Η κυβέρνηση εμφανίζει ταχύτατη καθίζηση μετά τον πρόσφατο ανασχηματισμό, κάτι που δεν οφείλεται μόνο στις αποτυχημένες επιλογές του πρωθυπουργού, όπως η τοποθέτηση του παραιτηθέντος Αρίστου Δοξιάδη και του «ανιστόρητου» Νίκου Τσάφου, αλλά και στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης και τις μαρτυρίες βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αντέδρασε στα αιτήματα και τις ανάγκες των πολιτών με ουσιαστικές αλλαγές. Αντίθετα, περιορίστηκε σε μια ενδοκυβερνητική αναδιάρθρωση, επικεντρωμένη στη διατήρηση των ισορροπιών, χωρίς να αναγνωρίσει την ανάγκη για ουσιαστική στροφή στην πολιτική του.
Η κατάσταση εντός της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας έχει ήδη δημιουργήσει έντονο αναβρασμό, με πολλούς βουλευτές να εκφράζουν ανοιχτά την απογοήτευσή τους για τις τελευταίες κυβερνητικές επιλογές. Αν και αρκετοί από αυτούς είχαν αντιταχθεί στο παρελθόν στην κυβερνητική πολιτική και είχαν εκφράσει δημόσια τη διαφωνία τους μέσω κοινοβουλευτικών ερωτήσεων, τελικά βρήκαν θέση στην κυβέρνηση. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την εκδήλωση αμφισβήτησης, καθώς είναι η πρώτη φορά που οι αποφάσεις του πρωθυπουργού τίθενται ευθέως υπό αμφισβήτηση από βουλευτές του κόμματος.
Οι αντιδράσεις, όπως εκείνες των Πλεύρη, Καστανιώτη και Καράογλου για τις τοποθετήσεις των Δοξιάδη και Τσάφου, ήταν μόνο η αρχή. Σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται σύντομα μια πιο οργανωμένη κοινοβουλευτική παρέμβαση από πλευράς βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, η οποία θα αφορά όχι μόνο αυτές τις επιλογές, αλλά και άλλες πλευρές της κυβερνητικής πολιτικής. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές και η ανάκαμψη της Ν.Δ. παραμένει αβέβαιη, η εσωκομματική αμφισβήτηση και η ένταση αναμένεται να ενταθούν περαιτέρω.
Η πτώση της κυβέρνησης αποτυπώνεται με χαρακτηριστική σαφήνεια στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, η οποία παρουσιάστηκε το βράδυ της Πέμπτης στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Mega. Η δημοσκόπηση προκάλεσε ανησυχία στο Μέγαρο Μαξίμου, καθώς κανείς δεν περίμενε τέτοια απότομη πτώση, ιδιαίτερα μετά τον ανασχηματισμό, ο οποίος φαίνεται να έχει αποτύχει πλήρως.
Το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας καταγράφει σημαντική υποχώρηση, φθάνοντας το 20%, ενώ ταυτόχρονα η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών αξιολογεί αρνητικά τόσο την κυβέρνηση όσο και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Αντίστοιχα, η αξιολόγηση του ανασχηματισμού είναι επίσης αρνητική. Συγκεκριμένα, στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί στο 20%, καταγράφοντας μείωση 2,3 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον Φεβρουάριο, ενώ στην εκτίμηση ψήφου καταγράφεται πτώση από το 28,8% στο 26,4%.
Η αρνητική αξιολόγηση της κυβέρνησης αγγίζει το 73% των ερωτηθέντων, καταδεικνύοντας τη σταδιακή φθορά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο. Το ποσοστό αρνητικής αξιολόγησης για την κυβέρνηση αυξήθηκε κατά 5 μονάδες σε σχέση με τον Φεβρουάριο, είναι 9% υψηλότερο από τον Ιανουάριο και 14% από τον Δεκέμβριο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με 73% αρνητική αξιολόγηση, έχει σημειώσει αύξηση 6% στους αρνητικούς ψήφους σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, 10% σε σχέση με τον Ιανουάριο και 16% σε σχέση με τον Δεκέμβριο. Αυτά τα ποσοστά είναι εξαιρετικά υψηλά για τον «καταλληλότερο» πρωθυπουργό. Επιπλέον, περισσότεροι από τους μισούς πολίτες επιθυμούν την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, καταδεικνύοντας την απογοήτευση που επικρατεί στην κοινωνία.
Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, το θέμα συζήτησης δεν περιορίζεται μόνο στη δημοσκοπική καθίζηση του κόμματος και στην αποτυχία του ανασχηματισμού, αλλά επεκτείνεται και στην αδυναμία του Κυριάκου Μητσοτάκη να ισορροπήσει την κατάσταση και να ελέγξει τις εξελίξεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ήδη από τώρα ξεκινάει η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στην ηγεσία του κόμματος. Ορισμένα κοινοβουλευτικά στελέχη με μεγάλη εμπειρία εκτιμούν ότι, αν δεν υπήρχε η αποτυχία με τους Δοξιάδη και Τσάφο, το κύριο θέμα συζήτησης θα ήταν το μήνυμα διαδοχής που προκύπτει από τον ανασχηματισμό.
Σύμφωνα με τους ίδιους, η προώθηση των Κωστή Χατζηδάκη στη θέση του αντιπροέδρου και Κυριάκου Πιερρακάκη στη θέση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας θα αποτελούσε το νέο ηγετικό δίδυμο της Ν.Δ. για την επόμενη περίοδο, τόσο έως τις εκλογές του 2027, όσο και μετά από αυτές, αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφασίσει να αποχωρήσει.
Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, οι ίδιοι παράγοντες επισημαίνουν ότι απέναντι σε αυτούς τους δύο, ως υποψήφιοι για την ηγεσία, βρίσκεται ο Νίκος Δένδιας, ο οποίος παραμένει ο πιο δημοφιλής υπουργός της Ν.Δ. τα τελευταία έξι χρόνια. Η αυξανόμενη επιρροή του Δένδια προκαλεί ανησυχία στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος φαίνεται να προσπαθεί να ανακόψει αυτή την δυναμική μέσω της ενίσχυσης των Χατζηδάκη και Πιερρακάκη.
Μάλιστα, κάποιοι ετοιμάζουν να μιλήσουν ανοικτά στις 4 Απριλίου όπου θα συνεδριάσει η Κ.Ο της ΝΔ με σκοπό να στείλουν μήνυμα στον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν πρόκειται να καθίσουν με σταυρωμένα χέρια. Πολλοί από αυτούς θα αναφερθούν και στην περίπτωση των Τεμπών, όπου τούς ασκείται μεγάλη πίεση από τους ψηφοφόρους τους στις περιφέρειές τους διότι δίνεται διάχυτα η εντύπωση ότι η ΝΔ πάει να αλλάξει την επικοινωνιακή ατζέντα χωρίς να δίνει απαντήσεις για την υπόθεση.
Ένα ακόμη ερωτηματικό που παραμένει είναι η στάση του Άδωνι Γεωργιάδη, του οποίου η σιωπή τα τελευταία δύο εβδομάδες προκαλεί περισσότερη αναστάτωση από τις συνήθεις δημόσιες δηλώσεις του. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει, οι σχέσεις του με το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι καλές αυτήν την περίοδο, κυρίως λόγω των δηλώσεών του κατά των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών πριν από το συλλαλητήριο της 28ης Φεβρουαρίου.
Τα τελευταία δημοσιεύματα αναφέρουν ότι είχαν γίνει εισηγήσεις προς τον πρωθυπουργό να εξετάσει το ενδεχόμενο να μετακινήσει τον Γεωργιάδη σε άλλο υπουργείο ή ακόμη και να τον αφήσει εκτός κυβέρνησης. Παρά τις εισηγήσεις αυτές, ο ίδιος ο Γεωργιάδης έχει διαμηνύσει ότι, αν ήταν να μετακινηθεί, προτιμά να παραμείνει εκτός κυβέρνησης, κάτι που καθιστά την παραμονή του στο υπουργείο Υγείας ως μια προσωπική νίκη για τον ίδιο.
Ο ανασχηματισμός είχε επιπτώσεις και στην ομάδα του Μαξίμου λόγω της έλευσης του Κωστή Χατζηδάκη, που πλέον έχει το γενικό πρόσταγμα. Πρώτη αλλαγή έγινε στον λεγόμενο «πρωινό καφέ», όπου πλέον θα παίρνουν μέρος μόνο οι Κ. Χατζηδάκης, Π. Μαρινάκης, Γ. Μυλωνάκης και Α. Σκέρτσος. Ιδιαίτερα ισχυρό είναι εδώ το δίδυμο Χατζηδάκη και Σκέρτσου, με τον Γ. Μυλωνάκη προς το παρόν σε δεύτερο ρόλο.
Επίσης, σημειώθηκε η πρώτη αποχώρηση, αυτή του επικοινωνιολόγου Ερικ Παρκς, με τον οποίο συνεργαζόταν σταθερά ο Κ. Μητσοτάκης τα τελευταία αρκετά χρόνια και είχε την ευθύνη της ψηφιακής επικοινωνίας του Μεγάρου Μαξίμου των τριών εκλογικών αναμετρήσεων – ή των «γαλάζιων» τρολ», όπως λένε οι κομματικοί αντίπαλοι. Πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας λένε πως του χρέωσαν την υποτίμηση της λαϊκής αντίδρασης για το θέμα των Τεμπών, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να υποπέσει στο ένα «φάουλ» μετά το άλλο στα social media. Ο κ. Παρκς είχε αποχωρήσει και στο παρελθόν, μετά τις εκλογές του 2019, αλλά επανήλθε ξανά πριν από δυόμισι χρόνια.
Στο μεταξύ, φιλικά προς το Μαξίμου μέσα ενημέρωσης τελευταία έχουν βάλει στο στόχαστρο τη γραμματέα της Ν.Δ. Μαρία Συρεγγέλα, ζητώντας, εμμέσως πλην σαφώς, την αντικατάστασή της.
Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που θα τεθούν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας είναι η δυσκολία εύρεσης στέγης, με τα ενοίκια να είναι εξαιρετικά υψηλά. Υπό αυτή την πίεση, οι βουλευτές θα ζητήσουν να υπάρξει οριζόντια παρέμβαση από την κυβέρνηση ώστε να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα, το οποίο πλήττει ιδιαίτερα τους νέους και τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα. Εκτός από το θέμα της στέγης, άλλες σημαντικές προκλήσεις που θα θίξουν οι βουλευτές είναι η ακρίβεια, η καθημερινότητα των πολιτών και το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, το οποίο πλέον αγγίζει κάθε πόλη και νομό της χώρας, προκαλώντας έντονη ανησυχία.
Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη προσδοκία και πίεση προς την κυβέρνηση από τους βουλευτές, αναφορικά με την ενδεχόμενη χορήγηση 13ου και 14ου μισθού ή 13ης σύνταξης. Αυτή η προσδοκία έχει προκαλέσει έντονες πιέσεις, καθώς οι βουλευτές αναμένουν κάποια απτή στήριξη στους πολίτες, με δεδομένες τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Η απογοήτευση θα είναι μεγάλη, αν το καλάθι της ΔΕΘ τον ερχόμενο Σεπτέμβρη δεν αποδειχθεί επαρκές και δεν ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Οι πολίτες έχουν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του χαμηλού βιοτικού επιπέδου και της μειωμένης αγοραστικής δύναμης, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για ουσιαστικά μέτρα.
Στο πλαίσιο αυτής της ανασφάλειας, η κυβέρνηση προσπαθεί να αλλάξει την ατζέντα και να δώσει ένα νέο στίγμα κυβερνητικής δράσης, προβάλλοντας για παράδειγμα τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται για πρώτη φορά σε τόσο χαμηλά επίπεδα αποδοχής στην κοινωνία, με τα ποσοστά της να κυμαίνονται μεταξύ 20% και 23%. Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς δεν αποτελεί πλέον παρηγοριά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί ή η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφει άνοδο. Οι πολίτες δείχνουν απογοητευμένοι και η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση να ανακτήσει την εμπιστοσύνη τους σε ένα δύσκολο πολιτικό και οικονομικό τοπίο.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα