Στη δεύτερη θέση των χωρών με τη βαρύτερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάχθηκε η Ελλάδα το 2023. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat και τη σχετική ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία ανήλθε στο 40,5%, ποσοστό υψηλότερο κατά 3,5 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ενδεικτικό μιας βαθύτερης διαρθρωτικής μετατόπισης της φορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την κρίση.
Χαμηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή από την Ελλάδα εμφανίζει μόνο η Ιταλία, η οποία βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής κατάταξης με 44%. Στην ομάδα των χωρών με ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση της εργασίας εντάσσονται επίσης η Αυστρία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Αντίθετα, τις χαμηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις καταγράφουν κράτη όπως η Βουλγαρία, η Μάλτα, η Κροατία και η Λετονία.
Ονομαστικές μειώσεις, πραγματική πίεση
Σύμφωνα με τη μελέτη, παρά τις μειώσεις στους ονομαστικούς φορολογικούς συντελεστές και τις ασφαλιστικές εισφορές μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή. Ο λόγος είναι ότι οι χαμηλότεροι συντελεστές εφαρμόστηκαν σε εισοδήματα που αυξήθηκαν ονομαστικά, όμως η απουσία τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας οδήγησε πολλούς φορολογούμενους σε μετακίνηση προς υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια. Έτσι, αντιμετώπισαν αυξημένους οριακούς συντελεστές, χωρίς αντίστοιχη πραγματική αύξηση του εισοδήματός τους.
Κατά την περίοδο 2019-2024, ο μέσος προσαρμοσμένος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε σωρευτικά κατά περίπου 12,4%, φτάνοντας το 2024 τα 18.000 ευρώ. Η αύξηση αυτή, ωστόσο, υπολείπεται αισθητά της σωρευτικής ανόδου περίπου 21,4% που καταγράφεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως μετά το 2021. Παράλληλα, τα ονομαστικά εισοδήματα αυξήθηκαν σε ένα περιβάλλον έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Την περίοδο 2020-2024, ο σωρευτικός πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στο 16,5%, κυρίως λόγω της ισχυρής ανόδου των τιμών το 2022 και της διατήρησης υψηλών ρυθμών τα επόμενα έτη. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος της ονομαστικής αύξησης των μισθών δεν μετατράπηκε σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Fiscal drag και αντικίνητρα υψηλής παραγωγικότητας
Ταυτόχρονα, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας προκάλεσε έντονα φαινόμενα fiscal drag, καθώς εργαζόμενοι βρέθηκαν σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια και επιβαρύνθηκαν με αυξημένους οριακούς συντελεστές, χωρίς πραγματική βελτίωση του εισοδήματός τους.
Τα πρόσφατα μέτρα αναμόρφωσης της φορολογικής κλίμακας, τα οποία τίθενται σε εφαρμογή από το 2026, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν εν μέρει το πρόβλημα της υψηλής φορολόγησης της εργασίας. Ωστόσο, μια πιο ουσιαστική και διαρθρωτική λύση θα απαιτούσε την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας, ιδίως στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Παρότι η μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44% από τις 40.000 στις 60.000 ευρώ το 2026 περιορίζει σε κάποιο βαθμό το πρόβλημα, η συνολική επιβάρυνση εξακολουθεί να είναι υψηλή. Όπως προκύπτει, η Ελλάδα κατατάσσεται περίπου στο μέσο των ευρωπαϊκών οικονομιών ως προς το ύψος του ανώτατου οριακού φορολογικού συντελεστή εισοδήματος το 2025. Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, ο συντελεστής αυτός ενεργοποιείται από σχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος. Το γεγονός ότι εφαρμόζεται ήδη από τις 60.000 ευρώ, σε συνδυασμό με τις ακόμη υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, διατηρεί ισχυρά αντικίνητρα για την προσέλκυση και την παραμονή στελεχών υψηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα.
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Συλλογικές συμβάσεις, μισθοί και ψηφιακή μετάβαση
Άνω Γλυφάδα: Όταν η κακοκαιρία συναντά την πολεοδομική αστοχία
Η εικόνα της απόλυτης καταστροφής