Σενάρια πολέμου στην Ταϊβάν: Η Κίνα κινδυνεύει με στρατιωτική και πολιτική κατάρρευση
Το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς θα υφίστατο «τεράστιες» απώλειες σε μια αποτυχημένη σύγκρουση για την Ταϊβάν, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου περίπου 100.000 στελεχών, προειδοποίησε δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιανουαρίου.
Η έκθεση του German Marshall Fund, με τίτλο «Αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν» («If China Attacks Taiwan»), εξετάζει τις συνέπειες για την Κίνα σε δύο σενάρια — μια «μικρή σύγκρουση» και έναν «μεγάλο πόλεμο» — που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν κάποια στιγμή μεταξύ 2026 και 2030.
Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκηρύξει τη χρήση βίας για την κατάληψη της. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιθανολογούν ότι η Κίνα θα μπορούσε να επιτεθεί στην Ταϊβάν έως το 2027.
Σύμφωνα με το σενάριο του μεγάλου πολέμου, η Κίνα θα εισέβαλλε στην Ταϊβάν με αμφίβιες δυνάμεις, συνοδευόμενες από αρχικά πυραυλικά πλήγματα κατά του στρατού της Ταϊβάν και των αμερικανικών δυνάμεων στην Ιαπωνία και στο Γκουάμ. Οι κινεζικές δυνάμεις εισβολής θα αποβιβάζονταν στην Ταϊβάν, αλλά θα δυσκολεύονταν να διατηρήσουν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, καθώς οι ταϊβανέζικες και οι αμερικανικές δυνάμεις θα πραγματοποιούσαν συνεχή πλήγματα σε κινεζικά πλοία και αεροσκάφη που θα επιχειρούσαν να μεταφέρουν προμήθειες και ενισχύσεις μέσω του Στενού της Ταϊβάν.
Ύστερα από «αρκετούς μήνες σφοδρών μαχών», ο κινεζικός στρατός θα υποχωρούσε από την Ταϊβάν, αλλά θα διατηρούσε τον έλεγχο των ταϊβανέζικων νησιών Κίνμεν και Μάτσου, τα οποία βρίσκονται ανοικτά της ακτής, ανέφεραν οι συντάκτες.
Εκτιμάται ότι η Κίνα θα είχε 100.000 απώλειες κατά τη διάρκεια της εισβολής. Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, η Ταϊβάν θα είχε ~50.000 στρατιωτικές απώλειες και ισάριθμους θανάτους αμάχων, οι Ηνωμένες Πολιτείες 5.000 στρατιωτικές απώλειες και 1.000 απώλειες αμάχων, ενώ η Ιαπωνία θα έχανε 1.000 στρατιωτικούς και 500 αμάχους.
Ο μηχανισμός προπαγάνδας του Πεκίνου θα προσπαθούσε να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ενός τέτοιου πολέμου ως «νίκη», πιθανότατα πλαισιώνοντάς το ως «μάθημα προς την Ταϊβάν», δεδομένης της δυνατότητας των κινεζικών δυνάμεων να καταλάβουν τα δύο ταϊβανέζικα νησιά, ανέφερε η έκθεση. Ωστόσο, ο μέγεθος της στρατιωτικής απώλειας θα ήταν «πολύ μεγάλο για να αποκρυφθεί» από το κοινό και θα έπληττε τη σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΛΑΣ).
Οι συντάκτες σημείωσαν ότι το στρατιωτικό προσωπικό δεν θα πειθόταν πως το αποτέλεσμα ήταν κάτι άλλο πέρα από εθνική ταπείνωση, προσθέτοντας ότι οι αρχές του ΚΚΚ θα επιχειρούσαν να μεταθέσουν την ευθύνη προχωρώντας σε «εκκαθαρίσεις» διοικητών του ΛΑΣ που θα κρίνονταν «ανίκανοι» ή «μη πιστοί». Σύμφωνα με την έκθεση, το σενάριο καταλήγει με τη μετατόπιση της υποστήριξης του Στρατού προς έναν αντίπαλο πολιτικό ηγέτη ή ακόμη και με ένα πραξικόπημα με στόχο την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας.
