18 Ιουνίου 2026

Σκέρτσος: Η βιομηχανία αλλάζει την οικονομία

Τη θέση ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά παραγωγικής ανασυγκρότησης και σταδιακής ενίσχυσης της βιομηχανίας προβάλλει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, παρουσιάζοντας στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat ως απάντηση στην κριτική ότι η χώρα εξακολουθεί να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό και στις υπηρεσίες.

Σε ανάρτησή του, ο υπουργός κάνει λόγο για τη «σημαντικότερη διαρθρωτική αλλαγή» που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία, συνδέοντάς την με τη διαρκή ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής, της μεταποίησης και της προστιθέμενης αξίας που παράγεται εντός της χώρας.

Ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει ότι η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας γίνεται συχνά με στερεότυπα και ανεπαρκή αξιοποίηση των επίσημων δεδομένων. Όπως σημειώνει, η κριτική που θέλει το Ταμείο Ανάκαμψης να έχει χάσει την ευκαιρία μετασχηματισμού της οικονομίας παραβλέπει την πορεία συγκεκριμένων δεικτών, οι οποίοι εμφανίζουν σημαντική άνοδο στη βιομηχανική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανικής παραγωγής, η οποία περιλαμβάνει μεταποίηση, ενέργεια, εξορύξεις, νερά και απορρίμματα, αυξήθηκε κατά 11,5% την περίοδο 2019-2024. Πλέον αντιστοιχεί στο 15,5% του ΑΕΠ, ποσοστό που, κατά τον υπουργό, αποτελεί το υψηλότερο των τελευταίων δεκαετιών.

Η βιομηχανία ως ποσοστό του ΑΕΠ

Η πορεία του κλάδου αποτυπώνεται και στη διαχρονική συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ. Το 2000 βρισκόταν στο 14,5%, το 2010 είχε υποχωρήσει στο 12,6%, το 2019 ανέβηκε στο 13,9% και το 2024 έφτασε στο 15,5%. Με βάση αυτή την εικόνα, ο υπουργός υποστηρίζει ότι η περίοδος της κρίσης χρέους βρήκε τη βιομηχανία σε χαμηλό σημείο, ενώ η τελευταία εξαετία σηματοδοτεί αντιστροφή της τάσης.

Ο Άκης Σκέρτσος προχωρά και σε σύγκριση απόλυτων μεγεθών, επισημαίνοντας ότι η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανικής παραγωγής ξεπέρασε τα 32 δισ. ευρώ, την ώρα που τα έσοδα-ρεκόρ από τον τουρισμό το 2025 ανήλθαν σε 23,6 δισ. ευρώ. Η σύγκριση αφορά διαφορετικούς οικονομικούς δείκτες, στοιχείο που ο ίδιος αναγνωρίζει, τη χρησιμοποιεί όμως για να αναδείξει το πραγματικό μέγεθος της βιομηχανίας στην ελληνική οικονομία.

Η κυβερνητική αφήγηση επιχειρεί έτσι να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από το σχήμα της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού προς μια εικόνα ευρύτερης παραγωγικής βάσης. Το κρίσιμο σημείο παραμένει αν αυτή η μεταβολή αποτυπώνεται με διάρκεια, τεχνολογική αναβάθμιση και εξωστρέφεια ή αν περιορίζεται σε ποσοτικές βελτιώσεις που χρειάζονται ακόμη ισχυρή εδραίωση.

Στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις, ο υπουργός παρουσιάζει την Ελλάδα σε υψηλές θέσεις για την περίοδο 2019-2025. Στη μεταποίηση, η χώρα εμφανίζεται 2η στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην αύξηση της απασχόλησης, με άνοδο 19%, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ καταγράφει μείωση 2%. Παράλληλα, κατατάσσεται στην αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης, με άνοδο 44%, έναντι 7% στην ΕΕ, και στην αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, με 25%, έναντι 3% ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Κλάδοι με ισχυρή άνοδο και ανοιχτές προκλήσεις

Τα στοιχεία που παραθέτει ο κ. Σκέρτσος δείχνουν ότι η άνοδος δεν περιορίζεται σε έναν μόνο κλάδο. Στα ηλεκτρονικά και στους υπολογιστές καταγράφεται αύξηση 124%, στον λοιπό εξοπλισμό μεταφορών 109%, στην καπνοβιομηχανία 95%, στα εξαρτήματα αυτοκινητοβιομηχανίας 85% και στα φαρμακευτικά προϊόντα 74%. Σημαντική ενίσχυση καταγράφεται επίσης στον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό με 46%, στα τρόφιμα με 21% και στα χημικά με 16%.

Κατά τον υπουργό, η σημασία αυτών των μεγεθών βρίσκεται στο γεγονός ότι μαζί με την παραγωγή αυξάνονται οι θέσεις εργασίας, η παραγωγικότητα και η προστιθέμενη αξία που παραμένει στην ελληνική οικονομία. Πρόκειται για βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης στην προσπάθειά της να υποστηρίξει ότι η ελληνική οικονομία αποκτά πιο ανθεκτική παραγωγική βάση.

Ο κ. Σκέρτσος αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα δεν έχει μετατραπεί σε μεγάλη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης και ότι υπάρχει ακόμη σημαντική απόσταση σε τομείς όπως η τεχνολογική αξία των προϊόντων, η καινοτομία, η διεθνής αναγνωρισιμότητα και η ανταγωνιστικότητα. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι τα δεδομένα δείχνουν πορεία παραγωγικής ανασυγκρότησης και όχι αποβιομηχάνισης.

Στην ίδια γραμμή, συνδέει ορισμένες μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης με τις εξελίξεις στην ενέργεια. Ως παράδειγμα αναφέρει την απλοποίηση της αδειοδότησης για την εγκατάσταση ΑΠΕ, η οποία, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, συνέβαλε στον τριπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και στην αύξηση της συμμετοχής της ενέργειας στο ΑΕΠ.

Το πολιτικό μήνυμα της ανάρτησης είναι σαφές: η κυβέρνηση επιδιώκει να απαντήσει στην κριτική περί χαμένης ευκαιρίας του Ταμείου Ανάκαμψης και να εμφανίσει τη βιομηχανία ως κεντρικό πυλώνα ενός νέου παραγωγικού αφηγήματος. Τα επίσημα στοιχεία πράγματι δείχνουν άνοδο σε κρίσιμους δείκτες. Η πλήρης αξιολόγηση, όμως, θα κριθεί από το αν αυτή η άνοδος θα μετατραπεί σε μόνιμη παραγωγική ισχύ, σε καλύτερες αμοιβές, σε τεχνολογική αναβάθμιση και σε μεγαλύτερη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Ο υπουργός καταλήγει ότι η Ελλάδα παραμένει οικονομία υπηρεσιών, διαθέτει όμως ισχυρότερη βιομηχανία, περισσότερη μεταποίηση, διπλάσιες εξαγωγές σε σχέση με το 2010 και μεγαλύτερη παραγωγική βάση. Η μετάβαση, όπως αναφέρει, δεν έχει ολοκληρωθεί, είναι ήδη μετρήσιμη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat και συνιστά μια από τις πιο σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.