Με μια ομιλία πυκνή σε ιστορικές αναφορές, πολιτικές αιχμές και τεχνικά επιχειρήματα, ο Δρ Γεωπονίας Ζώης Ζαρταλούδης επιχείρησε να σκιαγραφήσει όχι μόνο τη σημερινή κρίση του πρωτογενούς τομέα, αλλά και τη μακρά διαδρομή μέσα από την οποία η Ελλάδα πέρασε από τη γεωργική αυτάρκεια στην παραγωγική εξάρτηση. Στην εκδήλωση–συζήτηση της ΝΙΚΗΣ με θέμα «Πρωτογενής Τομέας και Περιφερειακή Αναγέννηση: Η Ελλάδα της Παραγωγής», ο κ. Ζαρταλούδης δεν περιορίστηκε σε μια απλή αποτύπωση των προβλημάτων. Αντιθέτως, παρουσίασε μια συνολική ερμηνεία για το πώς η ελληνική γεωργία απομακρύνθηκε από τη λογική της εθνικής αυτάρκειας, πώς αποδυναμώθηκαν οι μικρομεσαίοι παραγωγοί και πώς το κράτος, αντί να ενισχύσει τη γνώση, την παραγωγή και την περιφέρεια, επέλεξε τη γραφειοκρατία, την εξάρτηση και την εγκατάλειψη.
Από την αρχή της τοποθέτησής του έδωσε τον τόνο, υποστηρίζοντας ότι ζούμε σε μια εποχή όπου οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους και όπου η απλή λογική παρουσιάζεται σχεδόν ως πράξη υπέρτατης σοφίας. Με αυτή τη διαπίστωση θέλησε να προϊδεάσει για το βασικό του επιχείρημα: ότι η πορεία της ελληνικής γεωργίας δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου ατυχήματος ή μιας σειράς αθώων λαθών, αλλά συνέπεια πολιτικών επιλογών που, επί δεκαετίες, ενέταξαν τη χώρα σε ένα πλαίσιο αναδιάρθρωσης της παραγωγής με γνώμονα όχι τις ελληνικές ανάγκες, αλλά τα συμφέροντα ισχυρότερων παικτών.
Αναφερόμενος στην ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στάθηκε ιδιαίτερα στον συμβολισμό εκείνης της ιστορικής στιγμής. Θύμισε ότι τότε η Ελλάδα παρουσιαζόταν ως φορέας πνευματικού πλούτου, ορθόδοξης παράδοσης και ιστορικής συνέχειας, όμως πίσω από τις τιμητικές διατυπώσεις, όπως υποστήριξε, κρυβόταν μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα: η είσοδος της χώρας σε ένα σχήμα διεθνούς οικονομικής αναδιάρθρωσης, μέσα στο οποίο η αγροτική παραγωγή έπαυε να σχεδιάζεται με βάση τις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και υποτασσόταν σε υπερεθνικά κριτήρια, ποσοστώσεις και μηχανισμούς ελέγχου.
Κατά τον κ. Ζαρταλούδη, η Κοινή Αγροτική Πολιτική δεν λειτούργησε, όπως πολλοί διακήρυξαν, ως εργαλείο ουσιαστικής ενίσχυσης της γεωργίας, αλλά ως μηχανισμός χειραγώγησης της παραγωγής. Επέμεινε ότι οι επιδοτήσεις δεν κατευθύνθηκαν στη μείωση του κόστους, στη βελτίωση των υποδομών ή στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Αντιθέτως, οδήγησαν τον παραγωγό σε αποσύνδεση από την αγορά, από την ποιότητα και από την πραγματική παραγωγική λογική. Ο άλλοτε ελεύθερος αγρότης, όπως είπε, μετατράπηκε σταδιακά σε διαχειριστή δηλώσεων καλλιέργειας, σε εξαρτημένο αποδέκτη ενισχύσεων, σε έναν γραφειοκρατικό παραγωγό που ενδιαφερόταν όχι για το καλύτερο προϊόν, αλλά για το πώς θα συμμορφωθεί με τα κριτήρια της επιδότησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα καλλιεργειών και κλάδων που, κατά την ανάλυσή του, θυσιάστηκαν για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Αναφέρθηκε στο μαλακό σιτάρι, εξηγώντας ότι η Ελλάδα δεν αφέθηκε να αναπτύξει ελεύθερα την παραγωγή του, καθώς η προτεραιότητα δόθηκε σε άλλες χώρες, ενώ οι επιδοτήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο μετατόπισης της παραγωγικής κατεύθυνσης. Στάθηκε επίσης στις περιβόητες αποσύρσεις της δεκαετίας του 1980, τις οποίες χαρακτήρισε βαθιά ανήθικη πρακτική, αφού, όπως σημείωσε, το κράτος αποζημίωνε παραγωγούς για να καταστρέψουν προϊόντα αντί να τα διοχετεύσουν στην αγορά ή να τα αξιοποιήσουν παραγωγικά.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο ροδάκινο της Ημαθίας και στα πορτοκάλια της Λακωνίας, κλάδους που, όπως υποστήριξε, χρησιμοποιήθηκαν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς μια χώρα οδηγείται να καταστρέφει τη δική της πρώτη ύλη την ώρα που αργότερα εισάγει το τελικό προϊόν από το εξωτερικό. Στην περίπτωση των πορτοκαλιών, ανέφερε ότι η Ελλάδα κατέληξε να θάβει ή να εγκαταλείπει την παραγωγή της, ενώ την ίδια στιγμή εισήγαγε χυμούς από άλλες χώρες. Για τον ίδιο, αυτό δεν ήταν απλώς οικονομικό παράδοξο, αλλά απόδειξη ότι η χώρα ωθήθηκε συστηματικά να χάσει την παραγωγική της αυτονομία.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η αναφορά του στο βαμβάκι, το οποίο χαρακτήρισε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής γεωργικής οικονομίας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Υπενθύμισε ότι η Ελλάδα υπήρξε ο μεγαλύτερος παραγωγός βαμβακιού στην Ευρώπη, όμως η επιβολή ανώτατων ορίων παραγωγής και οριζόντιων ποινών περιόρισε δραστικά αυτή τη δυναμική. Όπως υποστήριξε, η ευρωπαϊκή αγορά δεν ήθελε την Ελλάδα ως αυτόνομο και ισχυρό παίκτη, με αποτέλεσμα η ελληνική παραγωγή να τιμωρείται ακόμη και όταν ξεπερνούσε τα όρια που επέβαλλε το σύστημα, ανεξαρτήτως ποιότητας ή επιμέρους διαφορών μεταξύ μικρών και μεγάλων παραγωγών.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική, κατά την παρουσίασή του, υπήρξε η περίπτωση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης. Ο κ. Ζαρταλούδης τη χρησιμοποίησε ως εμβληματικό παράδειγμα εθνικής αποδόμησης. Υπενθύμισε ότι η χώρα διέθετε μια κερδοφόρα, εκσυγχρονισμένη βιομηχανία με πέντε εργοστάσια, κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες της σε ζάχαρη και στήριζε χιλιάδες τευτλοπαραγωγούς. Ωστόσο, με πρόσχημα την αναδιάρθρωση και υπό πίεση ευρύτερων εμπορικών και ευρωπαϊκών σχεδιασμών, αποδέχθηκε δραστική μείωση της ποσόστωσης, έκλεισε εργοστάσια και εγκατέλειψε έναν ολόκληρο κλάδο. Το αποτέλεσμα, όπως σημείωσε, ήταν η Ελλάδα να περάσει από την πλήρη αυτάρκεια στην απόλυτη εξάρτηση, με την εγχώρια παραγωγή ζάχαρης να μηδενίζεται.
Ένα από τα πλέον ουσιαστικά σημεία της ομιλίας του αφορούσε την αποσύνδεση της γεωργίας από την επιστημονική και τεχνική στήριξη. Με ιδιαίτερη έμφαση αναφέρθηκε στο παλαιότερο σύστημα γεωργικών εφαρμογών, δηλαδή στο δίκτυο των γεωπόνων που βρίσκονταν δίπλα στον παραγωγό, επισκέπτονταν τα χωράφια, μετέφεραν τεχνογνωσία, καθοδηγούσαν στις καλλιεργητικές πρακτικές και λειτουργούσαν ως ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στην έρευνα και στην πράξη. Αυτό το σύστημα, όπως εξήγησε, άρχισε να αποδυναμώνεται από τη δεκαετία του 1990, με τη σταδιακή κατάργηση ή συγχώνευση των σχετικών γραφείων και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων σε πιο απομακρυσμένες και διοικητικά βεβαρημένες δομές. Κατά συνέπεια, ο γεωπόνος μετατράπηκε από σύμβουλο παραγωγής σε διαχειριστή προγραμμάτων, αδειών, ελέγχων και επιδοτήσεων.
Συνεχίζοντας τη συλλογιστική του, συνέδεσε τη διοικητική και αγροτική αποδυνάμωση με τη μνημονιακή περίοδο και τη συνολικότερη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Υποστήριξε ότι από το 2010 και μετά επιβλήθηκαν μέτρα που επιβάρυναν δυσανάλογα τον μικρό και μεσαίο αγρότη, αυξάνοντας φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και λειτουργικά βάρη, ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκαν ελαφρύνσεις όπως η επιστροφή φόρου στο πετρέλαιο κίνησης. Μέσα σε συνθήκες αυξανόμενου κόστους σε καύσιμα, ρεύμα, λιπάσματα και εφόδια, αλλά και με τις τιμές παραγωγού να μένουν στάσιμες ή να μειώνονται, όπως είπε, η εγκατάλειψη της γης έγινε για πολλούς αγρότες μονόδρομος.
