12 Αυγούστου 2026

Ρέντφιλντ ανοίγει τον ασκό του Αιόλου: «Δεν υπήρξε διαφάνεια για τις παρενέργειες»

Νέα συζήτηση για τη διαφάνεια των αμερικανικών υγειονομικών αρχών κατά την περίοδο της πανδημίας προκαλούν τοποθετήσεις που αποδίδονται στον πρώην διευθυντή του CDC, Ρόμπερτ Ρέντφιλντ, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονταν στο κοινό οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων κατά της COVID-19.

Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί για την κατάθεσή του, ο Ρέντφιλντ υποστήριξε ότι κατά την πρώτη περίοδο του μαζικού εμβολιασμού δεν υπήρξε η απαιτούμενη διαφάνεια γύρω από τις πιθανές παρενέργειες και ότι ορισμένες αποφάσεις επηρεάστηκαν από τον φόβο πως η έντονη δημόσια συζήτηση για ζητήματα ασφάλειας θα μπορούσε να μειώσει την εμβολιαστική κάλυψη.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι σοβαρή, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις υγειονομικές αρχές: εάν δηλαδή κατά την πανδημία παρουσιάζονταν με την ίδια ένταση τόσο τα αναμενόμενα οφέλη όσο και οι γνωστοί ή υπό διερεύνηση κίνδυνοι.

Στο επίκεντρο ξανά η διαφάνεια για τις παρενέργειες

Ο πρώην επικεφαλής του CDC έχει υποστηρίξει ότι υπήρξαν άνθρωποι που αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα υγείας μετά τον εμβολιασμό και ότι οι περιπτώσεις πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών έπρεπε να εξετάζονται με μεγαλύτερη διαφάνεια και χωρίς τον φόβο ότι η δημοσιοποίησή τους θα ενίσχυε τη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια.

Οι αμερικανικές αρχές έχουν πράγματι αναγνωρίσει συγκεκριμένες σπάνιες αλλά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μυοκαρδίτιδα και η περικαρδίτιδα μετά από ορισμένα εμβόλια mRNA, καθώς και το σύνδρομο θρόμβωσης με θρομβοπενία που είχε συνδεθεί με το εμβόλιο Janssen.

Το γεγονός αυτό καθιστά απολύτως θεμιτή την έρευνα για το πότε εντοπίστηκαν τα σχετικά σήματα κινδύνου, πότε ενημερώθηκαν οι αρμόδιοι αξιωματούχοι και πόσο γρήγορα και καθαρά ενημερώθηκε στη συνέχεια το κοινό.

Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηρίζεται στη λογική ότι ο πολίτης πρέπει να πληροφορείται μόνο όσα θεωρούνται χρήσιμα για την επίτευξη ενός κρατικού στόχου. Η ενημερωμένη συναίνεση απαιτεί πρόσβαση στα διαθέσιμα δεδομένα, ακόμη και όταν αυτά δημιουργούν δύσκολα ερωτήματα ή επιβάλλουν αλλαγή προηγούμενων συστάσεων.

Οι βαριές καταγγελίες απαιτούν και βαριές αποδείξεις

Οι τοποθετήσεις Ρέντφιλντ ενισχύουν την ανάγκη να εξεταστούν σε βάθος οι αποφάσεις της περιόδου της πανδημίας, οι μηχανισμοί φαρμακοεπαγρύπνησης και η δημόσια επικοινωνία γύρω από την ασφάλεια των εμβολίων.

Δεν τεκμηριώνουν, όμως, από μόνες τους τον ισχυρισμό περί «συνωμοσίας που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους». Μια τέτοια κατηγορία απαιτεί συγκεκριμένα επιδημιολογικά στοιχεία που να συνδέουν αιτιωδώς εκατομμύρια θανάτους με τον εμβολιασμό, και τέτοια απόδειξη δεν προκύπτει από την κατάθεση που περιγράφεται.

Άλλο πράγμα είναι η καταγγελία ότι υπήρξε ελλιπής ή επιλεκτική ενημέρωση για ανεπιθύμητες ενέργειες και άλλο η απόδειξη ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο απόκρυψης μαζικών θανάτων. Η διάκριση είναι κρίσιμη, ιδιαίτερα σε ένα θέμα που αφορά την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων.

Το ουσιαστικό ζήτημα που επανέρχεται είναι η λογοδοσία. Εάν κρατικοί αξιωματούχοι γνώριζαν σήματα ασφάλειας, διαφωνίες ή επιστημονικές αβεβαιότητες και επέλεξαν να τα υποβαθμίσουν για να προστατεύσουν την εμβολιαστική καμπάνια, οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να ελεγχθούν πλήρως. Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη δεν προστατεύεται με αποσιώπηση στοιχείων. Προστατεύεται με διαφάνεια, δημοσιοποίηση των δεδομένων και καθαρές απαντήσεις για όσα έγιναν την περίοδο της πανδημίας.