Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΣ

ΘΕΩΝΗ

3 Ιανουαρίου 2026

Πώς η Ευρώπη οδηγεί τον εαυτό της στην καταστροφή

Το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα ολοκληρώθηκε με έναν τρόπο που αποκαλύπτει πως, παρά την τεχνολογική πρόοδο και την παγκοσμιοποίηση, η ανθρωπότητα δεν έγινε σοφότερη. Μοιάζει ειρωνικό ότι συχνά επικαλούμαστε τον «μεσοπόλεμο» ως ιστορική προειδοποίηση, την ίδια στιγμή που επαναλαμβάνουμε έναν προς έναν τους μηχανισμούς που οδήγησαν στην κατάρρευση του τότε κόσμου. Οι άνθρωποι της δεκαετίας του 1920 ζούσαν μέσα στην ψευδαίσθηση ευημερίας, εγκλωβισμένοι σε έναν χορό που έμοιαζε ξέφρενος μόνο επειδή κανείς δεν ήθελε να δει το βάραθρο που άνοιγε από κάτω τους. Προσπαθούσαν να ξεχάσουν την κόλαση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ταυτόχρονα πατούσαν πάνω στις ίδιες λανθασμένες οικονομικές και γεωπολιτικές υποθέσεις που προετοίμαζαν έναν ακόμη πιο καταστροφικό πόλεμο.

Σήμερα το ιστορικό πλαίσιο είναι διαφορετικό, όμως οι δομές που γεννούν συγκρούσεις παραμένουν αναλλοίωτες. Οι ίδιες τάσεις επανέρχονται με διαφορετικά πρόσωπα: ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων, οικονομικές ψευδαισθήσεις, ιδεολογική τύφλωση, υπερβολική αυτοπεποίθηση πολιτικών ηγεσιών. Σε αυτό το σκηνικό η Ευρώπη, με επικεφαλής τη Γερμανία, επιλέγει εκ νέου την οδό του επανεξοπλισμού, σαν να αναζητά μέσα από τη στρατιωτικοποίηση την ταυτότητα και την ισχύ που αδυνατεί να αποκτήσει με πολιτικά μέσα. Πρόκειται για μια επιλογή που όχι μόνο δεν ενισχύει την ασφάλεια, αλλά ακυρώνει κάθε ελπίδα οικονομικής σταθερότητας και προοπτικής.

Την ίδια ώρα, ένας Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ διακηρύσσει ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για μια ένοπλη σύγκρουση, επαναφέροντας τη λογική των δεκαετιών όπου ο πόλεμος θεωρούνταν εργαλείο πολιτικής. Η δήλωση καθρεφτίζει μια βαθιά παρανόηση: στην εποχή των πυρηνικών όπλων δεν υπάρχουν «τοπικοί» πόλεμοι, ούτε «διαχειρίσιμες» συγκρούσεις. Το πυρηνικό οπλοστάσιο έχει μεταβάλει ριζικά την έννοια της στρατηγικής και κάθε αναφορά σε πολεμική ετοιμότητα χωρίς επίγνωση αυτού του γεγονότος είναι επικίνδυνη. Οι πολιτικές απαντήσεις του 2026 δεν μπορεί να είναι ίδιες με εκείνες του 1926, ούτε με τις ψευδαισθήσεις των ηγεσιών πριν από το 1939.

Στο οικονομικό πεδίο, η ΕΥΡΩΠΗ βιώνει μια οπισθοχώρηση που θυμίζει το πνεύμα της δεκαετίας του 1920: ατελείωτες συζητήσεις που επαναλαμβάνουν τα ίδια επιχειρήματα, λες και η οικονομική επιστήμη δεν προχώρησε ποτέ, λες και η Μεγάλη Ύφεση δεν συνέβη. Ακούγοντας ευρωπαίους αξιωματούχους και πολλούς οικονομολόγους, έχει κανείς την αίσθηση ότι η ανάλυση έχει επιστρέψει στα θεωρητικά μοτίβα που κυριαρχούσαν έναν αιώνα πριν. Η κοντόφθαλμη προσήλωση στη λιτότητα, η εμμονή στη μείωση μισθών ως εργαλείο ανταγωνιστικότητας και η πίστη ότι τα πλεονάσματα ισοζυγίου αποτελούν από μόνες τους λύση συνιστούν αναβίωση των ίδιων ιδεολογικών σταθερών που συνέβαλαν στην κατάρρευση της προπολεμικής Ευρώπης.

Είναι πασίδηλο ότι η μεγάλη διανοητική τομή που προκάλεσαν οικονομολόγοι όπως ο John Maynard Keynes ή ο Michał Kalecki έχει λησμονηθεί. Η μεταπολεμική οικονομική σκέψη, που έθεσε στο επίκεντρο την πλήρη απασχόληση, τη ζήτηση και τον ρόλο του κράτους, μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αντί η Ευρώπη να αξιοποιήσει αυτό το κεφάλαιο γνώσης, προτιμά να επιστρέψει σε δόγματα που έχουν αποδειχθεί ιστορικά αποτυχημένα, και κυρίως στη γερμανική εκδοχή οικονομικού μερκαντιλισμού: εξαγωγικό μοντέλο, συγκράτηση μισθών, εξάρτηση από τα πλεονάσματα των άλλων χωρών.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε κάθε κρίση: η πολιτική ηγεσία της ηπείρου επιλέγει πάντοτε τη γρήγορη, «αυτονόητη» λύση, χωρίς να εξετάζει σοβαρά εναλλακτικές που, αν και πιο σύνθετες, θα παρείχαν μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Σε συνθήκες όπου απαιτείται ψυχραιμία και στρατηγικός σχεδιασμός, προτιμώνται αποφάσεις που λαμβάνονται υπό την πίεση της στιγμής, με μοναδικό κριτήριο το πώς θα ερμηνευθούν επικοινωνιακά. Η ομοιομορφία αυτής της στάσης σε διαφορετικές κυβερνήσεις και πολιτικές παραδόσεις αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα: ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της Ευρώπης μοιάζει ανίκανος να αναγνωρίσει όταν κάνει λάθος.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αποτυχίας είναι η εμπλοκή της Ευρώπης στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας. Η ήπειρος υιοθέτησε την άποψη ότι μπορεί να επιβάλει οικονομική συντριβή στη Ρωσία και ταυτόχρονα να τη νικήσει μέσω μιας ουκρανικής νίκης, βασισμένης στη δυτική υποστήριξη. Πρόκειται για μια ιστορική παρανόηση θεμελιώδους χαρακτήρα: μια πυρηνική δύναμη δεν αποδέχεται συντριπτική ήττα. Αν βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο να αφανιστεί, θα καταφύγει στο πυρηνικό της οπλοστάσιο. Το δόγμα της αποτροπής δεν είναι θεωρητικό κατασκεύασμα· είναι η βάση της στρατηγικής ισορροπίας από το 1945 και μετά.

Ένα νηφάλιο πολιτικό σύστημα θα είχε κατανοήσει από την πρώτη στιγμή ότι η μοναδική ρεαλιστική επιλογή ήταν η διπλωματία. Αντί η Ευρώπη να επιδιώξει την αποκλιμάκωση, επέτρεψε στον εαυτό της να σύρεται πίσω από τις ΗΠΑ και τις επιδιώξεις τους, ενισχύοντας μια σύγκρουση στην οποία η ίδια έχει τα περισσότερα να χάσει. Ακόμη χειρότερα, η γερμανική στάση, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις Μέρκελ για τις συμφωνίες του Μινσκ, αποκαλύπτει ότι υπήρχε πολιτική υποκρισία: οι συμφωνίες χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για να κερδηθεί χρόνος, όχι ως ουσιαστικό πλαίσιο ειρήνης.

Αν κάποιος εξετάσει ψύχραιμα τη θέση της ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, η στάση της μοιάζει ακατανόητη. Μια χώρα που βασίζει το οικονομικό της μοντέλο στη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία επέλεξε να συναινέσει σε μια στρατηγική που ακυρώνει το ίδιο της το συμφέρον. Η επένδυση στους αγωγούς Nord Stream, που θα καθιστούσαν τη Γερμανία ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης, συγκρούεται κατά μέτωπο με την επιλογή της να στηρίξει τη ρήξη με τη Μόσχα. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί πώς μια χώρα με τόσο έντονο οικονομικό πραγματισμό οδηγήθηκε σε μια τόσο αυτοκαταστροφική θέση, εκτός αν υποθέσει κανείς ότι παρασύρθηκε από πολιτικές αυταπάτες ή από μια εσφαλμένη εκτίμηση ότι η Ρωσία θα λύγιζε γρήγορα.

Για τη μικρή και πυκνοκατοικημένη ήπειρο της Ευρώπης, ένας πόλεμος που εμπλέκει πυρηνικές δυνάμεις δεν είναι απλώς αδιανόητος· είναι αυτοκτονικός. Το γεγονός ότι υπεύθυνοι πολιτικοί ηγέτες μιλούν με άνεση για ενδεχόμενη σύγκρουση δείχνει ένα επίπεδο ανευθυνότητας που δύσκολα συναντήθηκε ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές του 20ού αιώνα.

Το ίδιο πνεύμα παραλογισμού κυριαρχεί και στη συζήτηση περί επανεξοπλισμού της Ευρώπης. Η άποψη ότι η Ρωσία, μια χώρα με μετριοπαθή συμβατική ισχύ και ένα οικονομικό μέγεθος μικρό σε σχέση με το δυτικό μπλοκ, αποτελεί συμβατική απειλή για την Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες, δεν αντέχει σε καμία σοβαρή ανάλυση. Η ιδέα ότι η ΕΕ πρέπει να δαπανήσει τεράστιους πόρους για να ενισχύσει την συμβατική της υπεροχή απέναντι σε μια χώρα που, όπως λέγεται ταυτόχρονα, δεν πρέπει ούτε να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά της όπλα ούτε να μπορέσει να αντισταθεί σε μια συντριπτική στρατιωτική πίεση, είναι παραλογισμός που έχει γίνει πολιτική γραμμή.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία δεν έχει τις οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες για μια τέτοια απειλή. Μετά το 1990 ακολούθησε ένα σοκ ιδιωτικοποίησης και εσφαλμένων οικονομικών πολιτικών που επέβαλε η Δύση, οδηγώντας σε εκτεταμένη λεηλασία δημόσιου πλούτου και δημιουργία ολιγαρχιών. Το μοντέλο αυτό υπονόμευσε την πορεία προς μια λειτουργική δημοκρατία και δημιούργησε οικονομίες με δομικές αδυναμίες.

Σε όλη την Ανατολική Ευρώπη παρατηρείται η ίδια απογοήτευση: μια συλλογική αίσθηση ότι η υπόσχεση της Δύσης για ευημερία δεν εκπληρώθηκε. Η Ελλάδα, παρότι εντός της ΕΕ, έχει βιώσει ακόμη πιο οδυνηρά αυτήν την πραγματικότητα, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε χρέη, ύφεση και απώλεια παραγωγικής βάσης.

Το οικονομικό χάσμα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Ευρώπη παραμένει τεράστιο, παρά τις ρομαντικές αφηγήσεις περί ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η περίπτωση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας είναι χαρακτηριστική: ακόμη και μετά από σχεδόν 1,5 τρισεκατομμύριο ευρώ μεταβιβάσεων, η οικονομική της πραγματικότητα δεν έχει συγκλίνει ουσιαστικά με τη Δυτική. Μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εξακολουθούν να αισθάνονται ότι βρίσκονται στο περιθώριο ενός συστήματος που τους υποσχέθηκε ισοτιμία και τελικά τους προσέφερε μια βελτιωμένη, αλλά όχι ισοδύναμη εκδοχή συμμετοχής.

Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα στην Ουκρανία και στη Ρωσία. Το κατά κεφαλήν εισόδημα της Ρωσίας παραμένει στάσιμο, ενώ της Ουκρανίας έχει βυθιστεί σε επίπεδα κατώτερα ακόμη και από αυτά της Ρωσίας μετά την κρίση του 2008–2009, την ώρα που η Κίνα, με μεθοδική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, καταφέρνει να ενισχύει διαρκώς τη θέση της έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Δύση απέτυχε να στηρίξει πραγματικά τη μετασοβιετική μετάβαση, υιοθετώντας πολιτικές που οδηγούσαν σε αποβιομηχάνιση, εκροή πλούτου και συγκέντρωση πόρων σε λίγους ολιγάρχες.

Σε τέτοιες συνθήκες, δεν προκαλεί εντύπωση ότι πολλές χώρες της περιοχής αισθάνονται οικονομικά προδομένες. Αναζητούν συνεχώς διέξοδο μέσω ένταξης στη Δύση, ενώ η Δύση συνεχίζει να εξαργυρώνει την προσδοκία τους χωρίς να τους παρέχει τα εργαλεία που απαιτούνται για μια σταθερή, ισόρροπη ανάπτυξη. Η Ελλάδα, παρότι πρώιμο μέλος της ΕΕ και της Ευρωζώνης, κατατάσσεται πλέον σε ακόμη δυσχερέστερη θέση από πολλές χώρες της Ανατολής: με δυσθεώρητο δημόσιο, ιδιωτικό και εξωτερικό χρέος, περιορισμένη παραγωγική βάση και πλήρη απώλεια των βασικών μοχλών οικονομικής κυριαρχίας.

Όσο η Ευρώπη βυθίζεται σε αυτά τα δομικά αδιέξοδα, ενισχύεται η ρητορική περί ρωσικής απειλής. Ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας Λεσεκ Μίλερ, βαθύς γνώστης της γεωπολιτικής πραγματικότητας της περιοχής, εξέθεσε με σαφήνεια τον χαρακτήρα του αφηγήματος περί επικείμενης ρωσικής επίθεσης στη Δύση. Το περιέγραψε ως πολιτικά βολικό, εργαλείο πειθάρχησης των ψηφοφόρων και μηχανισμό νομιμοποίησης οποιασδήποτε απόφασης, όσο παράλογη και αν είναι. Επισήμανε ότι μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τον Πούτιν με πολλούς τρόπους, αλλά όχι ως ηγέτη που επιθυμεί αυτοκτονική σύγκρουση με το ΝΑΤΟ – μια στρατιωτική υπερδύναμη πολλαπλά ισχυρότερη.

Ο Μίλερ τονίζει ότι μια χώρα που δυσκολεύεται να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο στην Ουκρανία, παρά τα πλεονεκτήματα που διαθέτει, δεν μπορεί να προετοιμάζεται για μια μετωπική επίθεση στην Ευρώπη. Η εμμονή σε αυτό το αφήγημα εκθέτει τη δυτική ηγεσία, όχι μόνο επειδή αντιφάσκει με κάθε έννοια στρατηγικής λογικής, αλλά και επειδή φανερώνει έναν ηθικό πανικό που λειτουργεί ως υποκατάστατο πολιτικής. Αντί για ψύχραιμη ανάλυση, η ΕΕ προσφέρει διαδοχικές δόσεις υπερβολικής ρητορικής. Αντί για στρατηγική, ανακοινώσεις που μοιάζουν γραμμένες για να συντηρούν κλίμα φόβου.

Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια αξιοπιστίας. Όσο περισσότερο η ΕΕ επιμένει στη ρητορική περί αναπόφευκτης ρωσικής επίθεσης, τόσο πιο εμφανής γίνεται η πνευματική της ένδεια. Η Ευρώπη μοιάζει να μην έχει την ικανότητα να δει καθαρά τι συμβαίνει και κυρίως να μην μπορεί να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις. Αντί να ηγηθεί διεθνών πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης, συναινεί σε μια λογική κλιμάκωσης που δεν αντιστοιχεί στις δυνατότητές της ούτε υπηρετεί τα συμφέροντά της.

Υπό το πρίσμα της πυρηνικής πραγματικότητας, η μόνη «ευτυχής» εξέλιξη είναι ότι η Ρωσία πέτυχε, έστω και δύσκολα, να κερδίσει τη συμβατική σύγκρουση στην Ουκρανία. Αν η Ρωσία βρισκόταν σε θέση συντριπτικής ήττας, ο κίνδυνος προσφυγής σε πυρηνικά θα ήταν απείρως μεγαλύτερος. Αυτός ο παράγοντας πρέπει να αποτελέσει αφετηρία διπλωματικών πρωτοβουλιών για να δοθεί ένα τέλος στις συνεχείς απώλειες στην ανατολική Ουκρανία.

Όμως η ευρωπαϊκή ηγεσία δείχνει ανίκανη να επεξεργαστεί τέτοιες λύσεις. Η άσκηση σοβαρής οικονομικής πολιτικής έχει παραλύσει πλήρως. Κάθε κρίση μετατρέπεται σε πεδίο στο οποίο κυριαρχούν συνθήματα, όχι αναλύσεις. Πριν από λίγο καιρό, η Γερμανία οδήγησε την ΕΕ στο χείλος της μεγαλύτερης τραπεζικής καταστροφής στην ιστορία της, για να ικανοποιήσει μια πολιτική εμμονή γύρω από τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Αν το Βέλγιο και άλλες χώρες δεν είχαν αντισταθεί, το ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό σύστημα θα είχε υποστεί βλάβη δεκαετιών, χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος.

Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή πολιτική για το κλίμα λειτουργεί χωρίς καμία στρατηγική συνέχειας. Η ήπειρος προσπαθεί να απεξαρτηθεί από τα ορυκτά καύσιμα τη στιγμή που παγκοσμίως η προσφορά τους δεν μειώνεται, ούτε η τιμή τους αυξάνεται με τρόπο που θα καθιστούσε ανταγωνιστικές τις εναλλακτικές τεχνολογίες. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όσο πολύτιμες και αν είναι μακροπρόθεσμα, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν το φθηνό φυσικό αέριο και πετρέλαιο, με αποτέλεσμα η ενεργειακή μετάβαση να γίνει βάρος στους καταναλωτές και τροχοπέδη για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Σε πραγματικούς όρους, η τιμή του πετρελαίου βρίσκεται σε εξωφρενικά χαμηλά επίπεδα. Η Ευρώπη μπορεί να απαγορεύσει τους κινητήρες εσωτερικής καύσης, όμως αυτό δεν επηρεάζει την παγκόσμια αγορά. Όσο φθηνά παραμένουν τα ορυκτά καύσιμα, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται ευρέως. Η ήπειρος κινδυνεύει να αποδυναμώσει την οικονομική της θέση χωρίς να επιφέρει ουσιαστική συμβολή στην παγκόσμια μείωση εκπομπών.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μοιάζει ανίκανη να χειριστεί αυτές τις αντιφάσεις. Η ΕΚΤ, που θα μπορούσε να μετριάσει τις συνέπειες της υπερτίμησης του ευρώ και να στηρίξει την εγχώρια ζήτηση μειώνοντας τα επιτόκια, ενεργεί σαν να μην έχει ουσιαστικό ρόλο. Η δημοσιονομική πολιτική είναι παγιδευμένη σε κανόνες λιτότητας που δεν λαμβάνουν υπόψη τη συγκυρία, τις κοινωνικές ανάγκες ή τη δομική αδυναμία της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση, παρά τη θεωρητική της λάμψη, έχει σχεδιαστικά ελαττώματα που σήμερα αποδεικνύονται καταστροφικά. Στελεχώνεται από ανθρώπους που σκέφτονται με όρους γερμανικής ορθοδοξίας στη δημοσιονομική πολιτική, αγνοώντας ότι αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μια ήπειρο με τεράστια ανομοιογένεια, οικονομική, κοινωνική και παραγωγική.

Αν η Ευρώπη συνεχίσει σε αυτή την κατεύθυνση, η μελλοντική της σταθερότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η ήπειρος έχει δεσμευθεί σε έναν μερκαντιλισμό που μπορεί να λειτουργήσει σε μικρές χώρες, αλλά είναι ασύμβατος με τις ανάγκες μιας μεγάλης οικονομικής ενότητας. Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί εις βάρος των εταίρων, ούτε μέσω συρρίκνωσης της εγχώριας ζήτησης.

Το συμπέρασμα είναι οδυνηρό: καμία ουσιαστική αλλαγή δεν θα προκύψει χωρίς μια μεγάλη κρίση που θα αναγκάσει την Ευρώπη να αναθεωρήσει πορεία. Αν η κρίση δεν έρθει σύντομα, είναι πιθανό να οδηγηθούμε σε ακόμη βαθύτερη οικονομική ύφεση και πολιτική αποσταθεροποίηση, ενώ ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου δεν μπορεί να αποκλειστεί όσο η ηγεσία επιμένει να σκέφτεται με όρους προηγούμενων αιώνων.

Το ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα αλλάξει, αλλά αν θα αλλάξει εγκαίρως. Σε έναν κόσμο όπου το λάθος μπορεί να σημαίνει αφανισμό, η ιστορική τύφλωση δεν αποτελεί απλώς αδυναμία αλλά απειλή για την ίδια την επιβίωση της ηπείρου.

Ετικέτες: