Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΓΑΘΟΝΙΚΗ

ΚΑΡΠΟΣ

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ

ΧΡΥΣΗ

13 Οκτωβρίου 2026

Συνταγματική θωράκιση της τεχνητής νοημοσύνης ζητά ο Βασίλης Τζέμος

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Βασίλης Τζέμος ζητά συνταγματική κατοχύρωση της ανθρώπινης ευθύνης στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.
  • Τονίζει ότι δεν μπορεί να ασκείται δημόσια εξουσία μέσω τεχνητής νοημοσύνης, ειδικά στη Δικαιοσύνη.
  • Προειδοποιεί για κινδύνους σε υγεία, δικηγορία και εργασία από την ανεξέλεγκτη χρήση αλγορίθμων.
  • Υποστηρίζει ρυθμισμένη ενσωμάτωση με νομικά φρένα, χωρίς τεχνοφοβία.
  • Επισημαίνει την ανάγκη ειδικών ρυθμίσεων σε σχολεία, πανεπιστήμια και δημόσιες υπηρεσίες.

Η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης σε όλους τους τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στους κόλπους της νομικής επιστήμης, με τον αναπληρωτή καθηγητή Δημοσίου Δικαίου και Οικονομικών Θεσμών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, Βασίλη Τζέμο, να θέτει επιτακτικά το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης της ανθρώπινης ευθύνης και του ελέγχου στη χρήση των αλγοριθμικών συστημάτων. Μιλώντας στην εκπομπή του Γιάννη Ξυνόπουλου, ο κ. Τζέμος ανέδειξε την ανάγκη να παραμείνουν οι κρίσιμες αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών στα χέρια των ανθρώπων, προειδοποιώντας για τους πολλαπλούς κινδύνους που ελλοχεύουν από την ανεξέλεγκτη αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας.

Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο της συνταγματικής αναθεώρησης

Ο κ. Τζέμος χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη ως ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν στη δημόσια συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, επισημαίνοντας ότι η κυβερνητική πρόταση κινείται σε διακηρυκτικό επίπεδο, χωρίς να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες που δημιουργεί η ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων. Όπως τόνισε, απαιτούνται περισσότερο συγκεκριμένες συνταγματικές εγγυήσεις, καθώς οι εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο ξεπερνούν τις υπάρχουσες ρυθμίσεις και οι συνταγματολόγοι εκφράζουν έντονη ανησυχία για την ανάγκη θέσπισης διατάξεων που θα προστατεύουν από τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με τον καθηγητή, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς η αναγνώριση της παρουσίας της τεχνητής νοημοσύνης στη σύγχρονη κοινωνία, αλλά η διασφάλιση ότι η χρήση της δεν θα περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα ούτε θα οδηγεί στην υποκατάσταση του ανθρώπου από αυτοματοποιημένα συστήματα σε κρίσιμες κρατικές λειτουργίες.

«Δεν μπορεί να ασκείται δημόσια εξουσία μέσω τεχνητής νοημοσύνης»

Ιδιαίτερα σαφής ήταν ο κ. Τζέμος σχετικά με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη δημόσια διοίκηση και στη Δικαιοσύνη, εξηγώντας ότι η νέα τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο υποστήριξης των δημόσιων λειτουργών, όχι όμως να αποκτήσει τον τελικό λόγο σε αποφάσεις που αφορούν τους πολίτες. Ως παράδειγμα συνταγματικής εγγύησης ανέφερε ότι δεν μπορεί να ασκείται δημόσια εξουσία μέσω τεχνητής νοημοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι στη δημόσια διοίκηση και στη Δικαιοσύνη τις αποφάσεις πρέπει να τις λαμβάνουν άνθρωποι, με την τεχνητή νοημοσύνη να διατηρεί αποκλειστικά βοηθητικό ρόλο. Οποιαδήποτε άσκηση δημόσιας εξουσίας, επισήμανε, θα πρέπει να γίνεται υπό ανθρώπινο έλεγχο. Απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο να φτάσουμε σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα απονέμει ακόμη και Δικαιοσύνη, ο καθηγητής ανέφερε ότι σε διάφορες χώρες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πειραματικές εφαρμογές αυτοματοποιημένων διαδικασιών για μικροδιαφορές, επισημαίνοντας ότι τέτοιες πρακτικές δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαστικής κρίσης και την ανθρώπινη ευθύνη. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο πηγή κινδύνων, καθώς διαθέτει σημαντικές δυνατότητες βελτίωσης της καθημερινότητας, σημειώνοντας ότι δεν είναι μόνο κίνδυνος αλλά έχει και πολλά θετικά, και πως πρέπει να θωρακιστούμε από τους κινδύνους.

Οι κίνδυνοι στην υγεία, στη δικηγορία και στην εργασία

Ο αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας τόνισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια τεχνολογική εξέλιξη που επηρεάζει το σύνολο σχεδόν των επιστημονικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων, συγκρίνοντάς την με σημαντικές τεχνολογικές μεταβολές του παρελθόντος, όπως η διάδοση του ηλεκτρισμού, του τηλεφώνου, του αυτοκινήτου και του διαδικτύου. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι η μελέτη των επιπτώσεών της δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν μόνο επιστημονικό κλάδο, αλλά απαιτεί συνεργασία νομικών, οικονομολόγων, τεχνικών και επιστημόνων πληροφορικής. Παράλληλα, περιέγραψε τους κινδύνους που δημιουργούνται όταν η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται χωρίς επαρκείς ασφαλιστικές δικλίδες σε δραστηριότητες που απαιτούν εξειδικευμένη ανθρώπινη κρίση, όπως η ιατρική διάγνωση, όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να υποκαταστήσει τον γιατρό, ή η νομική γνωμοδότηση, όπου θα μπορούσε να υποκαταστήσει τον δικηγόρο, καταστάσεις που είναι όχι μόνο μη ασφαλείς αλλά μερικές φορές και επικίνδυνες. Στάθηκε επίσης στους κινδύνους για τα προσωπικά δεδομένα, την ιδιωτικότητα, τις πληροφορίες υγείας και τα εργασιακά δικαιώματα, αναφερόμενος σε περιπτώσεις όπου αλγοριθμικά συστήματα χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή εργαζομένων, προκαλώντας προβληματισμό για ενδεχόμενες διακρίσεις και αποκλεισμούς υποψηφίων.

«Χρειάζονται νομικά φρένα, χωρίς τεχνοφοβία»

Ο κ. Τζέμος διευκρίνισε ότι δεν υιοθετεί μια στάση γενικευμένης αντίθεσης απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, αντιθέτως θεωρεί ότι η τεχνολογία έχει ήδη ενσωματωθεί δυναμικά στην κοινωνία και ότι οι νομοθέτες καλούνται να διαμορφώσουν ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την ασφαλή χρήση της. Χωρίς να είναι τεχνοφοβικός, τόνισε ότι αυτό που είναι κρίσιμο είναι να μπουν ορισμένα νομικά φρένα, διατυπώνοντας με σαφήνεια την κεντρική του θέση: πρέπει να μιλήσουμε για ενσωμάτωση και όχι για απαγόρευση, ρυθμισμένη ενσωμάτωση και όχι απαγόρευση. Κατά τον καθηγητή, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην ταχύτερη πρόσβαση στην πληροφορία, στην υποστήριξη επαγγελματιών και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία υπηρεσιών, απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να υπάρχουν κανόνες, όρια και μηχανισμοί ελέγχου, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα.

Ο ευρωπαϊκός κανονισμός και η ανάγκη συνταγματικών εγγυήσεων

Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων αναφέρθηκε και στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη, υπενθυμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει σχετικό κανονισμό, αναγνωρίζοντας την ανάγκη προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων από εφαρμογές που μπορεί να προκαλέσουν βλάβες ή διακρίσεις. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη, γνωστός ως AI Act, τέθηκε σε ισχύ το 2024 και εφαρμόζεται σταδιακά, με σημαντικό μέρος των διατάξεών του να έχει ενεργοποιηθεί από τον Αύγουστο του 2026. Ο κ. Τζέμος υποστήριξε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελεί σημαντικό βήμα, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη να εξεταστούν οι θεμελιώδεις εγγυήσεις και σε συνταγματικό επίπεδο. Η σημασία αυτής της προσέγγισης, όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, βρίσκεται στη διασφάλιση ότι η τεχνολογική πρόοδος θα συμβαδίζει με τις αρχές του κράτους δικαίου και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Ειδικές ρυθμίσεις σε σχολεία, πανεπιστήμια και δημόσιες υπηρεσίες

Στο τέλος της συνέντευξης, ο Γιάννης Ξυνόπουλος επανήλθε στην ανάγκη συνταγματικής προστασίας, εκφράζοντας την έκπληξή του για το γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να αποτελεί αντικείμενο τόσο θεμελιώδους νομικής συζήτησης. Ο κ. Τζέμος διευκρίνισε ότι μια συνταγματική διάταξη, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι σίγουρα δεν αρκεί η συνταγματική κατοχύρωση. Όπως εξήγησε, θα απαιτηθούν επιμέρους κανόνες για την παιδεία, την εργασία, την υγεία, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία, την οικογένεια και τον δημόσιο τομέα. Αναφέρθηκε ακόμη στην αστυνομία, στις εφορίες και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, επισημαίνοντας ότι κάθε τομέας θα πρέπει να διαθέτει κανόνες ανάλογους με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τους κινδύνους του. Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι στο μέλλον οι κίνδυνοι για τους πολίτες δεν θα προέρχονται αποκλειστικά από ανθρώπινες πράξεις ή παραδοσιακές κρίσεις, αλλά ενδέχεται να συνδέονται ολοένα περισσότερο με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικά συστήματα. Γι’ αυτό, όπως υπογράμμισε, απαιτείται μια σοβαρή, εξειδικευμένη και μη τεχνοφοβική ρύθμιση των επιμέρους ζητημάτων, ώστε η τεχνολογική πρόοδος να υπηρετεί τον άνθρωπο χωρίς να περιορίζει τα δικαιώματά του.