Σε πανικό ο Μητσοτάκης, “πουλάει” διεθνή αναγνώριση ενώ η χώρα βουλιάζει
Υπάρχει μια φράση που στοιχειώνει τη μεταπολιτευτική πολιτική ζωή: το περιβόητο «έξω πάμε καλά». Λέγεται πως την πρωτοχρησιμοποίησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά ήταν την περίοδο του Κώστα Σημίτη που μετατράπηκε σε δόγμα, κυρίως στα χρόνια 2000–2004. Στην απλή της διατύπωση έκρυβε μια ολόκληρη φιλοσοφία: αν και στο εσωτερικό υπάρχουν «θεματάκια» – σκιές, σκάνδαλα, κοινωνικές εντάσεις – μπορούμε να ρεφάρουμε στο διεθνές στερέωμα, κερδίζοντας πόντους αξιοπιστίας με επιτυχίες στην οικονομία και την εξωτερική πολιτική. Σήμερα, ο πραγματικός πολιτικός επίγονος εκείνης της σχολής, Κυριάκος Μητσοτάκης, επιστρατεύει την ίδια συνταγή. Μόνο που οι συνθήκες έχουν αλλάξει, το περιβάλλον είναι εχθρικό και η συνταγή αποτυγχάνει με πάταγο.
Το «έξω πάμε καλά» του Σημίτη δεν ήταν απλώς επικοινωνιακό εύρημα. Εδράστηκε στο πνεύμα της εποχής. Η Ελλάδα γινόταν μέλος της Ευρωζώνης, έπαιρνε συγχαρητήρια από τους Ευρωπαίους – τους ίδιους που λίγα χρόνια αργότερα θα μιλούσαν για τα διαβόητα «Greek statistics». Στον απόηχο της κρίσης των Ιμίων, η Αθήνα επένδυε στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζούσαν τη «μονοπολική στιγμή» τους, επιβάλλοντας τη Συναίνεση της Ουάσιγκτον. Κάθε απόκλιση θεωρούνταν παρανοϊκό ρίσκο. Το ΝΑΤΟ έκανε ό,τι ήθελε, η Ρωσία παρέπαιε στα χρόνια Γιέλτσιν, η Κίνα δεν είχε ακόμη ξυπνήσει ως παγκόσμιος γίγαντας. Ήταν η εποχή του Baywatch και της αισθητικής που όριζε ο Πέτρος Κωστόπουλος, με το βλέμμα στραμμένο στο lifestyle του Χόλιγουντ.
Κι όμως, το «έξω πάμε καλά» ήταν επίπλαστο. Την ώρα που η χώρα πανηγύριζε για τους «εθνικούς πρωταθλητές» της οικονομίας, οι γκρίζες ζώνες παγιώνονταν στο Αιγαίο, καμία ουσιαστική εκκρεμότητα δεν λυνόταν με τους βόρειους γείτονες, και η ελληνική παρουσία στην Αφρική περιοριζόταν σε τυπικές επισκέψεις γραφειοκρατών. Ο Σημίτης μπορεί να επένδυσε στην εικόνα της «ισχυρής Ελλάδας», αλλά καλλιέργησε ταυτόχρονα μια κουλτούρα ανοχής στη διαφθορά που, χρόνια αργότερα, θα εκτροχίαζε τη χώρα στην κρίση του 2009.
Σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θιασώτης της ίδιας προσέγγισης, είναι καταδικασμένος όχι απλώς να αποτύχει αλλά να βυθιστεί σε θόρυβο και πάταγο. Μετρώντας απανωτά σκάνδαλα στο εσωτερικό, επιχειρεί μια φυγή προς τα εμπρός. Επικαλείται οικονομικά στατιστικά, αναβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης, μιλά για διεθνή αστάθεια, επιχειρώντας να πείσει ότι η Ελλάδα στέκεται «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας». Το τέχνασμα, όμως, δεν πιάνει. Η αναβάθμιση της Moody’s δεν γεμίζει το ψυγείο, δεν μειώνει τον λογαριασμό της ΔΕΗ, δεν ρίχνει την τιμή του πιτόγυρου που έφτασε τα πέντε ευρώ. Και η επίκληση της διεθνούς αστάθειας μοιάζει πια με κακοπαιγμένη δικαιολογία.
Μια ματιά σε κάθε μέτωπο εξωτερικής πολιτικής αρκεί για να καταρριφθεί το αφήγημα. Η άμυνα των ελληνικών νησιών αποψιλώνεται, με υλικό να αποστέλλεται στην Ουκρανία: σφαίρες, βλήματα πυροβολικού, αντιαρματικοί και αντιαεροπορικοί πύραυλοι, τεθωρακισμένα και οβιδοβόλα. Όλα αυτά την ώρα που η πλάστιγγα του πολέμου γέρνει υπέρ της Μόσχας και το Κίεβο αρχίζει, έστω ρητορικά, να προετοιμάζει την κοινή γνώμη για το ενδεχόμενο εδαφικών παραχωρήσεων. Κι όμως, ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να δίνει υποσχέσεις στον Ζελένσκι, επιμένοντας σε μια ταύτιση που αποδεικνύεται όλο και πιο αδιέξοδη.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής σκακιέρα κινείται εις βάρος μας. Ο Εμανουέλ Μακρόν συζητά με τον Ταγίπ Ερντογάν αμυντική συνεργασία και προτείνει ρόλο εγγυήτριας δύναμης για την Τουρκία στην Ουκρανία. Το Κάιρο, στο οποίο η Αθήνα είχε επενδύσει στρατηγικά ως αντίβαρο στην τουρκική επεκτατικότητα, ετοιμάζεται να συμμετάσχει στο πρόγραμμα τουρκικών μαχητικών Kaan. Μάλιστα, η Αίγυπτος προχώρησε και σε ρηματική διακοίνωση, αμφισβητώντας τα όρια της ελληνικής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στη Μεσόγειο, με αφορμή τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Στη Λιβύη, η Ιταλία, θεωρητικά σύμμαχος, συνδιαλέγεται στην Κωνσταντινούπολη με τον Ερντογάν και τον Ντμπέιμπα, αφήνοντας την Ελλάδα εκτός του τραπεζιού. Και το Bloomberg ήδη προαναγγέλλει πως ο Χαφτάρ θα καλέσει σύντομα τους Τούρκους για έρευνες, βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η λίστα των ήττων δεν έχει τέλος. Από την περίπτωση της Κάσου, όπου το ελληνικό κράτος υποχώρησε de facto σε ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων έναντι της Τουρκίας, έως τη γενικευμένη ανυπαρξία βαλκανικής στρατηγικής, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Το μεγαλύτερο, όμως, αδιέξοδο βρίσκεται στο Ουκρανικό: ο Μητσοτάκης έχει ταυτιστεί σε σημείο υστερίας με τις επιλογές της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης και με την ουκρανική προεδρία. Αν αύριο οι εξελίξεις οδηγήσουν σε στροφή της Δύσης, πώς ακριβώς θα δικαιολογηθεί η Αθήνα;
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εικόνα της χώρας τσακίζεται διεθνώς από τα εσωτερικά σκάνδαλα. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ φέρνει στο φως κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, αμαυρώνοντας το προφίλ της Ελλάδας στις Βρυξέλλες. Την ίδια ώρα, στον ΟΗΕ, η ειδική εισηγήτρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα εκφράζει ανοιχτά ανησυχία για τις απειλές που εξαπέλυσε ο Θάνος Πλεύρης κατά ΜΚΟ. Αν αυτά συνέβαιναν σε χώρα της Αφρικής, θα μιλούσαμε για μπανανία. Και όμως, συμβαίνουν σε κράτος μέλος της ΕΕ, που υποτίθεται ότι έχει δεσμευτεί σε θεσμικές αξίες.
Η ειρωνεία είναι ότι το πολιτικό πρότυπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Κώστας Σημίτης, μπορούσε τουλάχιστον να υπερηφανευτεί για έναν στοιχειώδη σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες, έστω κι αν καλλιέργησε τις συνθήκες για τη μετέπειτα κρίση. Ο σημερινός πρωθυπουργός κινδυνεύει να αφήσει μια διπλή βαριά κληρονομιά: στο εσωτερικό, σκανδαλώδη αδιαφάνεια και θεσμική φθορά· στο εξωτερικό, αλυσιδωτές ήττες και διπλωματική περιθωριοποίηση.
Το δόγμα «έξω πάμε καλά» δεν στέκει πια. Αντίθετα, το ρεαλιστικό σύνθημα της εποχής είναι «έξω δεν πάμε καθόλου». Και αυτό, περισσότερο κι από τις αριθμητικές αναβαθμίσεις ή τις επικοινωνιακές φιέστες, θα μείνει ως το πιο σκληρό μάθημα της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η αμηχανία του Μητσοτάκη στο Ουκρανικό
Η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο δεν επαρκεί, καθώς η απουσία σαφούς γεωπολιτικού σχεδίου αφήνει την Αθήνα εκτεθειμένη στις ισορροπίες Ρωσίας, ΗΠΑ, ΕΕ και Τουρκίας. Η Ελλάδα παρακολουθεί τον πόλεμο στην Ουκρανία με επίφαση αταλάντευτης προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο.
Στην πραγματικότητα, η χώρα κινείται σε θολό γεωπολιτικό τοπίο: Ενσωματωμένη στις αποφάσεις της ΕΕ και υποστηρικτής των στρατηγικών ΗΠΑ, αλλά χωρίς δικό της σχέδιο, κινδυνεύει να παραμείνει θεατής στις μεγάλες ανατροπές που διαμορφώνουν το μέλλον της Ευρώπης. Και ο λόγος είναι απλός. ΗΠΑ και ΕΕ έχουν σοβαρά αποκλίνουσες απόψεις για τον Πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά η Ελλάδα συμφωνεί και με τους δύο…
Η προσπάθεια να κατανοήσει κανείς ποια είναι η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης στο Ουκρανικό ζήτημα καταλήγει σε έναν γρίφο. Επισήμως, η Αθήνα εμφανίζεται προσηλωμένη στις αρχές του διεθνούς δικαίου, καταδικάζει την εισβολή της Ρωσίας και συντάσσεται με τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πράξη όμως, η ελληνική στάση παραμένει αποσπασματική, αντιφατική και χωρίς σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Αυτή η αμφισημία δεν είναι απλώς διπλωματική “ουδετερότητα”, αλλά δείγμα μιας βαθύτερης αμηχανίας απέναντι σε έναν πόλεμο που αναδιατάσσει τον γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης.
Η Ελλάδα βρέθηκε από την πρώτη στιγμή να συμμετέχει ενεργά στο δυτικό στρατόπεδο: Αποστολή στρατιωτικού υλικού στην Ουκρανία, πλήρης ευθυγράμμιση με τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, διάθεση κρίσιμων υποδομών (Αλεξανδρούπολη, Σούδα) στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, ανέλαβε πρωτοβουλίες ανθρωπιστικού χαρακτήρα, επικαλούμενη τον ιστορικό δεσμό με τον ελληνισμό της Μαριούπολης.
Ειρήνη έναντι εδαφών
Η Ελλάδα στηρίζει ενθέρμως, όλες τις κυρώσεις που η ΕΕ έχει επιβάλει στην Ρωσία, λόγω της εισβολής στην Ουκρανία. Η Κυβέρνηση δικαιολογεί τη στάση της, ότι έτσι τάσσεται ενάντια στον αναθεωρητισμό της Ρωσίας και σε βάρος της αλλαγής των συνόρων με τη στρατιωτική βία. Και κατ’ επέκταση, είναι από θέση και φύση αντίθετη στον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, στο Αιγαίο και την Κύπρο. Βέβαια, η Ελληνική Κυβέρνηση, δεν κατόρθωσε, να εκμαιεύσει μια δήλωση καταδίκης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και έμπρακτης αναίρεσης των αποτελεσμάτων της εισβολής και κατοχής.
Παράλληλα όμως, η ελληνική κυβέρνηση, χαιρετίζει με ικανοποίηση και στηρίζει τις προσπάθειες της αμερικανικής διπλωματίας και του προέδρου Τραμπ για συμφωνία με τον πρόεδρο της Ρωσίας για εκεχειρία, και το σταμάτημα των εχθροπραξιών στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο. Πιθανή συμφωνία Τραμπ-Πούτιν θα στηρίζεται στην αναγνώριση και νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων της ρωσικής εισβολής, που πρακτικά σημαίνει προσάρτηση της Κριμαίας και άλλων περιοχών της Ουκρανίας στη Ρωσική επικράτεια.
Όμως, η ειρήνη έναντι εκχώρησης εδαφών, ενθαρρύνει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και δικαιώνει την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα ομνύει στη στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ. Και το ερώτημα: Ακόμη και αν θίγονται κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου; Η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει μια σαφή απάντηση.
Η στάση της ΕΕ
Με την πιθανολογούμενη συμφωνία Πούτιν-Τραμπ διαφωνεί ο σκληρός αντιρωσικός πυρήνας της ΕΕ, όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας, Μακρον, η ύπατη εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική της ΕΕ, Καγια Καλας και άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες, που μάλιστα ετοιμάζονται να στείλουν και ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο, ως δήθεν ειρηνευτική δύναμη, την οποία όμως η Ρωσία την χαρακτηρίζει εκ προοιμίου ως εχθρική. Εξέλιξη, που δυνητικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, το “νέο Βιετνάμ” στη καρδιά της Ευρώπης. Η Ελληνική κυβέρνηση συντάσσεται και πάλι με τον σκληρό αντιρωσικό πυρήνα της ΕΕ. Συνεπώς και εκ των πραγμάτων, προκύπτει το ερώτημα: Ποιο είναι το στρατηγικό σχέδιο της Κυβέρνησης για το πολύπλοκο Ουκρανικό ζήτημα;
Να δούμε ακόμη και τον εξής πολιτικό-διπλωματικό παραλογισμό της “αεράτης” ΕΕ. Είναι αποκαρδιωτικό το θέαμα Ευρωπαίων ηγετών να έχουν αποδεχθεί να κάθονται γύρω από το γραφείο του Πλανητάρχη Τραμπ και να διαγωνίζονται ποιος θα κάνει την πιο ακραία κολακεία στο “αφεντικό”. Επίσης, οι Ευρωπαίοι συμφώνησαν με συνοπτικές διαδικασίες να πληρώσουν περί τα 100 δισ. ευρώ για να εξοπλίσουν την Ουκρανία… με αμερικανικά όπλα! Είναι τα “λύτρα”, που θα πληρώσει η Ευρώπη επειδή αισθάνεται ανασφάλεια, χωρίς αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Και βέβαια, για μία ακόμη φορά, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και εταίροι μας, “ξεχνούν” την ελληνική ασφάλεια ή απλά δεν τους απασχολεί. Για παράδειγμα, ποια ενιαία Ευρωπαϊκή φωνή μπορεί να αρθρωθεί σε ζωτικά ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως η εκδηλωμένη τουρκική απειλή, όταν Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία και εσχάτως και Γαλλία, διαγκωνίζονται για τις στενότερες σχέσεις τους με την ισλαμιστική Τουρκία του Ερντογάν; Και ταυτόχρονα, ανοίγουν διάπλατα τις πύλες της Ευρώπης, για να εισέλθει η Τουρκία και να μετέχει ενεργά στις δομές ασφάλειας της ευρωάμυνας, με την ένοχη σιωπή της ελληνικής διπλωματίας.
Και το εξωφρενικό, οι ευρωπαίοι της ΕΕ, λησμονώντας τα περί ευρωπαϊκών αρχών και αξιών, διαβλέπουν στη συνεργασία με την Τουρκία, ως τη λύση στο αμυντικό της πρόβλημα έναντι της ρωσικής απειλής! Το αμερικανικό σκέλος είναι κομβικό, αλλά δεν είναι μονοσήμαντο. Μετά τη σύνοδο Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα (15/8/2025), δεν υπήρξε κατάπαυση του πυρός. Ο Αμερικανός πρόεδρος, Τραμπ, διακήρυξε ότι δεν θα στείλει αμερικανικά χερσαία στρατεύματα στην Ουκρανία και χαρακτήρισε αδύνατη την ανάκτηση της Κριμαίας από το Κίεβο, ενώ η ρωσική πλευρά απαιτεί ευρείες παραχωρήσεις και δικαίωμα ουσιαστικού βέτο σε μελλοντικές εγγυήσεις ασφαλείας. Αυτές οι θέσεις, αν παγιωθούν, συγκλίνουν σε “πάγωμα” γραμμών που νομιμοποιεί τετελεσμένα.
Σε τηλεδιάσκεψη των αρχηγών ΓΕΕΘΑ του ΝΑΤΟ, ευρωαμερικανοί επιτελείς παρουσίασαν επιλογές “εγγυήσεων ασφαλείας”, στρατιωτικά επιτελικά σχέδια, που προβλέπουν τη συμμετοχή αμιγώς ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων, σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Παράλληλα, γερμανική ένωση στρατιωτικών προειδοποιεί ότι μια τέτοια αποστολή, έστω ειρηνευτική, στην Ουκρανία θα απαιτήσει δεκάδες χιλιάδες ευρωπαίους στρατιώτες.
Ο ρόλος της Ελλάδας
Καταλήγοντας, η Ελλάδα δεν μπορεί να παίζει σε δύο ταμπλό. Η στήριξη των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και ταυτόχρονα της “ρεαλιστικής ειρήνης” Τραμπ-Πούτιν, που αφήνει την Κριμαία στη Μόσχα, συνιστά στρατηγική αντίφαση. Γιατί ό,τι νομιμοποιεί τη ρωσική κατοχή στην Ουκρανία, θα χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό στο Αιγαίο και την Κύπρο. Από την άλλη, υπάρχει και το ρήγμα στις ευρωατλαντικές επιλογές για την Ουκρανία με συνέπειες, που άπτονται των Στρατηγικών σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσία-Κίνα και με “απούσα” την ΕΕ.
Η Αθήνα παλινδρομεί ανάμεσα στον ρεαλισμό Τραμπ, που μιλά για εκεχειρία και απώλεια της Κριμαίας και στη σκληρή γραμμή της ΕΕ, που επιμένει σε κυρώσεις και στρατιωτική εμπλοκή. Και μάλιστα κατά την χρονική συγκυρία, όπου , οι μεγάλες στρατηγικές συμφωνίες χαράσσονται από ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, με την Ευρωπαϊκή Ένωση διπλωματικά και στρατιωτικά απούσα από το διεθνές παιχνίδι ισχύος, μια αντίφαση που εκθέτει την Ελλάδα και αποδυναμώνει την αποτροπή της απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία. Δεν μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές.
Από τη μια, ευθυγραμμίζεται με την ΕΕ και τον Ζελένσκι, υιοθετώντας τη λογική της “συνεχούς αντίστασης” μέχρι την πλήρη αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη. Η θέση αυτή, ωστόσο, παραβλέπει ένα ιστορικό αξίωμα: Ό,τι κατακτάται δια της στρατιωτικής ισχύος, σπανίως επιστρέφεται αποκλειστικά με διπλωματικές πιέσεις. Από την Κύπρο το 1974 έως την Κριμαία το 2014, η Ιστορία διδάσκει ότι τα τετελεσμένα δύσκολα ανατρέπονται χωρίς νέα αναμέτρηση ισχύος. Μόνο με πόλεμο επανακτώνται εδάφη που χάθηκαν στο πόλεμο…
Από την άλλη, η Αθήνα χαιρετίζει την πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ για μια συμφωνία εκεχειρίας, η οποία κινείται στη λογική του ρεαλισμού: η Ουκρανία θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η Κριμαία έχει οριστικά χαθεί, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να αποστείλουν στρατεύματα στο ουκρανικό μέτωπο. Πρόκειται για μια γραμμή σαφώς αντίθετη από εκείνη των Βρυξελλών, που επενδύει σε μακροχρόνιες κυρώσεις κατά της Μόσχας και εξετάζει ακόμη και την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων με πρόσχημα την “ειρηνευτική αποστολή”. Η Ελλάδα, λοιπόν, εμφανίζεται να στηρίζει ταυτόχρονα και τις ΗΠΑ και την ΕΕ, παρότι οι θέσεις τους συγκρούονται στρατηγικά.
Στην πραγματικότητα, η Αθήνα καταλήγει να εκπέμπει σήματα αμηχανίας και ασυνέπειας, αδυνατώντας να χαράξει σαφή εθνική στρατηγική. Για μια χώρα που γειτνιάζει με μια αναθεωρητική δύναμη, όπως η Τουρκία, η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη. Διότι η συνέπεια και η αξιοπιστία στην εξωτερική πολιτική, αποτελούν το ισχυρότερο όπλο αποτροπής. Όπως υπενθυμίζει το Ευαγγέλιο: «Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να είναι θεατής των εξελίξεων ή αν θα χαράξει στρατηγική, που υπηρετεί πρωτίστως τα δικά της εθνικά συμφέροντα, αντί να διχάζεται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές κατευθύνσεις.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας