Σήμερα Γιορτάζουν:

ΚΑΛΛΙΟΠΗ

ΝΑΥΚΡΑΤΗΣ

Το χάσμα ανάμεσα σε δείκτες και πραγματικότητα

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το 81% των πολιτών θεωρεί υπερβολικά μεγάλες τις εισοδηματικές διαφορές στη χώρα.
  • Το 35% των πολιτών δηλώνει υποκειμενικά φτωχό, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών.
  • Η στέγαση αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη πηγή κοινωνικής πίεσης, με το 83% των φτωχών νοικοκυριών να δαπανούν υπερβολικά για αυτήν.
  • Οι κοινωνικές παροχές έχουν περιορισμένη επίδραση στη μείωση της ανισότητας, παρά το γεγονός ότι κατευθύνονται στα χαμηλότερα στρώματα.

Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και τη μείωση του δείκτη εισοδηματικής ανισότητας Gini από 0,316 το 2015 σε 0,292 το 2025, η υποκειμενική αίσθηση της ανισότητας παραμένει εξαιρετικά έντονη στην ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), σχεδόν το 35% των πολιτών δηλώνει ότι αισθάνεται υποκειμενικά φτωχό, ενώ το 81% θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους παραδοσιακούς στατιστικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία και αντίληψη των πολιτών για την οικονομική τους κατάσταση.

Ανάκαμψη με άνισα οφέλη και περιορισμένη επίδραση των παροχών

Η έρευνα εξετάζει έξι διαφορετικές διαστάσεις της ανισότητας – το εισόδημα, την εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα και τη στέγαση – καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνει ένας μόνο δείκτης. Στο πεδίο του εισοδήματος, η ανάλυση δείχνει ότι η ανάκαμψη μετά το 2017 δεν ωφέλησε όλους με τον ίδιο τρόπο. Το ποσοστό σχετικής φτώχειας διαμορφώνεται στο 20%, ενώ το ανώτερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει πλέον το 9,8% του συνολικού εισοδήματος. Παράλληλα, ο λόγος εισοδήματος μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (S80/S20) φθάνει το 5,17. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι κοινωνικές παροχές, αν και κατευθύνονται κυρίως στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, έχουν σχετικά περιορισμένη επίδραση στη μείωση της ανισότητας. Για το κατώτερο τεταρτημόριο των νοικοκυριών οι παροχές αντιστοιχούν στο 76% του ακαθάριστου εισοδήματος, ωστόσο η συμβολή τους στη μείωση του δείκτη Gini παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Διαρθρωτικές αδυναμίες στην αγορά εργασίας και περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα

Παρά τη σημαντική υποχώρηση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει διαρθρωτικές αδυναμίες. Το 24,3% των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι, έναντι μόλις 12,9% στην ΕΕ, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στην Ευρώπη, με τις γυναίκες, τους νέους και τα άτομα με αναπηρία να αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Στον τομέα της εκπαίδευσης, η επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει βελτιώσει σημαντικά το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού, ωστόσο οι ανισότητες ευκαιριών παραμένουν ισχυρές. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πιθανότητα ενός ατόμου που προέρχεται από το χαμηλότερο 50% της εισοδηματικής κατανομής να βρεθεί στο ανώτερο 25% ανέρχεται μόλις στο 11,97%. Παράλληλα, η εξάρτηση από τα φροντιστήρια και την ιδιωτική εκπαίδευση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ενισχύοντας τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών ομάδων.

Υγεία, φροντίδα και στέγαση: Οι νέες εστίες κοινωνικής πίεσης

Η μελέτη αναδεικνύει έντονες κοινωνικές ανισότητες και στον τομέα της υγείας. Στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, το 30% των πολιτών δηλώνει ότι πάσχει από χρόνιο νόσημα, έναντι 18% στο υψηλότερο τεταρτημόριο. Αντίστοιχα, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης είναι πολλαπλάσιες στα χαμηλότερα εισοδήματα. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ιδιωτικές δαπάνες υγείας, οι οποίες αντιστοιχούν στο 3,3% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται η εικόνα στη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων. Οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 0,2% του ΑΕΠ, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως αποτέλεσμα, η φροντίδα μεταφέρεται στις οικογένειες και κυρίως στις γυναίκες, οι οποίες επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος της άτυπης φροντίδας. Ταυτόχρονα, το 38% των ατόμων που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην εκτέλεση βασικών δραστηριοτήτων προσωπικής φροντίδας ή οικιακών εργασιών. Η μεγαλύτερη ίσως κοινωνική πίεση εντοπίζεται σήμερα στη στέγαση. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 83% των νοικοκυριών που βρίσκονται κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας δαπανά υπερβολικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στέγαση, έναντι μόλις 29% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Παράλληλα, το 36% των φτωχότερων νοικοκυριών δηλώνει ότι αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του, ποσοστό που αυξήθηκε μετά την ενεργειακή κρίση. Η μείωση της ιδιοκατοίκησης στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και η αυξανόμενη εξάρτηση από κληρονομιές και οικογενειακή στήριξη διευρύνουν τις διαγενεακές ανισότητες.

Προτάσεις για ένα συνεκτικό πλαίσιο παρεμβάσεων

Βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η ανισότητα στην Ελλάδα δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα εισοδήματος. Η πρόσβαση στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη φροντίδα και κυρίως στη στέγαση διαμορφώνει όλο και περισσότερο τις πραγματικές ευκαιρίες των πολιτών και, τελικά, το επίπεδο κοινωνικής συνοχής της χώρας. Για την αντιμετώπιση των πολλαπλών αυτών ανισοτήτων, το ΙΟΒΕ προτείνει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων, που περιλαμβάνει την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών και της αναδιανεμητικής τους αποτελεσματικότητας, τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης της μισθωτής εργασίας, τον περαιτέρω περιορισμό της παραοικονομίας, πολιτικές για την αύξηση της συμμετοχής γυναικών, νέων και ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας, την ενίσχυση της προσχολικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, την αναβάθμιση της δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και τη μείωση των ιδιωτικών δαπανών υγείας. Παράλληλα, εισηγείται την ανάπτυξη ενός ισχυρότερου συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας για τους ηλικιωμένους, καθώς και τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού πλαισίου κοινωνικής στέγασης, με αύξηση της προσφοράς προσιτών κατοικιών και στοχευμένη στήριξη των νοικοκυριών χαμηλού εισοδήματος. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, μόνο μέσα από συντονισμένες παρεμβάσεις σε όλους αυτούς τους τομείς μπορεί να περιοριστεί ουσιαστικά το χάσμα ευκαιριών που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία.