23 Ιουλίου 2026

Συνταγματική αναθεώρηση χωρίς συναίνεση

Με βαθύ έλλειμμα πολιτικής συνεννόησης και χωρίς ουσιαστικές προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις αρχίζει σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Η κορυφαία αυτή θεσμική διαδικασία εκκινεί μέσα σε κλίμα μετωπικής σύγκρουσης, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατηγορούν την κυβέρνηση ότι επιβάλλει ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα και επιχειρεί να ολοκληρώσει με διαδικασίες εξπρές μια συζήτηση που απαιτεί χρόνο, διαφάνεια και πραγματικό πολιτικό διάλογο.

Η κυβερνητική πλειοψηφία εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει μόνη της, παρά το γεγονός ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος οφείλει, από τη φύση της, να υπερβαίνει την αριθμητική ισχύ ενός κόμματος και να στηρίζεται σε σταθερές θεσμικές συγκλίσεις.

Σύσσωμη η αντιπολίτευση αναμένεται να καταψηφίσει τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας. Το ΠΑΣΟΚ απορρίπτει συνολικά την κυβερνητική μεθοδολογία, δηλώνοντας ωστόσο «παρών» σε άρθρα για τα οποία έχει καταθέσει διαφορετική πρόταση.

Η στάση αυτή αποτυπώνει το πολιτικό αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την άρνηση των κομμάτων ως μικροκομματική τακτική, ενώ η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι η πλειοψηφία χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως εργαλείο προεκλογικού σχεδιασμού και κομματικής συσπείρωσης.

Την Παρασκευή αναμένεται η κοινοβουλευτική σύγκρουση των πολιτικών αρχηγών. Στο βήμα θα ανέβει ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, καθώς και η Ρένα Δούρου στην πρώτη της εμφάνιση στη Βουλή με την ιδιότητα της προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πρώτη ονομαστική ψηφοφορία έχει προγραμματιστεί για τη Δευτέρα. Η δεύτερη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, πρέπει να πραγματοποιηθεί τουλάχιστον έναν μήνα αργότερα και αναμένεται να διεξαχθεί μετά τη θερινή διακοπή των κοινοβουλευτικών εργασιών, στα τέλη Αυγούστου.

Η κρίσιμη αριθμητική των ψηφοφοριών

Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης περιλαμβάνει συνολικά τρεις ψηφοφορίες και εκτείνεται σε δύο διαδοχικές κοινοβουλευτικές περιόδους. Η σημερινή Βουλή λειτουργεί ως προτείνουσα, ενώ εκείνη που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές θα είναι η αναθεωρητική.

Τα άρθρα που θα συγκεντρώσουν τουλάχιστον 151 θετικές ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες της παρούσας Βουλής θα χρειαστούν πλειοψηφία 180 βουλευτών στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, προκειμένου να αναθεωρηθούν.

Αντίστροφα, όσα άρθρα εξασφαλίσουν αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων στην προτείνουσα Βουλή θα μπορούν να εγκριθούν από την επόμενη με τουλάχιστον 151 ψήφους.

Με τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς, το ενδεχόμενο να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι θεωρείται πρακτικά ανύπαρκτο. Η απουσία στοιχειώδους συναίνεσης μεταφέρει το βάρος των τελικών αποφάσεων στην επόμενη Βουλή και καθιστά την έκβαση της αναθεώρησης άμεσα εξαρτημένη από το αποτέλεσμα των εκλογών.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να περάσει στην επόμενη φάση όσο το δυνατόν περισσότερα άρθρα με την απλή πλειοψηφία των 151 ψήφων, υπολογίζοντας ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση μπορεί να διαμορφώσει ευνοϊκότερους συσχετισμούς.

Η αντιπολίτευση βλέπει πίσω από αυτή την επιλογή έναν σχεδιασμό που περιορίζει τον ρόλο της σημερινής Βουλής στην τυπική έγκριση προτάσεων και μετατρέπει την αναθεώρηση σε στοιχείο της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Η θεσμική συζήτηση επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η διαδικασία πραγματοποιείται σε περίοδο έντονης προεκλογικής κινητικότητας. Τα κόμματα προσέρχονται στη Βουλή έχοντας ήδη στραμμένο το βλέμμα στις κάλπες, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες ουσιαστικής συμφωνίας.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις των τριών μεγαλύτερων κομμάτων αποτυπώνονται στις τοποθετήσεις των εισηγητών τους. Η Νέα Δημοκρατία κατηγορεί την αντιπολίτευση για πολιτική άρνηση και φόβο ανάληψης ευθύνης. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει στο δικό του ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει fast track μεθόδευση και εργαλειοποίηση του Συντάγματος.

Η ΝΔ επιτίθεται στην αντιπολίτευση για την αποτυχία της συναίνεσης

Ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Ευριπίδης Στυλιανίδης, υποστηρίζει ότι η προτείνουσα Βουλή προσέφερε στο πολιτικό σύστημα μια μοναδική ευκαιρία ώριμης συνεννόησης για το κοινό μέλλον της χώρας.

Κατά τον ίδιο, η αντιπολίτευση αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση και επέλεξε μια μικροκομματική λογική άρνησης, στηριζόμενη στην καχυποψία, στην προεκλογική φοβικότητα και στην πολιτική άρνηση.

Ο κ. Στυλιανίδης κατηγορεί τα κόμματα ότι απέφυγαν να στηρίξουν ακόμη και δικές τους προτάσεις, όταν η κυβερνητική πλειοψηφία δήλωσε πρόθυμη να τις υπερψηφίσει. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει το άρθρο 16 και την πρόβλεψη για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία παρουσιάζει την άρνηση των άλλων κομμάτων ως απόδειξη ότι αδυνατούν να συμφωνήσουν με έναν πολιτικό αντίπαλο ακόμη και όταν, κατά τη Νέα Δημοκρατία, διακυβεύεται το εθνικό και κοινωνικό συμφέρον.

Ο εισηγητής της πλειοψηφίας υποστηρίζει ότι η σημερινή πολιτική αντίληψη επιβραβεύει την καταγγελία και τη σύγκρουση, υποβαθμίζοντας την ικανότητα συνεννόησης. Τη χαρακτηρίζει παλιά, ξεπερασμένη και επιζήμια για τις μεγάλες θεσμικές αλλαγές.

Η Νέα Δημοκρατία δηλώνει ότι δεν θα ακολουθήσει, όπως αναφέρει, την άρνηση και την ιδεοληψία των «δήθεν προοδευτικών δυνάμεων», τις οποίες χαρακτηρίζει δυνάμεις αδράνειας.

Παράλληλα, εμφανίζεται να επενδύει πολιτικά στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή, εκτιμώντας ότι οι πολίτες θα επιβραβεύσουν στις εκλογές τη δική της θεσμική πρόταση και θα αποδοκιμάσουν τον «συνταγματικό λαϊκισμό» της αντιπολίτευσης.

Η κυβερνητική πλευρά παρουσιάζει τη διαδικασία ως ευκαιρία για τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτειακού χάρτη, αξιοποιώντας, όπως υποστηρίζει, την εμπειρία των διαδοχικών κρίσεων που αντιμετώπισε η χώρα.

Πίσω από τη ρητορική περί εθνικής ευθύνης παραμένει, ωστόσο, το βασικό πρόβλημα: η πλειοψηφία δεν κατάφερε να διαμορφώσει ούτε το ελάχιστο κοινό έδαφος πριν οδηγήσει τη συζήτηση στην Ολομέλεια.

Η καταγγελία της αντιπολίτευσης για απουσία διαλόγου δεν απαντάται με χαρακτηρισμούς περί φοβικότητας και ιδεοληψίας. Μια συνταγματική αναθεώρηση δεν αποκτά θεσμικό βάθος επειδή διαθέτει τις ψήφους της κυβερνητικής παράταξης. Απαιτεί χρόνο, επεξεργασία και ειλικρινή αναζήτηση συγκλίσεων.

Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ο εισηγητής Παναγιώτης Δουδωνής υπογραμμίζει ότι το κόμμα προσήλθε στη διαδικασία με ολοκληρωμένο σχέδιο προτάσεων, το οποίο κατατέθηκε στα πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος.

Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ απευθύνονται τόσο στους βουλευτές όσο και στους πολίτες ενόψει της επόμενης αναθεωρητικής Βουλής. Η Χαριλάου Τρικούπη θεωρεί ότι στο τελικό στάδιο πρέπει να επιδιωχθούν οι μεγαλύτερες δυνατές υπερπλειοψηφίες, όχι μόνο στην ψήφιση των άρθρων, αλλά κυρίως στο περιεχόμενο των νέων συνταγματικών διατάξεων.

Η θέση αυτή απορρίπτει την κυβερνητική λογική ότι αρκεί να ανοίξει η δυνατότητα αναθεώρησης ενός άρθρου και το ακριβές περιεχόμενό του να καθοριστεί αργότερα από την επόμενη πλειοψηφία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ακόμη πιο επιθετικός απέναντι στη διαδικασία. Ο εισηγητής του κόμματος, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επικαλείται τον σεβασμό στο Σύνταγμα και στους θεσμούς, ενώ επέλεξε να αρχίσει την αναθεώρηση σε ουσιαστικά προεκλογική χρονιά.

Κατά τον ίδιο, η χρονική επιλογή υπονόμευσε εξαρχής κάθε δυνατότητα συναίνεσης, καθώς τα κόμματα εισήλθαν στη συζήτηση μέσα σε κλίμα εκλογικής πόλωσης και πολιτικής καχυποψίας.

Ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος καταγγέλλει και τον τρόπο λειτουργίας της Επιτροπής. Όπως αναφέρει, ενώ η Ολομέλεια είχε προσδιορίσει δίμηνη προθεσμία για την ολοκλήρωση των εργασιών, έως τις 10 Αυγούστου, η κυβερνητική πλειοψηφία αποφάσισε να κλείσει τις συνεδριάσεις στις 15 Ιουλίου.

Η συντόμευση του χρονοδιαγράμματος παρουσιάζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση επιδίωξε μια fast track διαδικασία, περιορίζοντας τον χρόνο ουσιαστικής επεξεργασίας των προτάσεων και της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Ο εισηγητής του κόμματος κάνει λόγο για επικοινωνιακή διαχείριση και εργαλειοποίηση της αναθεώρησης, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση εντάσσει ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα στις προεκλογικές της σκοπιμότητες.

Κατά την εκτίμησή του, η πλειοψηφία επιδιώκει να ολοκληρώσει γρήγορα το στάδιο της προτείνουσας Βουλής, ώστε να ανοίξει πολιτικά και θεσμικά ο δρόμος για την προκήρυξη εκλογών.

Η συζήτηση αρχίζει, επομένως, χωρίς κοινή αφετηρία και χωρίς στοιχειώδη συμφωνία για τον τρόπο διεξαγωγής της. Η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι αρνείται κάθε αλλαγή, ενώ τα κόμματα της μειοψηφίας θεωρούν ότι το Μέγαρο Μαξίμου χρησιμοποιεί το Σύνταγμα ως προεκλογικό εργαλείο.

Το αποτέλεσμα είναι μια συνταγματική αναθεώρηση που ξεκινά με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Αντί να λειτουργήσει ως πεδίο θεσμικής συνεννόησης, μετατρέπεται σε ακόμη ένα μέτωπο κομματικής αντιπαράθεσης.

Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι ιδιαίτερα βαριά. Ως δύναμη που διαθέτει την κοινοβουλευτική πρωτοβουλία, όφειλε να εξασφαλίσει χρόνο, ανοιχτό διάλογο και συνθήκες εμπιστοσύνης. Η επιλογή των περιορισμένων προθεσμιών και της σύγκρουσης ενισχύει την εικόνα μιας διαδικασίας που οργανώθηκε περισσότερο για τις ανάγκες του κυβερνητικού σχεδιασμού και λιγότερο για μια ώριμη θεσμική μεταρρύθμιση.