Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η σοβιετική προπαγάνδα διακινούσε με βεβαιότητα την αφήγηση της «επικείμενης κατάρρευσης του αμερικανικού καπιταλισμού». Το αφήγημα δεν στηριζόταν στο κενό. Αντλούσε υλικό από πραγματικά γεγονότα: τη χρηματιστηριακή κρίση του Οκτωβρίου του 1987, τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση στην ιστορία της Wall Street, την κρίση των Savings & Loans που εκτεινόταν σε βάθος ετών, το σκάνδαλο Ιράν–Κόντρα που στιγμάτισε το τέλος της εποχής Ρέιγκαν. Οι υπαρκτές αδυναμίες του αμερικανικού συστήματος παρουσιάζονταν ως αποδείξεις γενικευμένης και μη αναστρέψιμης αποσύνθεσης.
Αυτό που δεν έβλεπαν, ήταν ότι η ίδια η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη εισέλθει σε τροχιά διάλυσης. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Το 1989 κατέρρευσε το σοσιαλιστικό μπλοκ και το 1991 διαλύθηκε η ίδια η ΕΣΣΔ. Η Αμερική και ο δυτικός καπιταλισμός όχι μόνο δεν κατέρρευσαν, αλλά εισήλθαν σε νέα φάση ισχύος. Το δίδαγμα παραμένει διαχρονικό: όταν η προπαγάνδα επενδύει εμμονικά στην κατάρρευση του «άλλου», συχνά επιχειρεί να συγκαλύψει τη δική της κρίση. Η υπαρξιακή ανασφάλεια γεννά προπαγανδιστική τύφλωση.
Σήμερα, το ίδιο μοτίβο επανέρχεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η αφήγηση επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά: η Αμερική του Τραμπ καταρρέει, το αμερικανικό χρηματιστήριο είναι μια τεράστια φούσκα, ο πληθωρισμός θα εκραγεί λόγω των δασμών, οι ενδιάμεσες εκλογές θα αποτελέσουν πολιτικό τέλος. Όπως κάθε προπαγανδιστική κατασκευή, έτσι κι αυτή περιλαμβάνει θραύσματα πραγματικότητας. Η αξία της κρίνεται στα στοιχεία.
Οι αποτιμήσεις στη Wall Street βρίσκονται πράγματι σε υψηλά επίπεδα. Ο δείκτης Shiller P/E κινείται πάνω από το 40, επίπεδο που ιστορικά έχει προηγηθεί μεγάλων διορθώσεων. Η διόρθωση, ως φαινόμενο, είναι αναπόφευκτη σε κάθε μακρό κύκλο ανόδου. Η έκταση και ο χρόνος της, όμως, δεν ταυτίζονται με αφηγήσεις κατάρρευσης. Άλλο μια περιορισμένη προσαρμογή και άλλο μια χρηματιστηριακή συντριβή με πολιτικές συνέπειες. Η πρόσφατη ιστορία δείχνει προς ποια κατεύθυνση γέρνει η ζυγαριά.
Το 2017, κατά την έναρξη της πρώτης θητείας Τραμπ, το χρηματιστήριο βρισκόταν ήδη σε ιστορικά υψηλά, έπειτα από οκτώ χρόνια ανόδου. Οι προβλέψεις για επικείμενη πτώση κυριαρχούσαν. Η πτώση δεν ήρθε. Οι δείκτες συνέχισαν να ανεβαίνουν. Στην πρώτη τετραετία Τραμπ, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 57%, ο S&P 500 κατά 70% και ο Nasdaq κατά 142%. Ακόμη και το 2020, όταν η πανδημία και τα lockdown προκάλεσαν παγκόσμιο σοκ, η αμερικανική αγορά ανέκαμψε ταχύτατα και επανήλθε στα προ πανδημίας επίπεδα πριν τις εκλογές. Η συνολική ετήσια απόδοση της περιόδου ξεπέρασε το 13%, από τις υψηλότερες στην ιστορία των αμερικανικών προεδριών.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας. Παρά τις προσδοκίες για διόρθωση, οι αγορές κινήθηκαν ανοδικά. Η απότομη πτώση στις αρχές Απριλίου, λόγω των δασμών, απορροφήθηκε και τα ιστορικά υψηλά επανήλθαν. Η διόρθωση παραμένει ενδεχόμενο, η κατάρρευση όχι δεδομένο.
Οι καθοριστικοί παράγοντες βρίσκονται αλλού. Ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με το 2022. Ο δομικός πληθωρισμός αποκλιμακώνεται, τα επιτόκια έχουν αρχίσει να μειώνονται και οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω χαλάρωση. Οι προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026 υπερβαίνουν το 2,5%, η απασχόληση παραμένει ισχυρή, οι επενδύσεις αυξάνονται. Η ενεργειακή στρατηγική επαναφοράς στους υδρογονάνθρακες μειώνει το κόστος, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και συγκρατεί το ενεργειακό σκέλος του πληθωρισμού. Η ενέργεια λειτουργεί ως παράγοντας κόστους, όχι ως ιδεολογικό σύμβολο.
Στο γεωπολιτικό πεδίο, πιθανές εξελίξεις σε Ουκρανία και Ιράν μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες σταθεροποίησης. Οι αγορές ανταμείβουν τη μείωση της αβεβαιότητας και οι κοινωνίες ανταποκρίνονται στη γεωπολιτική εκτόνωση. Στο πολιτικό επίπεδο, οι μετρήσεις δημοτικότητας του Τραμπ κινούνται σε επίπεδα 46% έως 50%, ποσοστά απολύτως συνήθη για εν ενεργεία πρόεδρο μετά το πρώτο έτος. Οι ίδιες δημοσκοπήσεις είχαν αποτύχει και στις προηγούμενες εκλογές.
Το συνολικό τοπίο στις ΗΠΑ δείχνει οικονομική αντοχή, αποκλιμάκωση πληθωρισμού, μείωση επιτοκίων, ενεργειακή στρατηγική ισχύος και χρηματιστήριο υψηλών αποτιμήσεων με στήριξη στα κέρδη. Κι όμως, η λέξη που κυριαρχεί στον ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο παραμένει η «κατάρρευση» της Αμερικής.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές προβλέψεις μιλούν για ανάπτυξη 1,4%–1,5% στην ΕΕ και περίπου 1% στη Γερμανία. Αριθμοί στασιμότητας. Πολιτικά, τα κόμματα που αμφισβητούν το ευρωπαϊκό κατεστημένο αναδεικνύονται σε κυρίαρχες δυνάμεις στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η πολιτική νομιμοποίηση των κυβερνήσεων φθείρεται, η κοινωνική κόπωση αυξάνεται, η ενεργειακή και αμυντική εξάρτηση παραμένει, η αποβιομηχάνιση προχωρά, η πρωτογενής παραγωγή οδηγείται σε δικαστικές συγκρούσεις.
Το ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν αφορά την αντοχή της Αμερικής. Αφορά την αντοχή της Ευρώπης. Ποια οικονομία διατηρεί δυναμική, ποιο σύστημα εμφανίζει φθορά, ποιος διαθέτει ενεργειακή, δημογραφική και βιομηχανική βάση. Για την Ελλάδα, που βίωσε στο πετσί της μια ευρωπαϊκή κρίση, η συζήτηση αυτή συνιστά προειδοποίηση.
Σε μια ήπειρο που συζητά συμβολισμούς την ώρα της αποδυνάμωσης, η ιστορία επαναλαμβάνει το μοτίβο της. Οι κοινωνίες που χάνουν την αυτοπεποίθησή τους αναλώνονται σε ιδεολογικές μετατοπίσεις. Οι κοινωνίες που διατηρούν αυτοπεποίθηση επικεντρώνονται στην ισχύ, την παραγωγή και τη στρατηγική. Κι έπειτα, από τις αίθουσες της ευρωπαϊκής παρακμής, αναμένουν την κατάρρευση της Αμερικής.
Πιο Δημοφιλή
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Κλήρωση UEFA Nations League: Η Ελλάδα σε όμιλο φωτιά
Αναθεώρηση Συντάγματος: Προτείνω 3 Χρήσιμες Ρηξικέλευθες Διατάξεις!...
Αλλαγή πορείας στην αμερικανική κλιματική πολιτική με απόφαση Τραμπ
Πιο Πρόσφατα
Προπαγάνδα παρακμής και καθρέφτες κατάρρευσης