Σιγκέλλωση: Ραγδαία αύξηση κρουσμάτων και αντοχή στα αντιβιοτικά

Η σεξουαλικά μεταδιδόμενη σιγκέλλωση, μια σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη του εντέρου, εξελίσσεται σε ολοένα πιο πιεστική απειλή για τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η νόσος εξαπλώνεται με αυξανόμενο ρυθμό στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ τα στελέχη που εντοπίζονται εμφανίζουν ολοένα μεγαλύτερη αντοχή στα αντιβιοτικά, καθιστώντας τη θεραπεία δυσκολότερη.

Η σιγκέλλωση προκαλείται από τα βακτήρια Shigella, μια ομάδα μικροοργανισμών που μπορούν να προκαλέσουν έντονη διάρροια και σοβαρή γαστρεντερική νόσο. Παραδοσιακά, η μετάδοση συνδεόταν με την κατανάλωση τροφίμων που είχαν παρασκευαστεί από μολυσμένο άτομο ή με την επαφή με επιφάνειες μολυσμένες από κόπρανα.

Τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι αυξάνεται σταθερά η μετάδοση μέσω της σεξουαλικής επαφής. Η συγκεκριμένη μορφή της λοίμωξης καταγράφεται κυρίως σε άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες, καθώς το βακτήριο μπορεί να μεταδοθεί κατά τη διάρκεια πρωκτικής επαφής μέσω επαφής με κοπρανώδες υλικό.

Η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει έντονες κρίσεις διάρροιας, συχνά με αίμα στα κόπρανα, ισχυρές κοιλιακές κράμπες, πυρετό και εμετούς. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η σιγκέλλωση εκτιμάται ότι ευθύνεται για περισσότερους από 200.000 θανάτους κάθε χρόνο, κυρίως λόγω σοβαρής αφυδάτωσης, επιπλοκών στο έντερο ή στο στομάχι και υποσιτισμού.

Ραγδαία αύξηση και ανθεκτικά στελέχη στο Ηνωμένο Βασίλειο

Η νέα μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Infectious Diseases, καταλήγει ότι η σεξουαλικά μεταδιδόμενη μορφή της σιγκέλλωσης εξαπλώνεται ταχύτερα από άλλες μορφές της νόσου και παρουσιάζει αυξημένη ανθεκτικότητα στα διαθέσιμα φάρμακα.

Στοιχεία της Βρετανικής Υπηρεσίας Ασφάλειας Υγείας, της UKHSA, δείχνουν ότι οι διαγνώσεις ύποπτων περιστατικών σεξουαλικά μεταδιδόμενης σιγκέλλωσης αυξήθηκαν από 2.052 σε 2.560 μέσα στο 2025. Η άνοδος αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 24,8%, ενώ περισσότερα από τα μισά περιστατικά εντοπίστηκαν στο Λονδίνο.

Για τις ανάγκες της μελέτης εξετάστηκαν 3.514 δείγματα του βακτηρίου Shigella sonnei, ενός από τα βασικά στελέχη που προκαλούν τη νόσο. Τα δείγματα είχαν συλλεχθεί σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο από το 2004 έως τις αρχές του 2020.

Περίπου το ένα τρίτο των περιστατικών ταξινομήθηκαν ως πιθανές σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις μεταξύ ανδρών που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες. Ένα ακόμη τρίτο αφορούσε λοιμώξεις που αποκτήθηκαν εντός του Ηνωμένου Βασιλείου μέσω άλλων οδών μετάδοσης, ενώ τα υπόλοιπα συνδέθηκαν με πρόσφατα ταξίδια σε περιοχές της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, όπου η νόσος εμφανίζεται συχνότερα.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα στελέχη εξαπλώνονται πολύ ταχύτερα και σε μεγαλύτερες αποστάσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες μορφές της σιγκέλλωσης. Έπειτα από περίπου δυόμισι χρόνια, τα συγκεκριμένα περιστατικά απείχαν μεταξύ τους κατά μέσο όρο 117 χιλιόμετρα, ενώ στις λοιμώξεις που αποκτήθηκαν με άλλους τρόπους η αντίστοιχη απόσταση ήταν μόλις 46 χιλιόμετρα.

Το Λονδίνο και το Μάντσεστερ κατέγραψαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σεξουαλικά μεταδιδόμενων λοιμώξεων σε σχέση με άλλες περιοχές της Αγγλίας. Σχεδόν τα μισά περιστατικά στις δύο αυτές πόλεις θεωρήθηκαν πιθανό ότι μεταδόθηκαν μέσω σεξουαλικής επαφής, ενώ στις λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές το αντίστοιχο ποσοστό ήταν λίγο πάνω από το ένα τέταρτο.

Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δείχνουν μια σαφή μεταβολή στην επιδημιολογική εικόνα της νόσου. Η σεξουαλική μετάδοση της σιγκέλλωσης δεν αποτελεί πλέον περιφερειακό ή μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά ξεχωριστή απειλή για τη δημόσια υγεία, η οποία απαιτεί στοχευμένη παρακολούθηση και ειδικές παρεμβάσεις.

Η αντοχή στα αντιβιοτικά δυσκολεύει τη θεραπεία

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αυξανόμενη αντοχή των στελεχών στα αντιβιοτικά. Η επικεφαλής της έρευνας, καθηγήτρια Μπέικερ από το Τμήμα Γενετικής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, προειδοποίησε ότι τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα στελέχη γίνονται ολοένα δυσκολότερα στη διαχείριση, καθώς ανταποκρίνονται λιγότερο στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της λοίμωξης.

Οι περισσότερες ήπιες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με ξεκούραση και επαρκή ενυδάτωση. Οι σοβαρές λοιμώξεις, όμως, ιδίως όταν διαρκούν περισσότερο από μία εβδομάδα, απαιτούν συχνά αντιβιοτική αγωγή. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο πρόβλημα, καθώς τα ανθεκτικά στελέχη περιορίζουν τις θεραπευτικές επιλογές.

Η μελέτη έδειξε ότι τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα περιστατικά παρουσίαζαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή σε βασικά αντιβιοτικά, όπως η σιπροφλοξασίνη, η αζιθρομυκίνη και η κεφτριαξόνη. Πρόκειται για φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνά στην αντιμετώπιση σοβαρών βακτηριακών λοιμώξεων.

Περίπου επτά στους δέκα ασθενείς με σεξουαλικά μεταδιδόμενη σιγκέλλωση εμφάνιζαν αντοχή τουλάχιστον σε ένα από αυτά τα φάρμακα. Το αντίστοιχο ποσοστό στις λοιμώξεις που αποκτήθηκαν με άλλους τρόπους ήταν περίπου τέσσερις στους δέκα, ενώ στα περιστατικά που συνδέονταν με ταξίδια έφτανε περίπου στο μισό.

Η καθηγήτρια Μπέικερ ανέφερε ότι η κατάσταση έχει φτάσει σε σημείο όπου η νόσος γίνεται σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπιστεί με φαρμακευτική αγωγή σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως εξήγησε, δεν πρόκειται για μια απλή τροφική δηλητηρίαση, αλλά για σοβαρή λοίμωξη του γαστρεντερικού συστήματος, με έντονους πόνους, αιμορραγία στα κόπρανα και κίνδυνο επιπλοκών.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από επιδημιολογικές εξάρσεις, έως και το ένα τρίτο των ασθενών μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία διάρκειας τεσσάρων έως πέντε ημερών. Οι ασθενείς είναι δυνατόν να παραμείνουν βαριά άρρωστοι για μία εβδομάδα ή και περισσότερο, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης και σωστής ιατρικής παρακολούθησης.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα κλασικά μέτρα πρόληψης της σιγκέλλωσης, όπως το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών και η ασφαλής υγιεινή τροφίμων, παραμένουν αναγκαία, αλλά δεν επαρκούν για τη σεξουαλικά μεταδιδόμενη μορφή της νόσου. Για τον λόγο αυτό ζητούν νέες παρεμβάσεις ενημέρωσης και πρόληψης, προσαρμοσμένες στον τρόπο μετάδοσης.

Η καθηγήτρια Μπέικερ τόνισε ότι τα συμπτώματα της σιγκέλλωσης μπορεί εύκολα να εκληφθούν ως τροφική δηλητηρίαση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί ασθενείς να μην αντιλαμβάνονται ότι η λοίμωξη μπορεί να έχει μεταδοθεί μέσω σεξουαλικής επαφής και να συνεχίζουν δραστηριότητες που αυξάνουν τον κίνδυνο μετάδοσης.

Οι ειδικοί συνιστούν στα άτομα που εμφανίζουν γαστρεντερικά συμπτώματα να αποφεύγουν τη σεξουαλική δραστηριότητα, ακόμη και μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, μέχρι να είναι βέβαιο ότι η λοίμωξη έχει περάσει πλήρως. Η σύσταση αυτή θεωρείται κρίσιμη για τον περιορισμό της μετάδοσης σε σεξουαλικά δίκτυα.

Ο επιδημιολόγος της UKHSA, δρ Χάμις Μοχάμεντ, σημείωσε ότι η σεξουαλικά μεταδιδόμενη σιγκέλλωση επηρεάζει κυρίως ομοφυλόφιλους και αμφιφυλόφιλους άνδρες, ενώ η απότομη αύξηση των περιστατικών το 2025, πολλά από τα οποία οφείλονται σε εκτεταμένα ανθεκτικά στελέχη, αποτελεί ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με καλή υγιεινή κατά τη διάρκεια και μετά τη σεξουαλική επαφή. Παράλληλα, άτομα που εμφανίζουν πυρετό, έντονες κράμπες στην κοιλιά και σοβαρή διάρροια δεν πρέπει να αγνοούν τα συμπτώματα, αλλά να αναζητούν έλεγχο και ιατρική καθοδήγηση.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ακόμη ότι όσοι διαγνωστούν με σιγκέλλωση μπορεί να έχουν εκτεθεί και σε άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, μεταξύ των οποίων και ο HIV. Για αυτό συνιστάται πλήρης έλεγχος σε υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας ή μέσω εγκεκριμένων διαδικασιών εξέτασης.

Η νέα επιστημονική εικόνα δείχνει ότι η σιγκέλλωση δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως λοίμωξη που συνδέεται με τρόφιμα ή κακή υγιεινή. Η αυξανόμενη σεξουαλική μετάδοση, η ταχύτητα εξάπλωσης και η αντοχή στα αντιβιοτικά δημιουργούν ένα πιο σύνθετο πρόβλημα δημόσιας υγείας, που απαιτεί έγκαιρη διάγνωση, στοχευμένη ενημέρωση και αυστηρή επιδημιολογική επιτήρηση.