Ο Δρ Γεωπονίας στάθηκε και στον τρόπο κατανομής των ενισχύσεων, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το υφιστάμενο σύστημα ευνοεί δυσανάλογα τους μεγάλους παίκτες. Κατά την παρουσίασή του, ένα μικρό ποσοστό μεγάλων εκμεταλλεύσεων απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων, ενώ η μεγάλη μάζα των παραγωγών μοιράζεται ένα πολύ μικρότερο κομμάτι. Παράλληλα, επέκρινε τη διάλυση της συνεργατικότητας, λέγοντας ότι οι συνεταιρισμοί, αντί να γίνουν εργαλεία παραγωγικής οργάνωσης, μετατράπηκαν επί δεκαετίες σε κομματικούς μηχανισμούς, δεξαμενές ψηφοφόρων και εστίες διαφθοράς, γεγονός που απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τον κόσμο της υπαίθρου από την έννοια της συλλογικής υγιούς οργάνωσης.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του στη σφαγή ζωικού κεφαλαίου τα προηγούμενα χρόνια, καθώς και στη διαχείριση του ζητήματος από την πολιτεία. Ο κ. Ζαρταλούδης υποστήριξε ότι η επιλογή της εκρίζωσης αντί του εμβολιασμού λειτούργησε καταστροφικά για την ελληνική κτηνοτροφία, ενώ άφησε αιχμές ότι πίσω από αυτή τη στάση υποκρύπτονται και εμπορικοί υπολογισμοί. Μετέφερε την άποψη ότι η επιλογή ενός οργανωμένου εμβολιασμού θα προστάτευε το ζωικό κεφάλαιο, χωρίς να τίθεται ουσιαστικό ζήτημα για την ασφάλεια των προϊόντων, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη νόσος δεν επηρεάζει τον άνθρωπο ούτε καθιστά προβληματική τη φέτα. Κατά την ομιλία του, η άρνηση αυτής της κατεύθυνσης συνδέθηκε με βαθύτερες στρεβλώσεις του συστήματος.
Μεγάλο τμήμα της παρέμβασής του αφιερώθηκε στις διεθνείς εξελίξεις και ειδικότερα στη συμφωνία Mercosur, αλλά και στο ζήτημα των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Ο κ. Ζαρταλούδης εξέφρασε έντονη ανησυχία για την είσοδο προϊόντων που παράγονται με ουσίες απαγορευμένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή με γονιδιωματικές τεχνικές για τις οποίες, όπως υποστήριξε, αποδυναμώνεται σταδιακά το πλαίσιο ελέγχου. Κατηγόρησε την ευρωπαϊκή πολιτική ότι υποβαθμίζει τις δικλίδες ασφαλείας, αποδυναμώνει την ιχνηλασιμότητα και στερεί από τον καταναλωτή το δικαίωμα να γνωρίζει τι ακριβώς καταναλώνει. Ταυτόχρονα προειδοποίησε ότι η διάδοση τέτοιων καλλιεργειών ενέχει κινδύνους για τη βιοποικιλότητα, τη βιολογική γεωργία, τη συμβατική παραγωγή χωρίς μεταλλαγμένα και τη συνολική ταυτότητα της ελληνικής αγροδιατροφικής οικονομίας.
Πέρα όμως από την κριτική, ο ομιλητής επιχείρησε να διατυπώσει και μια ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση. Στην καρδιά της πρότασής του βρίσκεται η ανάγκη ενός σοβαρού εθνικού σχεδιασμού της αγροτικής παραγωγής κατά περιφέρεια, με κριτήριο πρώτα τις ανάγκες της χώρας και έπειτα τις δυνατότητες κάθε περιοχής. Η Ελλάδα, όπως υποστήριξε, διαθέτει μοναδική βιοποικιλότητα, τεράστιο φυσικό πλούτο και φυτικά είδη με εξαιρετικές δυνατότητες αξιοποίησης. Υπενθύμισε ότι η χώρα κατέχει μικρό ποσοστό της μεσογειακής γεωγραφίας, αλλά φιλοξενεί εξαιρετικά υψηλό ποσοστό της μεσογειακής χλωρίδας, γεγονός που δημιουργεί τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Ωστόσο, μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό αυτών των δυνατοτήτων αξιοποιείται σήμερα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη στοχευμένης γεωργικής έρευνας, αξιοποίησης της ελληνικής χλωρίδας, μεταποίησης και δημιουργίας καινοτόμων φυτικών προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Στάθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης περιφερειακών πρότυπων μονάδων που θα κωδικοποιούν και θα αξιοποιούν τη βιοποικιλότητα κάθε περιοχής, παράγοντας προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα και προοπτική εμπορικής αξιοποίησης. Υπενθύμισε επίσης ότι η αγροτική έρευνα στη χώρα είναι σχεδόν απαξιωμένη, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη σοβαρή σύνδεση επιστήμης, παραγωγής και μεταποίησης.
Εξίσου κρίσιμο, κατά την ανάλυσή του, είναι το ζήτημα του νερού και των υποδομών. Ο Δρ Γεωπονίας σημείωσε ότι η χώρα αξιοποιεί ελάχιστο ποσοστό της ετήσιας βροχόπτωσης, παρά το γεγονός ότι η γεωργία καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος των υδάτινων πόρων. Συγκρίνοντας την Ελλάδα με χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, έδειξε ότι η ανεπάρκεια ταμιευτήρων και υποδομών δεν οφείλεται σε φυσική αδυναμία, αλλά σε έλλειψη σοβαρής πολιτικής βούλησης. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε και το παράδειγμα της Μεσοχώρας και του έργου του Αχελώου, το οποίο ολοκληρώθηκε κατασκευαστικά χωρίς ποτέ να αξιοποιηθεί ουσιαστικά, μετατρεπόμενο σε σύμβολο χαμένης δυνατότητας και διαχρονικής αδράνειας.
Σημαντικό τμήμα της πρότασής του αφορούσε και την εκπαίδευση. Υποστήριξε με έμφαση ότι η σχέση με τη γεωργία πρέπει να αποκαθίσταται από το σχολείο, από τις μικρές ηλικίες, και ότι η χώρα οφείλει να ξαναχτίσει ένα σύστημα αγροτικής μάθησης και τεχνικής κατάρτισης που θα στηρίζει ουσιαστικά όποιον θέλει να στραφεί στην ύπαιθρο και στην παραγωγή. Ανέφερε παραδείγματα από την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία, επισημαίνοντας ότι σε πολλές χώρες η γεωργική εκπαίδευση συνδέεται με το μάρκετινγκ, την καινοτομία, τη διαχείριση μικροκλίματος, την άρδευση ακριβείας και τη μετατροπή των αγροκτημάτων σε κόμβους προστιθέμενης αξίας. Αντίθετα, στην Ελλάδα το ποσοστό ολοκληρωμένης επαγγελματικής κατάρτισης στον αγροτικό κόσμο παραμένει εξαιρετικά χαμηλό.
Γι’ αυτό και υποστήριξε τη δημιουργία ενός δικτύου αγροτικών κέντρων μάθησης σε όλη την ελληνική ύπαιθρο, ώστε όποιος νέος ή οικογένεια επιλέγει να φύγει από την πόλη και να στραφεί στην παραγωγή να μη μένει μόνος του, αλλά να έχει δίπλα του στήριξη, γνώση, τεχνογνωσία και ουσιαστική καθοδήγηση. Παράλληλα ζήτησε κίνητρα για την υγιή συγκρότηση συνεργατικών σχημάτων σε επιχειρηματική και όχι κομματική ή συγγενική βάση, με κάθετη οργάνωση, επιστημονική υποστήριξη και πραγματική στόχευση στην αγορά.
Ολοκληρώνοντας, ο Ζώης Ζαρταλούδης επιχείρησε να μεταφέρει ένα μήνυμα που συνδύαζε την αυστηρή κριτική με την προοπτική. Η ελληνική γεωργία, όπως είπε, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε πολλαπλές πιέσεις: αυξανόμενο κόστος, αβεβαιότητα στις αγορές, έλλειψη εργατών, μειωμένη διαπραγματευτική δύναμη, υποχώρηση της αυτάρκειας, αποδυνάμωση της έρευνας και της υποστήριξης. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα διαθέτει ακόμη όλα εκείνα τα φυσικά, επιστημονικά και παραγωγικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια πραγματική ανασυγκρότηση. Αρκεί η πολιτεία να πάψει να αντιμετωπίζει τον πρωτογενή τομέα με όρους διαχείρισης της παρακμής και να αρχίσει να τον αντιμετωπίζει ως εθνική προτεραιότητα.
Το τελικό του μήνυμα συμπυκνώθηκε σε μια φράση που έδωσε και τον τόνο όλης της παρέμβασής του: «Η άνοιξη, αν δεν τη βρεις, τη φτιάχνεις». Μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώθηκε το σύνολο της ομιλίας του: η Ελλάδα της παραγωγής δεν θα αναστηθεί από μόνη της· χρειάζεται σχέδιο, βούληση, γνώση, εθνική κατεύθυνση και αποφασιστικότητα να ξαναχτιστεί από την αρχή.
Δείτε εδώ ολόκληρο το βίντεο:
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα