18 Ιουνίου 2026

Ψηφιακή Ελλάδα δύο ταχυτήτων

Η εικόνα της Ελλάδας στον ψηφιακό μετασχηματισμό εμφανίζεται έντονα αντιφατική. Η χώρα επενδύει σε προηγμένες υποδομές, συμμετέχει σε ευρωπαϊκά τεχνολογικά σχήματα και προωθεί στρατηγικά έργα σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι κβαντικές επικοινωνίες και οι ημιαγωγοί. Την ίδια στιγμή, σχεδόν οι μισοί πολίτες εξακολουθούν να μη διαθέτουν ούτε τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν από τους πιο αδύναμους κρίκους της ψηφιακής μετάβασης.

Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται η εικόνα ενός κράτους που επιδιώκει θέση στον ευρωπαϊκό τεχνολογικό χάρτη. Από την άλλη, η κοινωνική και παραγωγική βάση αδυνατεί να ακολουθήσει τον ίδιο ρυθμό. Το ψηφιακό χάσμα δεν αποτελεί πλέον τεχνική υστέρηση. Αποτυπώνει βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες, γεωγραφικές αποκλίσεις, εκπαιδευτικά κενά και αδυναμία ουσιαστικής ένταξης των πολιτών και των επιχειρήσεων στην ψηφιακή εποχή.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για την επαλήθευση πληροφοριών. Παρότι ένας στους τρεις πολίτες δηλώνει ότι έχει εκτεθεί σε ψευδές ή αμφίβολης αξιοπιστίας περιεχόμενο, η τάση ελέγχου της πληροφορίας υποχωρεί με ταχύ ρυθμό. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο σύνολο του πληθυσμού η επαλήθευση πληροφοριών μειώθηκε από 18,66% το 2023 σε 9,78% το 2025. Ακόμη πιο έντονη είναι η πτώση στους νέους 16 έως 24 ετών, όπου το ποσοστό υποχώρησε από 25,49% σε 9,01%, σε πλήρη αντίθεση με την ευρωπαϊκή τάση, η οποία κινείται ανοδικά.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η ψηφιακή παρουσία των πολιτών δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από ψηφιακή ωριμότητα. Η αυξημένη χρήση διαδικτύου, πλατφορμών και εφαρμογών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κριτική σκέψη, ικανότητα ελέγχου πηγών και προστασία από την παραπληροφόρηση. Η Ελλάδα εμφανίζεται έτσι εκτεθειμένη σε έναν διπλό κίνδυνο: χαμηλές βασικές δεξιότητες σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού και ταχεία υποχώρηση της κουλτούρας επαλήθευσης ακόμη και στις νεότερες ηλικίες.

Ψηφιακές δεξιότητες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Η έκθεση καταγράφει σοβαρή υστέρηση στις βασικές ψηφιακές δεξιότητες των πολιτών. Το 2025, μόλις το 50,96% των ατόμων ηλικίας 16 έως 74 ετών στην Ελλάδα διέθετε τουλάχιστον βασικές ψηφιακές γνώσεις. Το ποσοστό υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος διαμορφώνεται στο 60,40%, ενώ παρουσιάζει και πτώση σε σχέση με το 2023, όταν βρισκόταν στο 52,4%.

Η απόκλιση γίνεται ακόμη πιο σοβαρή αν συνυπολογιστεί η συνολική ευρωπαϊκή πορεία. Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει ετήσια αύξηση περίπου 4,3% στον συγκεκριμένο δείκτη, η Ελλάδα κινείται αντίστροφα, με μείωση 1,4%. Με άλλα λόγια, την ώρα που η Ευρώπη ενισχύει το ανθρώπινο ψηφιακό της κεφάλαιο, η Ελλάδα χάνει έδαφος σε έναν τομέα που αποτελεί προϋπόθεση για παραγωγικότητα, συμμετοχή στην αγορά εργασίας και πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο άνιση στις επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Στα άτομα με χαμηλό ή καθόλου μορφωτικό επίπεδο, μόλις το 22,62% διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες. Στις ηλικίες 55 έως 74 ετών, το ποσοστό περιορίζεται στο 29,74%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει στο 42,6%. Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι οι πιο ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες είναι και οι περισσότερο αποκλεισμένες από τη νέα ψηφιακή πραγματικότητα.

Οι νέοι 16 έως 24 ετών εμφανίζουν καλύτερη εικόνα, με ποσοστό 79,24%, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 74,55%. Η επίδοση αυτή, ωστόσο, λειτουργεί περισσότερο ως μεμονωμένη νησίδα παρά ως ένδειξη συνολικής προόδου. Δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη γενική υστέρηση του πληθυσμού, ούτε αναιρεί το γεγονός ότι η χώρα υποχωρεί στον συνολικό δείκτη βασικών δεξιοτήτων.

Εξίσου καθαρές είναι οι γεωγραφικές ανισότητες. Στις αστικές περιοχές, το 57,29% των πολιτών διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, ενώ στην ύπαιθρο το ποσοστό πέφτει στο 35,47%. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν φτάνει με ισότιμους όρους σε όλη την επικράτεια. Οι αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές κινδυνεύουν να μείνουν σε δεύτερη ταχύτητα, την ώρα που όλο και περισσότερες υπηρεσίες, συναλλαγές και επαγγελματικές δυνατότητες μεταφέρονται στο ψηφιακό περιβάλλον.

Παρά τις χαμηλές επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες, η Ελλάδα εμφανίζει υψηλή χρήση εργαλείων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης. Το 44,09% των πολιτών χρησιμοποίησε τέτοιες τεχνολογίες το 2025, έναντι 32,66% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, το 16,07% δηλώνει χρήση εφαρμογών Generative AI για επαγγελματικούς σκοπούς, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 15,36%.

Η αντίφαση είναι εμφανής. Η χώρα δείχνει ταχεία εξοικείωση με προηγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει κατακτήσει τα βασικά. Αυτή η ανισορροπία δημιουργεί κίνδυνο επιφανειακής ψηφιακής προόδου, όπου η χρήση νέων τεχνολογιών προηγείται της κατανόησης, της ασφάλειας, της κριτικής αξιολόγησης και της ουσιαστικής ένταξης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητική τη διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος και τη μείωση των πολιτών με βασικές ψηφιακές γνώσεις. Ζητά από την Ελλάδα στοχευμένες παρεμβάσεις για τις ομάδες με τις χαμηλότερες επιδόσεις: πολίτες χωρίς τυπική εκπαίδευση ή με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και κατοίκους αγροτικών ή απομακρυσμένων περιοχών.

Το πρόβλημα επεκτείνεται και στο ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Οι ειδικοί ΤΠΕ αντιστοιχούν μόλις στο 2,5% της συνολικής απασχόλησης, χωρίς βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο. Η Ελλάδα έχει θέσει στόχο να φτάσει στο 4,5% έως το 2030, όμως η απόσταση παραμένει μεγάλη. Ακόμη και η αύξηση από 93.400 ειδικούς το 2021 σε 110.400 το 2025 δεν αρκεί για να καλύψει το κενό.

Την ίδια ώρα, οι διαθέσιμοι πόροι είναι σημαντικοί. Το 22% του συνολικού Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αφορά ψηφιακές δράσεις, με κονδύλι 7,8 δισ. ευρώ. Επιπλέον, μέσω της Πολιτικής Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα διαθέτει ακόμη 3,1 δισ. ευρώ για την ψηφιακή μετάβαση, ποσό που αντιστοιχεί στο 15% του συνολικού προϋπολογισμού των πόρων συνοχής που αναλογούν στη χώρα.

Η ύπαρξη τόσο μεγάλων χρηματοδοτήσεων καθιστά πιο βαρύ το πολιτικό και διοικητικό ερώτημα για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Όταν οι πόροι υπάρχουν, ενώ οι βασικοί δείκτες δεξιοτήτων υποχωρούν, το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε έλλειψη χρημάτων. Αφορά τον σχεδιασμό, την εφαρμογή, την κοινωνική στόχευση και την ικανότητα του κράτους να μετατρέπει τα ευρωπαϊκά κονδύλια σε πραγματική αλλαγή για τον πολίτη και την παραγωγή.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες σε δύο ταχύτητες

Το ψηφιακό χάσμα είναι εξίσου έντονο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Την ώρα που οι μεγάλες επιχειρήσεις κινούνται ταχύτερα, υιοθετώντας τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, cloud και ανάλυσης δεδομένων με ρυθμούς που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την εξέλιξη.

Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στις μεγάλες επιχειρήσεις έφτασε στο 37,58%, στοιχείο που δείχνει δυναμική σε συγκεκριμένα τμήματα της οικονομίας. Στις μικρές επιχειρήσεις, όμως, η χρήση AI υποχωρεί, το cloud παραμένει περιορισμένο και η συνολική ψηφιακή ωριμότητα αυξάνεται με αργούς ρυθμούς. Έτσι, η ελληνική επιχειρηματικότητα χωρίζεται πρακτικά σε δύο ψηφιακές κατηγορίες: σε όσους προσαρμόζονται γρήγορα και σε όσους κινδυνεύουν να αποκλειστούν από τον νέο παραγωγικό ανταγωνισμό.

Το 2025, μόλις το 55,95% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων διέθετε βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 71,39% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα ξεκίνησε από χαμηλή βάση, καθώς το 2023 βρισκόταν στο 43,26%, όμως ακόμη και η βελτίωση δεν επαρκεί για να μειώσει ουσιαστικά την απόσταση από την Ευρώπη.

Οι επιχειρήσεις που φτάνουν σε πολύ υψηλό επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας παραμένουν μόλις στο 5,91%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό είναι 9,07%. Η υστέρηση γίνεται πιο καθαρή στις τεχνολογίες που συνδέονται άμεσα με την παραγωγικότητα. Η χρήση cloud computing βρίσκεται στο 21,25%, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει το 46,69%. Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης περιορίζεται στο 8,93%, έναντι σχεδόν 20% στην Ευρώπη. Μόνο το 40,76% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί έστω μία προηγμένη τεχνολογία, όπως AI, cloud ή data analytics, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 63,2%.

Το έλλειμμα επεκτείνεται και στην κυβερνοασφάλεια. Το 2024, μόλις το 36,3% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα εφάρμοζε τουλάχιστον πέντε από τα έντεκα βασικά μέτρα κυβερνοασφάλειας που παρακολουθεί η Eurostat. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε το 56,85%. Σε μια περίοδο όπου οι ψηφιακές απειλές αυξάνονται, η χαμηλή θωράκιση των επιχειρήσεων μετατρέπεται σε σοβαρό παραγωγικό και οικονομικό κίνδυνο.

Στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, η εικόνα είναι καλύτερη σε αρκετούς δείκτες. Η Ελλάδα προσεγγίζει ή υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε εγχώριες υπηρεσίες προς πολίτες και επιχειρήσεις. Η χρήση e-government αυξάνεται, η υποστήριξη των χρηστών εμφανίζεται υψηλή, η ψηφιακή υγεία παρουσιάζει σημαντική βελτίωση και οι προσυμπληρωμένες διαδικασίες κατατάσσουν τη χώρα μεταξύ των πιο προχωρημένων στην Ευρώπη.

Η θετική αυτή εικόνα, όμως, σκιάζεται από το ζήτημα της προσβασιμότητας. Η 5η Έκθεση Παρακολούθησης Ψηφιακής Προσβασιμότητας, που τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καταγράφει εκτεταμένο έλλειμμα ουσιαστικής πρόσβασης, παρά την τυπική συμμόρφωση με την Οδηγία 2016/2102 και το πλαίσιο WCAG 2.1.

Από τις 446 ψηφιακές υπηρεσίες που εξετάστηκαν, οι οποίες περιλαμβάνουν ιστοτόπους, εφαρμογές και αρχεία PDF, μεγάλο μέρος εμφανίζει συστημικές αδυναμίες. Το 46,71% των προβλημάτων αφορά την αντιληπτικότητα, δηλαδή τη δυνατότητα του πολίτη να κατανοήσει το περιεχόμενο. Το 28,45% σχετίζεται με τη χρηστικότητα, ενώ το 22,60% συνδέεται με την τεχνική στιβαρότητα. Μόλις το 2,23% αφορά την κατανοησιμότητα, στοιχείο που δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στην ίδια την πρόσβαση στο περιεχόμενο.

Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη στις εφαρμογές για κινητές συσκευές, όπου το 74,40% των αποκλίσεων αφορά το αν το περιεχόμενο γίνεται αντιληπτό. Σοβαρές αδυναμίες καταγράφονται και στα PDF, τα οποία παραμένουν βασικό εργαλείο διοικητικής πληροφόρησης. Το 38,20% των προβλημάτων αφορά τη δομή, το 31,65% την πλοήγηση και το 21,34% την παρουσίαση. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος των εγγράφων δεν μπορεί να διαβαστεί σωστά από όλους τους πολίτες.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο της συμμόρφωσης. Μόλις το 21% των ιστοτόπων διαθέτει εμφανές μενού και Δήλωση Προσβασιμότητας, ενώ περίπου το 80% δεν ανταποκρίνεται ουσιαστικά στη σχετική υποχρέωση. Η απόσταση ανάμεσα στην τυπική συμμόρφωση και στην πραγματική πρόσβαση παραμένει μεγάλη.

Η ίδια η έκθεση επισημαίνει ότι τα συνολικά ευρήματα αναδεικνύουν κρίσιμους τομείς που απαιτούν στοχευμένες παρεμβάσεις, με στόχο τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ψηφιακών υπηρεσιών του δημόσιου τομέα και τη διασφάλιση πλήρους συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Η Ελλάδα διαθέτει πόρους, τεχνολογικά έργα και θεσμικά εργαλεία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αυτά φτάνουν στην κοινωνία, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, στους ηλικιωμένους, στους λιγότερο μορφωμένους, στους κατοίκους της υπαίθρου και στους πολίτες που χρειάζονται πραγματικά προσβάσιμες δημόσιες υπηρεσίες. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός κινδυνεύει να μείνει βιτρίνα προόδου πάνω σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να μένει πίσω.