Οι οικονομικές συνέπειες θα ήταν «τεράστιες» και «καταστροφικές», αναφέρουν οι συντάκτες, καθώς ο μεγάλος πόλεμος θα οδηγούσε σε «σχεδόν πλήρες εμπάργκο» στο εμπόριο με την Κίνα.
Η έκθεση υποστηρίζει ότι η απειλή για την παγκόσμια ζήτηση των κινεζικών εξαγωγών είναι πλέον πολύ πιο κρίσιμη για τη θεμελιώδη υγεία της οικονομίας της χώρας σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια, επειδή η εγχώρια ζήτηση έχει αποδυναμωθεί τόσο απότομα. Ως αιτία ανέφερε τα προβλήματα της κινεζικής αγοράς ακινήτων και το επακόλουθο τέλος της «άνευ προηγουμένου πιστωτικής και επενδυτικής φούσκας».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επέβαλλαν κυρώσεις στην Κίνα, πιθανότατα στοχεύοντας την κινεζική κεντρική τράπεζα, και οι κινήσεις αυτές θα οδηγούσαν σε «αποδυνάμωση του κινεζικού γουάν έναντι του αμερικανικού δολαρίου». Αυτή η υποτίμηση θα έπληττε την ικανότητα του Πεκίνου να εισάγει ενέργεια και άλλες πρώτες ύλες.
Η έκθεση υποστηρίζει ακόμη ότι το Χονγκ Κονγκ πιθανότατα θα έπαυε να είναι παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο μόλις επιβάλλονταν κυρώσεις και εμπάργκο στο κινεζικό εμπόριο, καθώς το Πεκίνο θα είχε κίνητρο να αποτρέψει τη φυγή κεφαλαίων μέσω της πόλης.
Όσον αφορά το διεθνές κύρος, οι συντάκτες ανέφεραν ότι το σενάριο του μεγάλου πολέμου θα μπορούσε να θέσει τις κινεζικές Αρχές σε «αμυντική» διπλωματική θέση, ενώ θα αποδεικνυόταν λανθασμένο το μακροχρόνιο αφήγημα του ΚΚΚ περί «αναπόφευκτης ανόδου».
Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα ανακαλούσαν πιθανότατα τους πρεσβευτές τους, θα απέλαυναν προσωπικό των κινεζικών πρεσβειών και θα αποχωρούσαν από συνέδρια και άλλους διαλόγους στην Κίνα και με Κινέζους συνομιλητές. Περαιτέρω, ορισμένες χώρες ίσως αποσύρονταν από έργα της Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» ή θα υποβάθμιζαν τη συνεργασία τους με τους BRICS.
Οι BRICS — ακρωνύμιο για τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική — είναι ένα οικονομικό μπλοκ που περιλαμβάνει έντεκα (11) χώρες και αντιμετωπίζεται από το ΚΚΚ ως αντίβαρο σε μια διεθνή τάξη υπό δυτική ηγεσία.
Η Κίνα θα μπορούσε να εμπλακεί σε σύγκρουση με την Ταϊβάν λόγω λανθασμένων υπολογισμών. Η έκθεση αναφέρει ότι Κινέζοι αξιωματούχοι ενδέχεται να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητες του ΛΑΣ πριν από την έναρξη μιας σύγκρουσης.
Σύμφωνα με την έκθεση, δεδομένης της έκτασης και του μεγέθους των πρόσφατων εκκαθαρίσεων στον στρατό, που αποδίδονται στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, θα ήταν κατανοητό αν οι δυνατότητες του ΛΑΣ έχουν υπονομευθεί. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ανώτατοι αξιωματικοί μπορεί να μην είναι πρόθυμοι να απογοητεύσουν την πολιτική ηγεσία, επιτρέποντάς της να προχωρήσει με τη λανθασμένη προσδοκία ότι η νίκη σε μια σύγκρουση είναι σχεδόν βέβαιη.
Τον Οκτώβριο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας καθαίρεσε εννέα ανώτατους στρατιωτικούς αξιωματούχους για φερόμενη διαφθορά και κατάχρηση εξουσίας. Μεταξύ τους ήταν και ο Χε Γουεϊντόνγκ, ο οποίος υπήρξε κάποτε ο δεύτερος υψηλότερα ιστάμενος ένστολος αξιωματικός της Κίνας, ως αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα