα πέρασαν σε μια γραμμή παραγωγής όπου το ζητούμενο δεν ήταν η αναζήτηση της αλήθειας αλλά η διατήρηση του αφηγήματος.

Το τραγικό είναι ότι η ίδια η EBM, όπως ξεκίνησε, θα είχε πολλά να προσφέρει – αν μπορούσε να προστατευθεί από την εξαγορά της. Η τυχαιοποιημένη δοκιμή, η συστηματική ανασκόπηση, η ανάλυση μεθοδολογικής ποιότητας, παραμένουν πανίσχυρα εργαλεία.

Όμως χωρίς ανεξαρτησία, χωρίς ανοικτή πρόσβαση στα δεδομένα, χωρίς αυστηρή αποκάλυψη συμφερόντων, μετατρέπονται σε επιστημονικό σόου. Οι γιατροί χάνουν την εμπιστοσύνη τους, οι ασθενείς αισθάνονται ότι χειραγωγούνται και η δημόσια υγεία διολισθαίνει σε εργαλείο προώθησης πολιτικών αποφάσεων.

Η επιστήμη δεν είναι αυτονόητα ελεύθερη. Θέλει θεσμούς που να τη στηρίζουν, κουλτούρα ακεραιότητας και κοινότητες που να τη διεκδικούν. Η ανάκτηση της EBM δεν είναι τεχνικό έργο. Είναι πολιτικό, ηθικό και κοινωνικό αίτημα.

Χωρίς αυτό, η φαρμακευτική πρόοδος μετατρέπεται σε εργαλείο κοινωνικής μηχανικής. Η υγεία γίνεται καταναλωτικό συμβόλαιο. Και η αλήθεια – προϊόν συσκευασίας.

Αν δεν ανακτήσουμε την ιατρική από την οικονομία της εξαπάτησης, τότε ο ασθενής του μέλλοντος δεν θα θεραπεύεται· θα συμμορφώνεται. Και ο γιατρός δεν θα αποφασίζει· θα προωθεί.

Ετικέτες: