Ρήγμα στη Συμμαχία: Ο Τραμπ ξεχωρίζει «πρόθυμους» και «απείθαρχους» στο ΝΑΤΟ
Ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει την πίεση προς τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, με φόντο τις βαθιές διαφωνίες που προκάλεσε η αμερικανική στάση στον πόλεμο με το Ιράν και η άρνηση αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να συνταχθούν πλήρως με τις επιλογές της Ουάσιγκτον. Το νέο κλίμα τροφοδοτεί πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες στον Λευκό Οίκο έχει διαμορφωθεί εσωτερική αξιολόγηση των συμμάχων, με κριτήριο τη στήριξή τους στις αμερικανικές επιχειρήσεις, τη συμβολή τους στη συλλογική άμυνα και το επίπεδο των αμυντικών τους δαπανών.
Πίεση από την Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους
Η ύπαρξη μιας άτυπης λίστας «πρόθυμων» και «απείθαρχων» συμμάχων έχει αναφερθεί από ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές σε δημοσιεύματα της ημέρας, χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από τον Λευκό Οίκο με δημοσιοποιημένο έγγραφο. Εκείνο που επιβεβαιώνεται ευθέως είναι η γενικότερη λογική πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ προς τα κράτη που, κατά την αμερικανική αντίληψη, δεν στηρίζουν επαρκώς τις στρατιωτικές και πολιτικές επιλογές της Ουάσιγκτον.
Το πλαίσιο αυτό είχε αποτυπωθεί ήδη από τα τέλη Μαρτίου, όταν ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ απέφυγε να επαναβεβαιώσει ρητά τη δέσμευση των ΗΠΑ στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, δηλώνοντας ότι το τελικό στίγμα θα το δώσει ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ, μετά την απροθυμία βασικών Ευρωπαίων συμμάχων να ευθυγραμμιστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Το δόγμα των «υποδειγματικών συμμάχων»
Η φιλοσοφία που φαίνεται να διέπει αυτή την προσέγγιση δεν είναι καινούρια. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές που αποδίδουν παλαιότερες δηλώσεις του Χέγκσεθ, οι «υποδειγματικοί σύμμαχοι» που αυξάνουν τις αμυντικές τους δαπάνες και στηρίζουν ενεργά τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές μπορούν να περιμένουν ευνοϊκότερη μεταχείριση, ενώ όσοι θεωρείται ότι υπολείπονται «θα αντιμετωπίσουν συνέπειες». Η γραμμή αυτή έχει καταγραφεί σε πολλές δευτερογενείς αναφορές και συνδέεται πλέον άμεσα με τη σημερινή εσωτερική αξιολόγηση των συμμάχων.
Η λογική αυτή επιτρέπει στην αμερικανική πλευρά να συνδέει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη, τη συμμετοχή σε ασκήσεις και τη συνολική πολιτικοστρατιωτική στήριξη με τη στάση που τηρούν οι επιμέρους κυβερνήσεις απέναντι στις αμερικανικές εκστρατείες. Παρότι δεν έχει ανακοινωθεί επίσημο πακέτο κυρώσεων ή ανταμοιβών, η συζήτηση για ανακατανομή αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη βρίσκεται ήδη στο τραπέζι της διατλαντικής αντιπαράθεσης.
Ποιοι εμφανίζονται ευνοημένοι και ποιοι στο στόχαστρο
Στο νέο αυτό σχήμα, χώρες της ανατολικής πτέρυγας όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και τα κράτη της Βαλτικής εμφανίζονται πιο κοντά στις αμερικανικές προτεραιότητες, επειδή επενδύουν περισσότερο στην άμυνα και διατηρούν σταθερά φιλοαμερικανική στάση. Αντίθετα, οι εντάσεις με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που αμφισβητούν τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ διαχειρίστηκε την κρίση με το Ιράν έχουν ενισχύσει την αίσθηση ότι η Συμμαχία εισέρχεται σε περίοδο εσωτερικής ιεράρχησης με πολιτικά κριτήρια.
Ήδη από τα μέσα Μαρτίου, το Associated Press είχε μεταδώσει ότι ο Τραμπ εξέφραζε ανοιχτά την οργή του επειδή το ΝΑΤΟ και άλλοι εταίροι δεν ανταποκρίθηκαν στις αμερικανικές εκκλήσεις για στήριξη στην ασφάλεια του Ορμούζ, περιγράφοντας έτσι ένα προϋπάρχον υπόβαθρο δυσπιστίας που τώρα φαίνεται να μετατρέπεται σε πιο συστηματική πολιτική αξιολόγησης συμμάχων.
Ανησυχία για την ενότητα του ΝΑΤΟ
Η σκληρή αυτή αμερικανική γραμμή έχει ήδη τροφοδοτήσει ισχυρή ανησυχία στην Ευρώπη. Ο πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Τζορτζ Ρόμπερτσον, προειδοποίησε ότι η στρατιωτική εξάρτηση της Βρετανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, δείχνοντας ότι η κρίση εμπιστοσύνης δεν είναι θεωρητική αλλά επηρεάζει πλέον τον ίδιο τον στρατηγικό σχεδιασμό των ευρωπαϊκών χωρών.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η Συμμαχία προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα συνοχής ενόψει της συνόδου κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου 2026. Η επόμενη σύνοδος του ΝΑΤΟ έχει ήδη επιβεβαιωθεί επισήμως από τη Συμμαχία, ενώ ο Μαρκ Ρούτε κινείται το τελευταίο διάστημα σε διπλωματικό επίπεδο με στόχο να περιορίσει τις τριβές ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η ουσία είναι ότι ο Τραμπ δεν αρκείται πια στη γενική γκρίνια περί «άδικης επιβάρυνσης» των ΗΠΑ, αλλά επιχειρεί να οικοδομήσει ένα σύστημα πολιτικής πίεσης και επιβράβευσης εντός της Συμμαχίας. Το αν αυτή η γραμμή θα μετατραπεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις μένει να φανεί. Εκείνο που έχει ήδη αλλάξει είναι το κλίμα: η αμερικανική ηγεσία αντιμετωπίζει πλέον το ΝΑΤΟ όχι ως ενιαίο πολιτικοστρατιωτικό σώμα, αλλά ως πεδίο αξιολόγησης, συμμόρφωσης και τιμωρίας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα