Σε μια κανονική χώρα η τραγωδία θα οδηγούσε στη δικαιοσύνη, όχι στη συγκάλυψη

Σε μια φανταστική, ευνομούμενη χώρα, από εκείνες που δεν έχουν ανάγκη να διαφημίζουν καθημερινά την «κανονικότητα» και τη «σταθερότητά» τους, σημειώθηκε πριν από τρία χρόνια ένα πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα.

Πολλοί νεκροί, στην πλειονότητά τους νέοι άνθρωποι, οικογένειες βυθισμένες στο πένθος, μια ολόκληρη κοινωνία παγωμένη από το σοκ.

Τα πρώτα εικοσιτετράωρα κυριάρχησαν όσα πάντα συνοδεύουν μια εθνική τραγωδία: θρήνος, απορίες, οργή. Από εκεί και πέρα όμως η πορεία των γεγονότων άρχισε να αποκλίνει από όσα σε άλλες χώρες έχουν γίνει σχεδόν κανόνας.

Γιατί αμέσως μετά τέθηκε σε κίνηση κάτι που για ορισμένα μέρη του κόσμου μοιάζει σχεδόν αδιανόητο: μια σοβαρή, μεθοδική και ανεξάρτητη έρευνα. Τα μέσα ενημέρωσης δεν εγκλωβίστηκαν σε φθηνό συναίσθημα ούτε μετατράπηκαν σε αναμεταδότες «ανώνυμων πηγών» που εξυπηρετούν την εκάστοτε εξουσία. Εκαναν αυτό που επιβάλλει η αποστολή τους. Εψαξαν, απαίτησαν έγγραφα, εντόπισαν ευθύνες, πίεσαν για καθαρές απαντήσεις. Και πάνω απ’ όλα δεν φοβήθηκαν.

Πολύ γρήγορα έγινε σαφές ότι το δυστύχημα δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα στη βολική φράση περί «ανθρώπινου λάθους», αυτή τη γνωστή λεκτική ασπίδα που χρησιμοποιείται ως συλλογικό άλλοθι. Η αλήθεια ήταν βαρύτερη. Επρόκειτο για το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας παραλείψεων, ολιγωριών, καθυστερήσεων και πολιτικών αποφάσεων που είχαν σαπίσει προ πολλού κάτω από την επιφάνεια.

Υπουργοί, προβεβλημένοι και ισχυροί, είχαν αγνοήσει επανειλημμένες προειδοποιήσεις.

Αξιωματούχοι του υπουργείου, πρόθυμοι να κάμπτουν τη μέση μπροστά στην ιεραρχία, υπέγραφαν χωρίς να ελέγχουν.

Επικεφαλής μιας δήθεν ανεξάρτητης αρχής αποδείχθηκε ότι ήταν ανεξάρτητος μόνο στα χαρτιά.

Και ανάμεσα σε όλα αυτά, μίζες, σαν συνδετικό υλικό ενός θεσμικού οικοδομήματος που είχε ήδη σαπίσει.

Και τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο ασυνήθιστο. Η Δικαιοσύνη κινήθηκε γρήγορα. Χωρίς διαρροές εντυπωσιασμού, χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες, χωρίς τον γνώριμο βηματισμό μιας διαδικασίας που σέρνεται μέχρι να ξεχαστεί το έγκλημα. Ασκήθηκαν διώξεις. Διατάχθηκαν προφυλακίσεις.

Οι εμπλεκόμενοι συνελήφθησαν όχι για να ικανοποιηθεί η κοινή γνώμη προσχηματικά, αλλά με πραγματικές κατηγορίες και ουσιαστικό περιεχόμενο. Δεν υπήρξαν οι συνήθεις «πολιτικές ευθύνες» που αιωρούνται στο κενό και εξατμίζονται με τον χρόνο. Δεν υπήρξαν παραιτήσεις-πυροτεχνήματα μεγαλόσχημων υπουργών, συνοδευόμενες από κροκοδείλια δάκρυα και λόγια που σβήνουν μέσα σε τρεις ημέρες.

Η δίκη έγινε δημόσια, σε εύλογο χρόνο και με πλήρη διαφάνεια.

Οι κατηγορούμενοι είχαν όλα τα δικαιώματα που εγγυάται ένα κράτος δικαίου, χωρίς να απολαμβάνουν ούτε ίχνος προνομιακής μεταχείρισης. Τα αποδεικτικά στοιχεία παρουσιάστηκαν, οι μάρτυρες εξετάστηκαν, οι ευθύνες προσωποποιήθηκαν και αποδόθηκαν.

Στο τέλος, οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές κάθειρξης, τις οποίες εξέτισαν κανονικά, χωρίς αναστολές, χωρίς υπόγειες διευκολύνσεις, χωρίς γνωστές εξαιρέσεις. Ακόμη και οι υπουργοί.

Κάποιοι μίλησαν για αυστηρότητα. Αλλοι για παραδειγματισμό. Για την κοινωνία όμως το νόημα ήταν απλούστερο και καθαρότερο: δικαιοσύνη. Οχι τέλεια, όχι ικανή να απαλύνει τον πόνο των συγγενών, αλλά δικαιοσύνη πραγματική. Ενα μήνυμα ότι η εξουσία δεν λειτουργεί ως ασπίδα ατιμωρησίας.

Ας μεταφερθούμε τώρα, υποθετικά πάντοτε, σε μια άλλη χώρα, περισσότερο οικεία.

Εκεί, το ίδιο δυστύχημα θα είχε ακριβώς την ίδια τραγική κατάληξη. Νεκροί, δάκρυα, πένθος, οργή.

Θα ακολουθούσαν δηλώσεις συμπαράστασης, κυβερνηκές διαβεβαιώσεις περί «πλήρους διερεύνησης» και μεγαλόστομες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων, λίγο πριν αρχίσει το μπάζωμα του τόπου της τραγωδίας, ώστε να θαφτούν μαζί με τα συντρίμμια και τα ίχνη της ενοχής των αρμοδίων.

Τα υποτιθέμενα αδέκαστα, αλλά στην πλειονότητά τους μίσθαρνα, μέσα ενημέρωσης θα χωρίζονταν πολύ γρήγορα σε δύο στρατόπεδα: σε εκείνα που θα προσπαθούσαν να φωτίσουν τις ευθύνες και σε εκείνα που θα έσπευδαν να τις θολώσουν.

Θα επιστρατεύονταν «ειδικοί» για να εξηγήσουν ότι τέτοια δυστυχήματα «συμβαίνουν παντού».

Θα αναζητούνταν ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος, κατά προτίμηση κάποιος χαμηλόβαθμος υπάλληλος χωρίς ασυλία, κάποιος που θα φορτωνόταν το βάρος ολόκληρης της αποσύνθεσης, ενώ εκείνοι που τον διόρισαν παράτυπα ή τον χρησιμοποίησαν όπως τους συνέφερε θα ένιπταν τας χείρας τους.

Οι πραγματικοί υπεύθυνοι θα έμεναν στο απυρόβλητο. Θα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, έτοιμοι να ξανακατέβουν υποψήφιοι στις εκλογές και να επανεκλεγούν πανηγυρικά. Οι υπουργοί θα δήλωναν ότι «δεν γνώριζαν», όπως ακριβώς θα δήλωνε και ο πρωθυπουργός.

Οι κρατικοί αξιωματούχοι, οι διευθυντές και οι κάθε λογής κολαούζοι του συστήματος θα διαβεβαίωναν ότι «έκαναν ό,τι μπορούσαν».

Οι δήθεν ανεξάρτητες αρχές θα επικαλούνταν την ανεξαρτησία τους ως επιχείρημα αποποίησης κάθε ευθύνης.

Η Δικαιοσύνη θα κινούνταν αργά και βασανιστικά. Οι δικογραφίες θα διογκώνονταν, οι προθεσμίες θα παρατείνονταν, οι ενστάσεις θα πολλαπλασιάζονταν και η υπόθεση θα χανόταν σε έναν λαβύρινθο διαδικασιών, μέχρι να ξεθωριάσει μέσα στη συλλογική μνήμη.

Και στο τέλος; Ισως κάποιες καταδίκες-χάδι. Ισως αθωώσεις λόγω αμφιβολιών. Ισως παραγραφές. Ισως τίποτε απολύτως.

Το πιθανότερο; Κανείς πραγματικά υπεύθυνος δεν θα πλήρωνε.

Οι δύο αυτές ιστορίες δεν χωρίζονται από το μέγεθος της τραγωδίας. Χωρίζονται από όσα ακολούθησαν.

Στην πρώτη περίπτωση το κράτος λειτούργησε όπως οφείλει να λειτουργεί, με θεσμούς που δεν γονατίζουν μπροστά στην εξουσία. Στη δεύτερη, οι θεσμοί λειτούργησαν όπως βολεύει την εξουσία, ως μηχανισμοί προέκτασής της.

Και τελικά εκεί ακριβώς κρίνεται μια δημοκρατία. Οχι από το πόσο συχνά επικαλείται τις αξίες της, αλλά από το αν μπορεί να τις εφαρμόσει τη στιγμή που το πολιτικό κόστος είναι υψηλό.

Γιατί η δικαιοσύνη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες υποθέσεις. Δοκιμάζεται εκεί όπου οι υπεύθυνοι έχουν όνομα, αξίωμα και πολιτική ή οικονομική ισχύ.

Και ίσως γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος εκείνη η φράση που είχε διατυπώσει κάποτε ο Σάββας Ξηρός, ότι αν λειτουργούσαν οι θεσμοί, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης της Ε.Ο. 17 Νοέμβρη. Οσο ωμή κι αν ακούγεται, συμπυκνώνει μια σκληρή αλήθεια: όταν το κράτος δικαίου εκλείπει, όταν η δικαιοσύνη παύει να αποδίδεται και όταν η εξουσία αυτοπροστατεύεται συστηματικά, τότε το κενό που δημιουργείται δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό.