13 Ιανουαρίου 2026

Πώς το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» μπλοκάρει τη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και εκθέτει την ΕΕ

Παρέμβαση του καθηγητή Γιάννου Χαραλαμπίδη στο SigmaLive αναδεικνύει τις σύνθετες γεωπολιτικές και στρατηγικές διαστάσεις της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ένα έργο που δεν περιορίζεται σε τεχνική ή οικονομική υποδομή, αλλά εξελίσσεται σε κρίσιμο πεδίο δοκιμής ισχύος και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο καθηγητής περιγράφει την κατάσταση ως ένδειξη της τρωτότητας που προκύπτει όταν διπλωματικές και στρατηγικές ισορροπίες αγνοούνται και η Ευρωπαϊκή Ένωση αφήνεται σε ρόλο θεατή.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Γ. Χαραλαμπίδη, παρά το γεγονός ότι το έργο φέρει τη σφραγίδα της ΕΕ και χρηματοδοτείται με 675 εκατ. ευρώ, η διαχείρισή του από την ελληνική πλευρά υπήρξε ελλειμματική. Η Αθήνα, όπως σημειώνεται, επέτρεψε την «υποβάθμιση» ενός ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ζήτημα διμερούς αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Η εξέλιξη αυτή άφησε την ΕΕ παθητική, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί εγγυητή για την υλοποίηση του έργου απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις.

Η Κύπρος, ακολουθώντας την ελληνική γραμμή, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα περιβάλλον αυξημένων στρατιωτικών και πολιτικών πιέσεων. Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» που εφαρμόζει η Τουρκία, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική υπεροχή της Άγκυρας, δημιουργεί πίεση στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ η έλλειψη ενεργού ευρωπαϊκής παρέμβασης περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια αντίδρασης. Ο καθηγητής τονίζει ότι η παθητικότητα της ΕΕ δεν μειώνει μόνο τον γεωπολιτικό κίνδυνο για την Κύπρο, αλλά επηρεάζει συνολικά την αξιοπιστία της Ευρώπης ως στρατηγικού παίκτη στην περιοχή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του Ισραήλ, το οποίο στηρίζει τη διασύνδεση κυρίως για να περιορίσει την ενίσχυση της Τουρκίας σε ενεργειακό μονοπώλιο. Ωστόσο, η στήριξη αυτή συνοδεύεται από σαφή όρια. Το Ισραήλ, όπως και οι ΗΠΑ, δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε μετωπική σύγκρουση με την Τουρκία για το σκέλος Ελλάδας – Κύπρου. Παράλληλα, το Τελ Αβίβ εξετάζει εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές, συμπεριλαμβανομένων συνδέσεων με τη Σαουδική Αραβία, διατηρώντας ανοιχτές όλες τις επιλογές του και περιορίζοντας την εξάρτησή του από την τρέχουσα διαδρομή.

Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η μετατροπή του ζητήματος σε διμερές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας απαλλάσσει τους συμμάχους από την ανάγκη άσκησης πίεσης στην Άγκυρα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την έκθεση της ελληνικής πλευράς. Ο καθηγητής Χαραλαμπίδης προειδοποιεί ότι η απουσία της ΕΕ από τα γεγονότα στην Κάσο και η de facto διαπραγμάτευση της Αθήνας με την Τουρκία μειώνουν σημαντικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Αν η πορεία της ηλεκτρικής διασύνδεσης ακολουθήσει την τύχη του ναυαγημένου EastMed, οι γεωπολιτικές συνέπειες θα είναι οδυνηρές.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Τουρκία θα μπορούσε να ελέγχει τον μοναδικό χερσαίο δρόμο ενέργειας προς την Ευρώπη, ενώ η Κύπρος θα βρεθεί σε θέση ενεργειακής εξάρτησης, ειδικά σε ό,τι αφορά την ηλεκτροδότηση μέσω του πυρηνικού σταθμού στο Άκιουγιου. Παράλληλα, η προσπάθεια «αποκλιμάκωσης» θα εδραιώσει τα τετελεσμένα που επιβάλλει η Άγκυρα στην περιοχή, περιορίζοντας τα δικαιώματα των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο καθηγητής καταλήγει ότι απαιτείται ριζική αλλαγή πλεύσης. Το ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει σε επίπεδο διμερών συνεννοήσεων, αλλά πρέπει να μεταφερθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Εκεί, όπως επισημαίνει, χρειάζονται σαφείς προειδοποιήσεις για κυρώσεις, επίκληση ρητρών αλληλεγγύης και ενεργή εμπλοκή των ευρωπαϊκών θεσμών. Το διακύβευμα δεν αφορά απλώς ένα καλώδιο, αλλά την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας, καθώς και τη θέση της Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αν δεν υπάρξει αλλαγή στρατηγικής, ο κίνδυνος είναι διπλός: γεωπολιτική ομηρία και ενεργειακή εξάρτηση, με την Τουρκία να αποκτά καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο της ροής ενέργειας προς την Ευρώπη και την Κύπρο να παραμένει εκτεθειμένη σε πιέσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της ηλεκτρικής ασφάλειας και ανεξαρτησίας της.