Πώς θα κυβερνήσει τη χώρα όταν δεν μπορεί να συντονίσει το ίδιο του το κόμμα;
Σε κρίσιμο σημείο βρίσκεται η εσωτερική λειτουργία του ΠΑΣΟΚ, καθώς η πολυφωνία, η αργή λήψη αποφάσεων και η ελλιπής επικοινωνία ανάμεσα στην ηγεσία, στους βουλευτές και στα κομματικά στελέχη απειλούν να παγιωθούν ως μόνιμα χαρακτηριστικά του.
Στελέχη με εμπειρία στις εσωκομματικές διαδικασίες θεωρούν αναγκαία την άμεση ανάληψη πρωτοβουλιών από τον Νίκο Ανδρουλάκη. Ζητούν ουσιαστικό εσωτερικό διάλογο, τακτική λειτουργία των συλλογικών οργάνων και διαμόρφωση κοινής πολιτικής γραμμής, ώστε το κόμμα να ανασυνταχθεί και να διεκδικήσει εκ νέου δημοσκοπική άνοδο.
Η ανησυχία αφορά πλέον την εικόνα κυβερνητικής ετοιμότητας του ΠΑΣΟΚ. Όταν βουλευτές και στελέχη εκφράζουν διαφορετικές θέσεις για κεντρικά ζητήματα, οι πολίτες δεν βλέπουν απλώς μια δημοκρατική ανταλλαγή απόψεων. Εισπράττουν ένα κόμμα που δυσκολεύεται να συντονίσει το εσωτερικό του και να παρουσιάσει πειστική πρόταση εξουσίας.
Το πρόσφατο «βραχυκύκλωμα» για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την αναθεώρηση του άρθρου 16 και την τύχη του νόμου Πιερρακάκη αποτέλεσε ακόμη ένα επεισόδιο που ανέδειξε την απόσταση ανάμεσα στο κεντρικό επιτελείο και σε στελέχη πρώτης γραμμής.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις της Νάντιας Γιαννακοπούλου και του Λευτέρη Καρχιμάκη έδωσαν την εικόνα δύο διαφορετικών γραμμών. Ο δεύτερος μίλησε για κατάργηση του νόμου που ρυθμίζει τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων, ενώ η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι ένα τέτοιο ζήτημα δεν είχε συζητηθεί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Η αντίφαση δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων. Αποκαλύπτει σοβαρό πρόβλημα ενημέρωσης και εσωτερικής προετοιμασίας, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη πραγματοποιήσει κεντρική εκδήλωση για την Παιδεία και είχε παρουσιάσει τη θέση του για την αναθεώρηση του άρθρου 16.
Η επίσημη γραμμή του κόμματος προβλέπει τη δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων μέσα από συνταγματικά κατοχυρωμένο και αυστηρά ρυθμισμένο πλαίσιο. Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ έχει ασκήσει έντονη κριτική στον νόμο της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι άνοιξε τον δρόμο σε παραρτήματα με ανεπαρκείς εγγυήσεις ακαδημαϊκής ποιότητας και ουσιαστικού ελέγχου.
Αυτή η θέση χρειάζεται απόλυτη σαφήνεια ως προς το τι θα πράξει το κόμμα εφόσον αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Η γενική διαφωνία με τον νόμο δεν απαντά αυτομάτως αν θα καταργηθεί στο σύνολό του, αν θα αντικατασταθεί ή αν θα τροποποιηθούν συγκεκριμένες διατάξεις του.
Κοινοβουλευτική Ομάδα χωρίς σταθερή λειτουργία και ηγεσία χωρίς γρήγορα αντανακλαστικά
Η αναφορά της Νάντιας Γιαννακοπούλου ότι η κατάργηση του νόμου δεν είχε συζητηθεί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα έφερε στην επιφάνεια ένα βαθύτερο οργανωτικό ζήτημα. Κομματικές πηγές υποστηρίζουν ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν συνεδριάζει με τη συχνότητα που απαιτούν η πολιτική συγκυρία και η πορεία προς τις εθνικές εκλογές.
Η έλλειψη τακτικής συνεννόησης οδηγεί σε δημόσιες διαφοροποιήσεις, αναγκάζοντας στη συνέχεια τη Χαριλάου Τρικούπη να προχωρά σε διορθωτικές παρεμβάσεις. Η παραπομπή στις δηλώσεις του αρμόδιου τομεάρχη Παιδείας Στέφανου Παραστατίδη δεν αρκεί για να καλύψει το πρόβλημα, καθώς κάθε βουλευτής οφείλει να γνωρίζει την ακριβή θέση του κόμματος πριν τοποθετηθεί δημοσίως.
Η εικόνα αυτή επιβαρύνει την προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να πείσει ότι μπορεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση. Η κοινωνία αξιολογεί τη σοβαρότητα ενός κόμματος και από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί καθημερινά. Ένας φορέας που αδυνατεί να συντονίσει τα στελέχη του δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως έτοιμη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Η ευθύνη δεν αποδίδεται αποκλειστικά στον Νίκο Ανδρουλάκη. Στελέχη και βουλευτές περιορίζονται συχνά σε ιδιωτικές διαμαρτυρίες, διαρροές και συζητήσεις μεταξύ τους, αποφεύγοντας να θέσουν ανοιχτά στην ηγεσία τα προβλήματα που θεωρούν ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Άλλοι επιχείρησαν κατά το παρελθόν να προκαλέσουν εσωτερική συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της κομματικής λειτουργίας, τη λήψη αποφάσεων και την πολιτική επικοινωνία. Η αίσθηση ότι οι παρεμβάσεις τους δεν εισακούστηκαν οδήγησε αρκετούς στη σιωπή, στην εσωτερική περιχαράκωση ή στην προσεκτική δημόσια παρουσία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Η ηγεσία κατηγορείται ότι δεν ανοίγει ουσιαστικό διάλογο, ενώ τα στελέχη αποφεύγουν να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μιας καθαρής εσωτερικής παρέμβασης. Η δυσαρέσκεια παραμένει, χωρίς να μετατρέπεται σε συλλογικό σχέδιο αλλαγής.
Προβληματισμός καταγράφεται και για το πολιτικό αποτέλεσμα του πρόσφατου συνεδρίου. Ορισμένα στελέχη θεωρούν ότι ολοκληρώθηκε χωρίς να επιβάλει στο δημόσιο πεδίο δύο ή τρία μεγάλα θέματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον κεντρικό κορμό της προεκλογικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ.
Η βασική απόφαση που κυριάρχησε ήταν η απόρριψη κάθε συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Η θέση αυτή εξυπηρέτησε την ανάγκη εσωτερικής ενότητας και έκλεισε μια συζήτηση που προκαλούσε τριβές. Δεν δημιούργησε, ωστόσο, αυτοτελή πολιτική ατζέντα για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τη στέγαση, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη θεσμική λειτουργία της χώρας.
Στο εσωτερικό του κόμματος διατυπώνεται ακόμη η εκτίμηση ότι η διαρκής αναφορά στη μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία μπορεί επικοινωνιακά να λειτουργήσει ως έμμεση αποδοχή της πρωτιάς της. Το ΠΑΣΟΚ δηλώνει τι δεν θα κάνει μετά τις εκλογές, χωρίς να κατορθώνει ακόμη να πείσει ότι μπορεί να βρεθεί το ίδιο στην πρώτη θέση.
Η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων επηρεάζει και τη διεύρυνση. Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες, η διαδικασία εμφανίζεται να προχωρά με αργούς ρυθμούς, χωρίς σταθερό πολιτικό σχέδιο και χωρίς καθαρό μήνυμα προς την κοινωνία για το ποιους επιδιώκει να προσελκύσει το κόμμα.
Συζητήσεις φέρεται να έχουν πραγματοποιηθεί με ανεξάρτητους βουλευτές και πρόσωπα που προέρχονται από άλλους πολιτικούς χώρους. Μεταξύ των ονομάτων που έχουν ακουστεί βρίσκονται ο Μιχάλης Χουρδάκης, ο Ευάγγελος Αποστολάκης, η Γιώτα Πούλου και η Νίνα Κασσιμάτη.
Οι περισσότερες επαφές παραμένουν σε επίπεδο πληροφοριών. Η ηγεσία δεν επιβεβαιώνει ούτε διαψεύδει τις συζητήσεις και καθυστερεί να ανακοινώσει οριστικές αποφάσεις. Η τακτική αυτή αφήνει χώρο σε σενάρια, ενισχύει την εσωστρέφεια και υποβαθμίζει τον πολιτικό αντίκτυπο κάθε πιθανής ένταξης.
Για τον Μιχάλη Χουρδάκη οι πληροφορίες εμφανίζουν την προσέγγιση σε περισσότερο προχωρημένο στάδιο, χωρίς να έχει υπάρξει επίσημη ανακοίνωση. Στελέχη του ΠΑΣΟΚ επισημαίνουν ότι η απόφαση για τη σύνθεση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας ανήκει στον πρόεδρο, ζητούν όμως να ληφθεί εγκαίρως και να παρουσιαστεί με καθαρό πολιτικό σκεπτικό.
Η οικονομική ατζέντα, η πίεση Τσίπρα και το δύσκολο στοίχημα της δεύτερης θέσης
Στο ΠΑΣΟΚ ενισχύεται η άποψη ότι η αποκλειστική επένδυση σε σκάνδαλα και καταγγελίες δεν αρκεί για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Το κόμμα χρειάζεται να μεταφέρει το κέντρο βάρους στην οικονομία, στους μισθούς, στην ακρίβεια, στη φορολογία, στη στέγαση και στη βελτίωση της καθημερινής ζωής.
Στελέχη υποστηρίζουν ότι υπάρχει ολοκληρωμένο πρόγραμμα και επαρκές ανθρώπινο δυναμικό για την εφαρμογή του. Θεωρούν εφικτή την πολιτική αλλαγή, εφόσον το ΠΑΣΟΚ εγκαταλείψει την αποσπασματική επικοινωνία και παρουσιάσει σταθερά μια θετική πρόταση διακυβέρνησης.
Η αντίθετη εκτίμηση στο εσωτερικό του κόμματος είναι περισσότερο απαισιόδοξη. Υποστηρίζει ότι η ηγεσία δεν έχει ακόμη αλλάξει ρυθμό και ότι η αδυναμία διαμόρφωσης ισχυρής θετικής ατζέντας επιτρέπει στον Αλέξη Τσίπρα να διευρύνει την επιρροή του σε ακροατήρια που διεκδικεί και το ΠΑΣΟΚ.
Η εμφάνιση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης αλλάζει τους συσχετισμούς στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το νέο κόμμα επιχειρεί να επανασυσπειρώσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, αξιοποιώντας την αναγνωρισιμότητα του πρώην πρωθυπουργού και την απογοήτευση από τους υφιστάμενους πολιτικούς φορείς.
Η Χαριλάου Τρικούπη δεν έχει αποφασίσει ενιαία στρατηγική απέναντι στην ΕΛ.ΑΣ. Στο εσωτερικό της έχουν κατατεθεί δύο διαφορετικές εισηγήσεις: η πρώτη προβλέπει μετωπική πολιτική επίθεση και η δεύτερη εισηγείται περιορισμένη αντίδραση, ώστε να μη δοθεί πρόσθετη προβολή στον Αλέξη Τσίπρα.
Μέχρι στιγμής επικρατεί η τακτική της απάντησης κατά περίπτωση. Στο ζήτημα των πανεπιστημίων, για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ ανέδειξε ως αντίφαση τη θέση της ΕΛ.ΑΣ. να απορρίπτει την αναθεώρηση του άρθρου 16 και ταυτόχρονα να μην προτείνει πλήρη κατάργηση του υφιστάμενου νόμου για τα μη κρατικά ΑΕΙ.
Η αποσπασματική αυτή αντιμετώπιση δεν συνιστά ολοκληρωμένη στρατηγική. Το ΠΑΣΟΚ καλείται να αποφασίσει αν θα αντιμετωπίσει το κόμμα Τσίπρα ως βασικό ανταγωνιστή για την ηγεμονία της Κεντροαριστεράς ή ως σχήμα περιορισμένης διάρκειας που θα υποχωρήσει όταν κληθεί να παρουσιάσει πρόγραμμα, στελέχη και οργανωτικές δομές.
Η μία γραμμή θεωρεί ότι η ΕΛ.ΑΣ. αποτελεί πολιτικό πυροτέχνημα, χωρίς σταθερές κοινωνικές ρίζες, επαρκές πρόγραμμα και συγκροτημένο στελεχιακό δυναμικό. Με βάση αυτή την ανάγνωση, η δημοσκοπική της δυναμική θα υποχωρήσει όσο πλησιάζουν οι εκλογές και αυξάνεται η απαίτηση για συγκεκριμένες απαντήσεις.
Η δεύτερη γραμμή αντιμετωπίζει ως πραγματικό τον κίνδυνο να εκτοπιστεί το ΠΑΣΟΚ από τη δεύτερη θέση. Η προσωπική παρουσία του Αλέξη Τσίπρα, η φθορά των παραδοσιακών κομμάτων και η αναζήτηση νέας έκφρασης από τμήμα των προοδευτικών ψηφοφόρων μπορούν να δημιουργήσουν έναν ισχυρό ανταγωνιστικό πόλο.
Ο χρόνος μέχρι την άνοιξη του 2027 είναι μακρύς και δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις. Προσφέρει στο ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να διορθώσει οργανωτικές αδυναμίες, να αποκτήσει καθαρή πολιτική γραμμή και να παρουσιάσει πειστικό κυβερνητικό πρόγραμμα. Ταυτόχρονα, αυξάνει τον κίνδυνο η σημερινή στασιμότητα να μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική υποχώρηση.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η βαθιά δυσπιστία των πολιτών απέναντι στα κόμματα. Η κοινωνία δεν πείθεται μόνο από προγραμματικά κείμενα και καταγγελίες κατά της κυβέρνησης. Εξετάζει αν ένας πολιτικός φορέας λειτουργεί οργανωμένα, αν τα στελέχη του εκφράζουν κοινές θέσεις και αν η ηγεσία του μπορεί να λαμβάνει έγκαιρα αποφάσεις.
Η ανασύνταξη του ΠΑΣΟΚ προϋποθέτει την αποκατάσταση της εσωτερικής επικοινωνίας, την τακτική συνεδρίαση των οργάνων, τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και την παρουσίαση συγκεκριμένης ατζέντας για τη χώρα. Η πολυφωνία αποτελεί στοιχείο δημοκρατικού κόμματος, όμως χωρίς τελική σύνθεση και δεσμευτική γραμμή μετατρέπεται σε εικόνα διάλυσης.
Η ηγεσία καλείται πλέον να κινηθεί γρήγορα. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπερβεί τις εσωτερικές του αντιφάσεις και να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένο σε έναν κύκλο καθυστερήσεων, διαρροών και δημόσιων διαψεύσεων.