Οι χαμηλές κατηγορίες του e-ΕΦΚΑ οδηγούν χιλιάδες επαγγελματίες στη φτώχεια
Αντιμέτωποι με συντάξεις που σε πολλές περιπτώσεις δεν θα ξεπερνούν ούτε τα 1.000 ευρώ μεικτά βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, εξαιτίας της μαζικής επιλογής των χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών του e-ΕΦΚΑ.
Τα επίσημα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Περισσότεροι από 650.000 μη μισθωτοί έχουν επιλέξει την πρώτη ασφαλιστική κατηγορία, ενώ περίπου 163.500 ασφαλισμένοι καταβάλλουν τις εισφορές της δεύτερης κατηγορίας.
Στην πράξη, σχεδόν εννέα στους δέκα επαγγελματίες που εντάσσονται στις έξι βασικές κλίμακες εισφορών περιορίζονται στις δύο φθηνότερες επιλογές. Η απόφαση αυτή μειώνει τη μηνιαία οικονομική επιβάρυνση σήμερα, υπονομεύει όμως καθοριστικά το ύψος της σύνταξης που θα λάβουν μετά από δεκαετίες εργασίας.
Η επιλογή των χαμηλών εισφορών παρουσιάζεται συχνά ως προσωπική ευθύνη των ασφαλισμένων. Στην πραγματικότητα, για μεγάλο μέρος των μικρών επαγγελματιών αποτελεί αναγκαστική λύση, καθώς η ακρίβεια, οι φορολογικές υποχρεώσεις, τα λειτουργικά έξοδα και η περιορισμένη ρευστότητα δεν αφήνουν περιθώριο για υψηλότερες καταβολές.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Οι επαγγελματίες πληρώνουν όσα μπορούν για να παραμείνουν οικονομικά ενεργοί, το ασφαλιστικό σύστημα όμως τους προετοιμάζει για ένα εξαιρετικά χαμηλό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότησή τους.
Οι εισφορές του 2026 και η επιστροφή στις ασφαλιστικές κατηγορίες
Με τον νόμο Κατρούγκαλου του 2016, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών είχαν συνδεθεί άμεσα με το δηλωθέν εισόδημά τους. Την περίοδο εκείνη, μεγάλος αριθμός ασφαλισμένων κατέβαλλε την κατώτατη εισφορά για τον κλάδο κύριας σύνταξης, η οποία βρισκόταν περίπου στα 157 ευρώ.
Από το 2020 το σύστημα άλλαξε εκ νέου. Οι εισφορές αποσυνδέθηκαν από το πραγματικό εισόδημα και επανήλθαν οι σταθερές ασφαλιστικές κατηγορίες, ανάμεσα στις οποίες κάθε επαγγελματίας καλείται να επιλέξει.
Η θεωρητική ελευθερία επιλογής περιορίζεται από την οικονομική πραγματικότητα. Η μεγάλη πλειονότητα παρέμεινε στην πρώτη κατηγορία, όχι επειδή αγνοεί τις συνέπειες για τη μελλοντική της σύνταξη, αλλά επειδή αδυνατεί να δεσμεύσει μεγαλύτερα ποσά κάθε μήνα.
Για το 2026, η συνολική μηνιαία εισφορά της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 250,77 ευρώ. Από αυτά, τα 185,09 ευρώ κατευθύνονται στον κλάδο της κύριας σύνταξης.
Στη δεύτερη κατηγορία, η συνολική εισφορά ανέρχεται στα 300,93 ευρώ, με τα 222,12 ευρώ να αφορούν την κύρια σύνταξη.
Η διαφορά μεταξύ των δύο χαμηλότερων κατηγοριών μπορεί να φαίνεται περιορισμένη σε μηνιαία βάση, αποκτά όμως σημαντική βαρύτητα σε βάθος δεκαετιών. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τις υψηλότερες κατηγορίες, τις οποίες ελάχιστοι επαγγελματίες μπορούν να χρηματοδοτούν σταθερά.
Η δυσπιστία προς το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι αλλεπάλληλες περικοπές των προηγούμενων ετών, οι αλλαγές στους συντελεστές και η διαρκής μεταβολή των κανόνων έχουν πείσει πολλούς ασφαλισμένους ότι δεν υπάρχει εγγύηση πως οι αυξημένες σημερινές εισφορές θα μεταφραστούν τελικά σε αντίστοιχη σύνταξη.
Οι συντάξεις που διαμορφώνονται μετά από 36 και 38 χρόνια
Οι υπολογισμοί με βάση το σημερινό ασφαλιστικό πλαίσιο δείχνουν ότι ακόμη και ύστερα από 36 έως 40 χρόνια εργασίας, τα ποσά που αντιστοιχούν στις χαμηλές κατηγορίες παραμένουν ιδιαίτερα περιορισμένα.
Για ασφαλισμένο με 38 χρόνια ασφάλισης, η εκτιμώμενη μεικτή σύνταξη ανέρχεται περίπου στα 862 ευρώ όταν οι εισφορές έχουν καταβληθεί στην πρώτη κατηγορία. Για τη δεύτερη κατηγορία, το αντίστοιχο ποσό υπολογίζεται στα 946 ευρώ.
Η σύγκριση με την έκτη ασφαλιστική κατηγορία είναι αποκαλυπτική. Με τα ίδια χρόνια ασφάλισης, ο επαγγελματίας που είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει τις ανώτατες εισφορές μπορεί να προσδοκά σύνταξη περίπου 1.788 ευρώ.
Με 36 χρόνια ασφάλισης, τα ποσά υποχωρούν ακόμη περισσότερο. Η εκτιμώμενη σύνταξη διαμορφώνεται στα 815 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και στα 889 ευρώ για τη δεύτερη. Στην έκτη κατηγορία, το αντίστοιχο ποσό φτάνει περίπου τα 1.635 ευρώ.
Η απόσταση ανάμεσα στις χαμηλές και στις υψηλές κλίμακες δημιουργεί συνταξιούχους πολλών ταχυτήτων. Όσοι είχαν υψηλά και σταθερά εισοδήματα μπορούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπέστερη παροχή. Οι μικρομεσαίοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και όσοι αντιμετώπισαν περιόδους οικονομικής αδυναμίας οδηγούνται σε συντάξεις που δύσκολα καλύπτουν τις βασικές ανάγκες.
Τα ποσά αυτά είναι μεικτά. Μετά τις κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη και τις πιθανές φορολογικές επιβαρύνσεις, το τελικό καθαρό εισόδημα θα είναι ακόμη χαμηλότερο.
Ένας επαγγελματίας μπορεί επομένως να εργάζεται σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, να καταβάλλει συστηματικά εισφορές και στο τέλος να λάβει σύνταξη που βρίσκεται κοντά ή και κάτω από το όριο οικονομικής επιβίωσης.
Η μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία πριν από τη σύνταξη
Αρκετοί ασφαλισμένοι θεωρούν ότι μπορούν να βελτιώσουν αισθητά το τελικό ποσό επιλέγοντας υψηλότερη κατηγορία κατά τα τελευταία πέντε χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση.
Η κίνηση αυτή μπορεί πράγματι να ενισχύσει το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης, δεν αποτελεί όμως αυτόματη λύση και δεν προσφέρει το ίδιο αποτέλεσμα σε όλους.
Ο υπολογισμός του e-ΕΦΚΑ δεν βασίζεται αποκλειστικά στις εισφορές των τελευταίων ετών. Λαμβάνει υπόψη το σύνολο του ασφαλιστικού βίου, τις ασφαλιστέες αποδοχές και τις εισφορές από το 2002 και μετά, τα συνολικά χρόνια ασφάλισης, ενδεχόμενες οφειλές και την αναγνώριση πλασματικών ετών.
Κατά συνέπεια, η απόφαση για μετάβαση σε υψηλότερη κλίμακα απαιτεί εξατομικευμένο υπολογισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυξημένη επιβάρυνση μπορεί να αποσβεστεί σε εύλογο χρονικό διάστημα μέσα από τη μεγαλύτερη σύνταξη. Σε άλλες, το οικονομικό όφελος μπορεί να είναι περιορισμένο σε σχέση με τα πρόσθετα ποσά που θα καταβληθούν.
Οι ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση συνιστούν στους επαγγελματίες να εξετάζουν το πλήρες ασφαλιστικό ιστορικό τους πριν αλλάξουν κατηγορία και να μη βασίζονται σε γενικούς υπολογισμούς ή σε υποσχέσεις για θεαματική αύξηση της σύνταξης.
Ο βασικός κανόνας παραμένει αμετάβλητος: οι χαμηλές εισφορές οδηγούν σε χαμηλό ανταποδοτικό ποσό. Αυτός ο κανόνας, όμως, εφαρμόζεται σε μια οικονομία όπου μεγάλο μέρος των ασφαλισμένων δεν έχει πραγματική δυνατότητα να επιλέξει υψηλότερες εισφορές.
Η πολιτεία δεν μπορεί να περιορίζεται στην προειδοποίηση ότι οι επαγγελματίες θα λάβουν μικρές συντάξεις. Οφείλει να αντιμετωπίσει το εισοδηματικό πρόβλημα που τους εγκλωβίζει στις χαμηλές κατηγορίες και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε ένα ασφαλιστικό σύστημα που αλλάζει διαρκώς τους όρους του.
Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, η επόμενη γενιά συνταξιούχων ελεύθερων επαγγελματιών κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μαζική φτωχοποίηση. Χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν για δεκαετίες θα κληθούν να επιβιώσουν με ποσά τα οποία δεν ανταποκρίνονται ούτε στο σημερινό κόστος ζωής ούτε στις μελλοντικές ανάγκες τους.
Τα παραπάνω ποσά είναι ενδεικτικά και μεικτά, καθώς το τελικό ύψος κάθε σύνταξης εξαρτάται από το προσωπικό ασφαλιστικό ιστορικό, τις καταβληθείσες εισφορές, τα χρόνια εργασίας, τις οφειλές και τις αναγνωρίσεις χρόνου ασφάλισης.
Πιο Δημοφιλή
Στουρνάρας: Οικονομικό θαύμα η Ελλάδα
Καταβολές 2,5 δισ. ευρώ σε 4,3 εκατ. δικαιούχους
Πιο Πρόσφατα
Παγκόσμια πρωτιά για τη Metlen με μεγάλο deal γαλλίου στις ΗΠΑ
Τριμερής για Κύπρο υπό Γκουτέρες