Συλλογικές συμβάσεις χωρίς αυξήσεις και χαμηλό κόστος εργασίας κρατούν την Ελλάδα πίσω
Κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να βρίσκεται η Ελλάδα ως προς το ωριαίο κόστος εργασίας, με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία να αποτυπώνουν μια εξαιρετικά περιορισμένη άνοδο σε βάθος δεκαεπτά ετών, τη χαμηλότερη σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την ελληνική αγορά εργασίας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, τόσο σε ό,τι αφορά τις ωρομίσθιες αμοιβές όσο και σε ό,τι αφορά το μη μισθολογικό κόστος. Παρά τη σταδιακή ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η χώρα παραμένει σε σαφώς χαμηλότερη βάση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η Ελλάδα μένει πίσω στην αύξηση του κόστους εργασίας
Το 2008 το ωριαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα ανερχόταν στα 16,8 ευρώ. Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης ακολούθησε έντονη υποχώρηση, με το σχετικό μέγεθος να περιορίζεται στα 13,8 ευρώ το 2020. Στα χρόνια που ακολούθησαν σημειώθηκε σταδιακή βελτίωση, με το ωριαίο κόστος να διαμορφώνεται στα 18,2 ευρώ το 2025.
Παρά την αριθμητική αυτή ανάκαμψη, η συνολική αύξηση σε ορίζοντα δεκαεπταετίας φτάνει μόλις το 8,3%, επίδοση που αποτελεί τη χαμηλότερη στην Ευρώπη. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει όχι μόνο τη σφοδρότητα της προηγούμενης συρρίκνωσης, αλλά και τη χαμηλή ταχύτητα επαναφοράς των αμοιβών σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης.
Την ίδια περίοδο, το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στα 34,9 ευρώ, έναντι 21,6 ευρώ το 2008, καταγράφοντας αύξηση που ξεπερνά το 60%. Στην Ευρωζώνη, το αντίστοιχο επίπεδο διαμορφώθηκε στα 38,6 ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Χαμηλότερο και το μη μισθολογικό κόστος
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή στις εργοδοτικές εισφορές και στις λοιπές επιβαρύνσεις που συνοδεύουν την απασχόληση. Στην Ελλάδα, για το 2025, το σχετικό ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 20%, επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που φτάνει το 24,8%, και της Ευρωζώνης, όπου ανέρχεται στο 25,7%.
Η εικόνα αυτή συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών που εφαρμόστηκε τα προηγούμενα χρόνια. Η συγκεκριμένη παρέμβαση συνέβαλε στη συγκράτηση του συνολικού κόστους απασχόλησης για τις επιχειρήσεις, χωρίς ωστόσο να οδηγεί αυτόματα σε αντίστοιχη ουσιαστική ενίσχυση των μισθολογικών αποδοχών.
Συλλογικές συμβάσεις με περιορισμένες αυξήσεις
Η αδύναμη δυναμική των αμοιβών αποτυπώνεται και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Κατά τη διάρκεια του δωδεκαμήνου από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2025 υπογράφηκαν 208 νέες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, που κάλυψαν συνολικά 130.669 μισθωτούς.
Από αυτές, μόνο οι 80 περιλάμβαναν αυξήσεις μισθών. Οι υπόλοιπες δεν προέβλεπαν καμία νέα μισθολογική ρύθμιση, γεγονός που δείχνει ότι η συγκράτηση του εργασιακού κόστους δεν αποτελεί μόνο μακροοικονομική τάση, αλλά και πρακτική που αποτυπώνεται άμεσα στις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων.
Ανάκαμψη χωρίς ουσιαστική σύγκλιση
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι, παρότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει αφήσει πίσω της τα χαμηλά της κρίσης, η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη παραμένει μεγάλη. Η αύξηση του ωριαίου κόστους εργασίας είναι υπαρκτή, όμως δεν αρκεί για να καλύψει τη βαθιά υστέρηση που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να συνεχίζει να εμφανίζει χαμηλότερες αμοιβές και χαμηλότερο συνολικό κόστος εργασίας σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την ποιότητα της απασχόλησης, τη διατηρήσιμη αύξηση των μισθών και την ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Πιο Δημοφιλή
Ένας κόσμος έντασης που νομίζει ότι ελέγχει τον εαυτό του
Ψηφιακό ευρώ: Ποιος θα ωφεληθεί από κάτι που δεν χρειάζεται
Πώς να κερδίζεις δισεκατομμύρια δολάρια από άχρηστα «σκουπίδια»
Πιο Πρόσφατα
Βαριά κακουργήματα εναντίον της Δημοκρατίας